Η ακύρωση του γαλλο-γερμανικού και ισπανικού προγράμματος μαχητικού 6ης γενιάς, FCAS, από γερμανικής πλευράς κλείνει έναν κύκλο που είχε ανοίξει με μεγάλες υποσχέσεις και τελείωσε με πολύ γνώριμες ευρωπαϊκές αδυναμίες. Το πρόγραμμα είχε αρχικά παρουσιαστεί ως η απάντηση της Ευρώπης στην αμερικανική κυριαρχία σε μαχητικά πέμπτης και έκτης γενιάς.
Στην πράξη η ακύρωση έφερε στην επιφάνεια κάτι πολύ πιο βασικό. Η Ευρώπη μπορεί να μιλά για στρατηγική αυτονομία, όμως όταν έρχεται η ώρα να μοιραστούν η ηγεσία, η τεχνογνωσία, τα χρήματα και η βιομηχανική πίτα, οι μεγάλες κουβέντες δύσκολα γίνονται αποφάσεις.
Το FCAS ήταν από την αρχή ένα πρόγραμμα με τεράστια φιλοδοξία. Θα έδινε ένα νέο ευρωπαϊκό μαχητικό, drones συνοδείας, σύστημα μάχης, δικτύωση, αισθητήρες, όπλα και νέα αρχιτεκτονική αεροπορικών επιχειρήσεων.
Αυτή ακριβώς ήταν και η αδυναμία του. Όσο περισσότερα φορτώνονταν πάνω του, τόσο πιο δύσκολο γινόταν να συμφωνήσουν οι βασικοί μετέχοντες τι ακριβώς ήθελαν να φτιάξουν.

Η Γαλλία ήθελε ένα αεροσκάφος που θα συνέχιζε τη δική της φιλοσοφία. Ένα μαχητικό ικανό να υπηρετήσει την Αεροπορία, το Ναυτικό με χρήση αεροπλανοφόρου, τη στρατηγική αποτροπή και την ανεξάρτητη πολιτική ισχύος.
Η Γερμανία ήθελε ένα διάδοχο του Eurofighter, με ισχυρό γερμανικό βιομηχανικό ρόλο και πλήρη σύνδεση με τις ΝΑΤΟϊκές απαιτήσεις. Η Ισπανία, ως τρίτος εταίρος, ήθελε θέση στο πρόγραμμα εξέλιξης και κατασκευής μέσω της Airbus (στην οποία είναι μέτοχος) και της δικής της βιομηχανίας.
Το τέλος του FCAS δείχνει πως τα μεγάλα αεροπορικά προγράμματα χρειάζονται σαφήνεια στο ποιος έχει την ηγεσία. Κάποιον που θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη σχεδίαση, στο λογισμικό, στην ολοκλήρωση των συστημάτων και στη διαχείριση του ρίσκου. Όταν κάθε χώρα θέλει ίσο πολιτικό ρόλο και κάθε εταιρεία θέλει το πιο μεγάλο κομμάτι της παραγωγής, το πρόγραμμα παύει να είναι στρατιωτικό εργαλείο και γίνεται άσκηση ισορροπιών.
Η Γαλλία μπορεί να συνεχίσει, γιατί ακόμη παράγει μαχητικό
Η Γαλλία βγαίνει από αυτή την ιστορία πληγωμένη, όμως βγαίνει με κάτι που οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι δυσκολεύονται να δείξουν. Έχει ακόμη ζωντανή “εθνική” σχολή μαχητικών. Η Dassault δεν είναι μια εταιρεία που συμμετέχει σε κοινοπραξίες. Είναι ο κατασκευαστής του Rafale, ένα αεροσκάφος σε παραγωγή, σε διαρκή αναβάθμιση και με επιτυχημένη εξαγωγική πορεία. Οπότε η Γαλλία μπορεί να πει ότι συνεχίζει μόνη της και έχει βάση για να το κάνει. Βέβαια θα πληρώσει ακριβά αυτή την επιλογή.
Θα χρειαστεί πολιτική συνέχεια, μεγάλα κονδύλια και τεχνολογικό ρίσκο. Όμως έχει τους βιομηχανικούς κολοσούς Dassault, Safran, Thales και MBDA και μια αμυντική κουλτούρα που θεωρεί την αεροπορική ανεξαρτησία εθνική ανάγκη. Έχει επίσης πυρηνική αποτροπή και αεροπλανοφόρο.
Οπότε για το Παρίσι, η ακύρωση του FCAS μπορεί να λειτουργήσει και απελευθερωτικά. Η Γαλλία δεν θα χρειάζεται να σχεδιάζει το μελλοντικό της μαχητικό με μόνιμο φόβο μήπως χαθεί ο έλεγχος της αρχιτεκτονικής.

Η Dassault είχε από την αρχή μια σαφή θέση. Όποιος ξέρει να φτιάχνει μαχητικό, πρέπει να έχει την ηγεσία του νέου προγράμματος. Αυτό ακούστηκε σε πολλούς ως γαλλική αλαζονεία. Ήταν όμως και μια σκληρή βιομηχανική αλήθεια.
Οι Γάλλοι έζησαν παρόμοια ιστορία και στο παρελθόν. Αποχώρησαν από την κοινή ευρωπαϊκή προσπάθεια που οδήγησε στο Eurofighter και πήγαν στον μοναχικό δρόμο του Rafale. Για χρόνια το Rafale θεωρούνταν ακριβό και εξαγωγικά περιορισμένο. Σήμερα είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα ευρωπαϊκά μαχητικά. Η Ινδία, η Αίγυπτος, το Κατάρ, η Ελλάδα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ινδονησία και η Κροατία δείχνουν ότι το αεροσκάφος βρήκε τη θέση του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επόμενη μέρα θα είναι εύκολη για τη Γαλλία. Ένα μαχητικό έκτης γενιάς είναι πολύ πιο απαιτητικό από το Rafale. Το πιθανότερο είναι πως το Παρίσι θα κινηθεί με ενδιάμεσο τρόπο. Θα συνεχίσει την εξέλιξη του Rafale F5, θα προχωρήσει σε δημιουργία drones συνοδείας, θα κρατήσει ζωντανή την ιδέα ενός μελλοντικού μαχητικού και θα αναζητήσει εταίρους που θα αποδεχθούν γαλλική ηγεσία.
Δηλαδή όχι ένα νέο FCAS με σύγκρουση Dassault και Airbus. Περισσότερο ένα γαλλικό πρόγραμμα με επιλεγμένες συμμετοχές.
Η Γερμανία ψάχνει νέο δρόμο
Η Γερμανία βρίσκεται σε πιο άβολη θέση. Έχει τεράστια βιομηχανική βάση. Έχει τις Airbus Defence, MTU, Hensoldt, Diehl, Rohde & Schwarz, MBDA Deutschland και ένα ολόκληρο δίκτυο άλλων εταιρειών που μπορεί να προσφέρει αισθητήρες, κινητήρες, ηλεκτρονικά, όπλα, δομές και υποσυστήματα. Από μόνη της όμως αυτή η ισχύς δεν αρκεί για να βγάλει μαχητικό. Η σχεδίαση μαχητικού είναι άλλο επίπεδο.
Χρειάζεται παράδοση, εμπειρία ολοκλήρωσης και ικανότητα να πάρεις αποφάσεις που θα πονέσουν. Η Γερμανία όμως στο συγκεκριμένο τομέα έχει μάθει να λειτουργεί μέσα από κοινοπραξίες. Το Tornado ήταν κοινοπραξία. Το Eurofighter ήταν κοινοπραξία. Η μεταπολεμική γερμανική αμυντική αεροναυπηγική αναπτύχθηκε μέσα σε ευρωπαϊκά σχήματα και κατανομές εργασίας. Αυτό έδωσε στη Γερμανία τεράστιο βιομηχανικό βάθος, αλλά της στέρησε κάτι κρίσιμο.
Τη δυνατότητα να πει αύριο το πρωί ότι σχεδιάζει μόνη της το επόμενο “εθνικό μαχητικό”. Μπορεί βέβαια να το επιχειρήσει. Θα χρειαστεί όμως χρόνο, ρίσκο και μια νέα πολιτική απόφαση που θα θυμίζει περισσότερο Γαλλία παρά τη γνωστή γερμανική μέθοδο διαμοιρασμού.
Οπότε η πρώτη ρεαλιστική επιλογή της Γερμανίας είναι η επαναπροσέγγιση με τη Βρετανία. Εκεί αναπτύσσεται, μαζί με Ιταλία και Ιαπωνία, η δεύτερη ευρωπαϊκή προσπάθεια για μαχητικό 6ης γενιάς, με το πρόγραμμα GCAP. Το οποίο ήταν ήδη το αντίπαλο δέος του FCAS. Μετά την κατάρρευση του γαλλογερμανικού άξονα, γίνεται σχεδόν ο φυσικός χώρος στον οποίο θα κοιτάξει το Βερολίνο.
Εκεί όμως η Γερμανία θα βρει πρόγραμμα με ήδη δικούς του μεγάλους παίκτες, που έχουν μοιράσει μεταξύ τους την “πίτα”. Η Βρετανία την BAE Systems, η Ιταλία τη Leonardo και η Ιαπωνία τη Mitsubishi Heavy Industries.

Άρα, αν το Βερολίνο θέλει να μπει σε αυτό το πρόγραμμα, θα πρέπει να αποφασίσει τι ακριβώς ζητά. Πραγματική συμμετοχή σε πρόγραμμα που τρέχει, ή νέα διαπραγμάτευση για βιομηχανική πρωτοκαθεδρία;
Αυτή είναι η ουσία. Η Γερμανία μπορεί να συνεργαστεί ξανά με τους Βρετανούς, αλλά θα πρέπει να πληρώσει πολιτικό τίμημα. Θα πρέπει να αποδεχθεί ότι το πρόγραμμα δεν θα ξαναχτιστεί από την αρχή γύρω από τις δικές της απαιτήσεις.
Αν ζητήσει κάτι τέτοιο, θα μεταφέρει απλώς το πρόβλημα του FCAS μέσα στο GCAP των Βρετανών, των Ιταλών και των Ιαπώνων. Και τότε θα χαθεί πολύτιμος χρόνος για δεύτερη φορά.
Η δεύτερη επιλογή είναι η βαθύτερη προσκόλληση στο αμερικανικό “άρμα” εξοπλισμών. Εδώ η Γερμανία έχει ήδη επιλέξει το μαχητικό F-35A για τον ρόλο του φορέα πυρηνικών βομβών, εντός ΝΑΤΟ. Η αγορά αυτή ήταν από μόνη της ένδειξη ότι το Βερολίνο εμπιστεύεται το αμερικανικό αεροσκάφος για τις πιο κρίσιμες αποστολές. Οπότε μετά την ακύρωση του FCAS, η λογική περισσότερων F-35 γίνεται ισχυρότερη.
Το F-35 δεν είναι γερμανικό, ούτε ευρωπαϊκό. Είναι όμως υπαρκτό. Παράγεται, αναβαθμίζεται και χρησιμοποιείται από μεγάλο αριθμό συμμάχων.
Η Γερμανία μπορεί λοιπόν να αυξήσει τον στόλο της από τέτοια μαχητικά, να ενισχύσει τη διαλειτουργικότητα με τις ΗΠΑ και να καλύψει το κενό της επόμενης εικοσαετίας. Αυτό επιχειρησιακά έχει λογική. Βιομηχανικά και πολιτικά, είναι πολύ βαρύτερο.
Πιο μακριά υπάρχει και το F-47. Αν το αμερικανικό πρόγραμμα έκτης γενιάς ανοίξει κάποτε σε στενούς συμμάχους για εξαγωγές, η Γερμανία θα το εξετάσει. Μια τέτοια επιλογή θα την έβαζε ακόμη βαθύτερα στην αμερικανική αρχιτεκτονική. Θα μεν έπαιρνε κορυφαία τεχνολογία αλλά με αμερικανικούς όρους. Για μια χώρα που μιλούσε επί χρόνια για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, αυτή θα ήταν δύσκολη παραδοχή.
Το ΚΑΑΝ θα χτυπήσει την πόρτα, το KF-21 ίσως έχει μεγαλύτερη λογική
Είναι βέβαιο πως και η Τουρκία θα προσπαθήσει να μπει στο κενό. Το υπό εξέλιξη μαχητικό ΚΑΑΝ είναι το μεγαλύτερο αεροπορικό στοίχημα της Άγκυρας και θα παρουσιαστεί ως απόδειξη ότι η Τουρκία προχωρά εκεί όπου η Ευρώπη μπερδεύεται.
Οι Τούρκοι θα πουλήσουν πολιτική φιλοδοξία μαζί με βιομηχανική συμμετοχή. Θα πουν στους Γερμανούς ότι υπάρχει εναλλακτική πέρα από τη Γαλλία, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ.
Η γερμανική αγορά όμως είναι σκληρή. Οι Γερμανοί θα ζητήσουν πραγματικά δεδομένα. Κινητήρα, αισθητήρες, ίχνος, λογισμικό, παραγωγική ικανότητα, πιστοποίηση όπλων, υποστήριξη και επιχειρησιακή ωριμότητα.
Το ΚΑΑΝ μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό πρόγραμμα, όμως ακόμη πρέπει να αποδείξει τα πιο δύσκολα. Το να πετάξει ένα πρωτότυπο είναι μεγάλο βήμα. Το να γίνει μαχητικό πρώτης γραμμής με μαζική παραγωγή είναι άλλη ιστορία.

Η Τουρκία έχει κάθε λόγο να πιέσει. Θέλει πελάτες, εταίρους, τεχνολογία και πολιτικό κύρος. Αν κατάφερνε να φέρει τη Γερμανία κοντά στο τουρκικό πρόγραμμα, θα ήταν τεράστια νίκη.
Όμως το σενάριο αυτό παραμένει δύσκολο. Η Γερμανία θα κινηθεί πρώτα προς λύσεις με αποδεδειγμένη τεχνολογική βάση. Θα κοιτάξει Βρετανία, ΗΠΑ και πιθανώς Νότια Κορέα πριν δώσει βαρύτητα σε τουρκική πρόταση.
Εδώ μπαίνει το KF-21. Η Νότια Κορέα δεν υπόσχεται μαχητικό έκτης γενιάς αύριο το πρωί. Έχει όμως ένα πραγματικό αεροσκάφος που πετά, εξελίσσεται και έχει μπει σε παραγωγή.
Το KF-21 είναι περισσότερο μαχητικό 4,5 γενιάς με χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας και σύγχρονη αρχιτεκτονική, παρά ένα πλήρως stealth αεροσκάφος τύπου F-35. Παρ’ όλα αυτά, είναι κάτι χειροπιαστό. Η Σεούλ έχει αποδείξει τα τελευταία χρόνια ότι ξέρει να παραδίδει. Άρματα, πυροβόλα, εκπαιδευτικά, πυραύλους, πλοία και αεροπορικά συστήματα.

Η κορεατική βιομηχανία κινείται με ταχύτητα, κόστος και πειθαρχία που πολλές ευρωπαϊκές χώρες ζηλεύουν. Για τη Γερμανία, μια βαθύτερη σχέση με τη Νότια Κορέα θα μπορούσε να δώσει ενδιάμεση λύση, βιομηχανική συνεργασία και βάση εξέλιξης.
Το KF-21 δεν αντικαθιστά ένα FCAS έκτης γενιάς. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως γέφυρα. Και η Γερμανία χρειάζεται γέφυρες. Αν περιμένει νέο ευρωπαϊκό θαύμα, θα χάσει χρόνο. Αν αγοράσει F-35, θα χάσει μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής της ανεξαρτησίας. Αν μπει στο GCAP, θα χρειαστεί πολιτική ταπεινότητα. Αν κοιτάξει Κορέα, μπορεί να βρει κάτι πιο πρακτικό από την ευρωπαϊκή θεωρία.
Το συμπέρασμα για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η ακύρωση του FCAS έχει μία κύρια ανάγνωση. Η δική μας απόφαση αγοράς του F-35 ήταν σωστή.Όχι επειδή οι ΗΠΑ είναι πάντα η μόνη απάντηση. Ούτε επειδή τα ευρωπαϊκά αεροσκάφη έχασαν την αξία τους. Ήταν σωστή επειδή η Ελλάδα χρειάζεται υπαρκτή πέμπτη γενιά μαχητικών, σε συγκεκριμένο χρόνο, απέναντι σε πραγματική απειλή.
Η Πολεμική Αεροπορία δεν είχε την πολυτέλεια να περιμένει ένα μελλοντικό ευρωπαϊκό μαχητικό που θα ερχόταν μετά το 2040, αν ερχόταν. Η Τουρκία επενδύει σε drones, πυραύλους, ηλεκτρονικά, πλοία, αντιαεροπορικά και στο ΚΑΑΝ. Η Ελλάδα χρειαζόταν άμεση είσοδο σε άλλη κατηγορία αεροπορικής ισχύος. Το F-35 προσφέρει αυτό ακριβώς.
Το ελληνικό μοντέλο δεν πρέπει να είναι μονοδιάστατο. Τα Rafale έχουν τεράστια αξία. Με τους Meteor, τα γαλλικά όπλα κρούσης και την ποιότητα των αισθητήρων τους, δίνουν στην Ελλάδα δυνατότητες που αλλάζουν τους υπολογισμούς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα F-16V δίνουν αριθμούς, διαθεσιμότητα και κορμό στόλου. Το F-35 προσθέτει κάτι διαφορετικό. Προσθέτει διείσδυση, αισθητήρες, δικτύωση και εικόνα μάχης σε βάθος.

Αυτός ο συνδυασμός είναι πολύ πιο σοβαρός από την αναμονή ενός ευρωπαϊκού προγράμματος που κατέρρευσε κάτω από το ίδιο του το βάρος. Rafale, F-16V και F-35 δίνουν στην Ελλάδα τρία επίπεδα ισχύος.
Το τέλος του FCAS δείχνει επίσης κάτι ακόμη. Η Ελλάδα πρέπει να χτίζει την άμυνά της πάνω σε χρονοδιαγράμματα, παραδόσεις και επιχειρησιακό αποτέλεσμα.
Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία είναι πολύτιμη. Η Γαλλία είναι κρίσιμος εταίρος. Η συνεργασία με ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να συνεχιστεί. Όμως οι ελληνικές αποφάσεις πρέπει να πατούν πάνω σε πραγματικές παραδόσεις και όχι σε πολιτικές υποσχέσεις.
Η Γαλλία θα συνεχίσει να έχει ρόλο στην ελληνική άμυνα. Τα Rafale πρέπει να υποστηριχθούν και να αναβαθμιστούν. Το Rafale F5 θα έχει ενδιαφέρον. Τα γαλλικά drones, οι πύραυλοι και τα συστήματα δικτύωσης αξίζουν προσοχή. Αυτό όμως είναι συμπλήρωμα, όχι υποκατάστατο της πέμπτης γενιάς. Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει το επόμενο γαλλικό μαχητικό για να απαντήσει στις ανάγκες της δεκαετίας του 2030.
Το ίδιο ισχύει και για το GCAP. Η Ελλάδα πρέπει να το παρακολουθεί. Αν στο μέλλον ανοίξει ευρωπαϊκή συμμετοχή ή δημιουργηθεί χώρος βιομηχανικής συνεργασίας, αξίζει να εξεταστεί. Όμως το πρόγραμμα αυτό δεν είναι ελληνική λύση για την επόμενη δεκαετία.
Επιχειρησιακά, η εικόνα θα κριθεί σε κινητήρες, όπλα, παραγωγή, ηλεκτρονικά και πραγματικές μοίρες. Η Ελλάδα, με F-35, Rafale και F-16V, χτίζει στόλο που θα υπάρχει όταν το ΚΑΑΝ θα προσπαθεί ακόμη να αποδείξει την πλήρη του ωριμότητα. Αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Το ΚΑΑΝ πρέπει να αντιμετωπιστεί σοβαρά. Η τουρκική βιομηχανία έχει δείξει ότι μαθαίνει γρήγορα.
Όμως η σωστή απάντηση σε ένα τουρκικό πρόγραμμα υπό εξέλιξη είναι η ένταξη της Ελλάδας σε ώριμη τεχνολογία, όχι η αναμονή ενός ευρωπαϊκού ονείρου. Σε αυτό το σημείο, το F-35 ήταν η σωστή πολιτική και στρατιωτική απόφαση.