Έμφαση στους τέσσερις πυλώνες όπου θα βασιστεί η ελληνική Γαλάζια Στρατηγική στο 2035 έδωσε στη σημερινή του ομιλία στο συνέδριο Blue Strategy Summit 2026, που έγινε στην Αθήνα, ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής ‘Αμυνας, Στρατηγός Δημήτριος Χούπης.
Συγκεκριμένα, ο Αρχηγός ανέφερε ότι οι αλληλένδετοι άξονες κομβικής σημασίας, είναι οι εξής:
– Πρώτον, η περαιτέρω ενίσχυση της εθνικής ναυπηγικής ικανότητας, όχι μόνο ως δυνατότητας κατασκευής νέων μονάδων, αλλά κυρίως ως εγχώριας δυνατότητας και επάρκειας υποστήριξης, επισκευής, εκσυγχρονισμού και ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών καθ’ όλο τον κύκλο ζωής των μέσων.
– Δεύτερον, η επιτάχυνση της ανάπτυξης αυτόνομων συστημάτων χαμηλού κόστους και υψηλής επιχειρησιακής αξίας, τα οποία μπορούν να παραχθούν, να δοκιμαστούν και να ενταχθούν γρήγορα στο πεδίο, λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστές ισχύος για την επιτήρηση, την προστασία κρίσιμων υποδομών και την αποτροπή.
– Τρίτον, η μετάβαση σε δικτυοκεντρικά συστήματα ανοικτής αρχιτεκτονικής, ώστε η αναβάθμιση λογισμικού, η διασύνδεση αισθητήρων, η αξιοποίηση δεδομένων και η επιχειρησιακή προσαρμογή να μπορούν να υποστηρίζονται από το εγχώριο τεχνολογικό οικοσύστημα.
– Τέταρτον, η αποφασιστική ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας, της ηλεκτρονικής προστασίας και των συστημάτων Διοίκησης και Ελέγχου, ως κρίσιμων προϋποθέσεων ανθεκτικότητας, συνέχειας και υπεροχής σε ένα περιβάλλον, όπου η πληροφορία, το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα και τα δίκτυα αποτελούν πλέον πεδία ισχύος ισότιμα με την πλατφόρμα και το όπλο.

“Η θάλασσα, για την Ελλάδα, υπήρξε διαχρονικά ο πλέον θεμελιώδης πυλώνας της ιστορικής της ταυτότητας και της εθνικής της αυτοσυνειδησίας, καθώς και πεδίο οικονομικής εξωστρέφειας, κυριαρχικής παρουσίας και στρατηγικής αναμέτρησης. Σήμερα, υπό το βάρος νέων γεωπολιτικών, ενεργειακών, τεχνολογικών και υβριδικών προκλήσεων, η ναυτική διάσταση της εθνικής ισχύος προσλαμβάνει έτι κρισιμότερο περιεχόμενο, καθόσον συναρτάται ευθέως προς την αποτροπή, τη στρατηγική κινητικότητα, την ασφάλεια των θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας, την προστασία κρίσιμων υποδομών και τη δυνατότητα του Κράτους να ενεργεί με συνέπεια, ταχύτητα και αξιοπιστία” υπογράμμισε.
“Ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα ευρίσκεται εντός διττού στρατηγικού περιβάλλοντος: αφενός μετέχει σε χώρο θεσμικής «ασταθούς σταθερότητας» και ισχνής συμμαχικής ασφάλειας· αφετέρου γειτνιάζει με γεωστρατηγικό τόξο ενδημικής «σταθερής αστάθειας», μία «διακεκαυμένη ζώνη» από τη Μέση Ανατολή έως τη Βόρεια Αφρική, όπου συναρθρώνονται αναθεωρητισμός, υβριδικές απειλές, ενεργειακοί ανταγωνισμοί, κρίσεις δια θαλάσσης και σύνθετες προκλήσεις ασφαλείας” πρόσθεσε.
“Για τις Ένοπλες Δυνάμεις, η αξία της γεωγραφικής θέσης της χώρας κρίνεται στην ικανότητα άμεσης αξιοποίησής της στο πεδίο: στην επίγνωση του χώρου, στην ταχύτητα λήψης απόφασης, στη διακλαδική συνέργεια, στην υπεροχή μέσων και πληροφοριών και στην αξιόπιστη παραγωγή αποτρεπτικού αποτελέσματος. Η μετάβαση από τη γεωγραφική θέση στη δυνατότητα και από τη δυνατότητα στην ισχύ ευρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής συζήτησης.
Η διατήρηση ανοικτών εμπορικών διαύλων, η αντιμετώπιση παράνομων ή αποσταθεροποιητικών δραστηριοτήτων, όπως η πειρατεία, η παράνομη αλιεία και η εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών, καθώς και η θωράκιση νευραλγικών εγκαταστάσεων, απαιτούν συνεκτική δράση των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού Σώματος, των αρμόδιων κρατικών φορέων και των διεθνών μας εταίρων. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η προσήλωσή μας στο Δίκαιο της Θάλασσας, ως όρος ασφαλούς ναυσιπλοΐας και στρατηγικής προβλεψιμότητας, καθώς και η συμμετοχή του Πολεμικού μας Ναυτικού σε επιχειρήσεις και δραστηριότητες διεθνούς βεληνεκούς, όπως οι EUNAVFOR ASPIDES, EUNAVFOR MED IRINI και EUNAVFOR ATALANTA στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι Sea Guardian και Aegean Activity σε νατοϊκό πλαίσιο”.

“Το Πολεμικό Ναυτικό συνιστά κεφαλαιώδη πυλώνα της εθνικής αποτροπής. Η αποστολή του στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στους ευρύτερους χώρους συμμαχικού ενδιαφέροντος συμπυκνώνει την επιτήρηση των συνόρων, την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών, ασύμμετρων και υβριδικών απειλών και πάσης φύσεως προκλητικών ενεργειών, την προστασία κρίσιμων διαύλων, την υποστήριξη διακλαδικών επιχειρήσεων και την προβολή αξιόπιστης ισχύος όπου και όποτε διακυβεύονται ζωτικά εθνικά συμφέροντα” εξήγησε.
Και συνέχισε: “Η ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού, στο πλαίσιο της Ατζέντας 2030 και της νέας Δομής Δυνάμεων, συνιστά κομβικό στοιχείο συνολικής μεταβολής της αποτρεπτικής μας αρχιτεκτονικής. Στο νέο περιβάλλον, οι δυνατότητες μη επανδρωμένων μέσων αποκτούν στρατηγικό νόημα ως οργανικά στοιχεία πλέγματος ναυτικής ισχύος, ικανού να παράγει επίγνωση, ταχεία αντίδραση, κρούση σε βάθος και αξιόπιστη αποτροπή”.
“Στην ίδια λογική”, ανέφερε, “εγγράφεται και η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Οι αντιαεροπορικές και αντιβαλλιστικές δυνατότητες, η αντιμετώπιση μη επανδρωμένων απειλών, η πυραυλική αποτροπή στα Πελάγη, η προστασία κρίσιμων υποδομών και η διασύνδεση αισθητήρων, μέσων και κέντρων λήψης απόφασης συνιστούν εκφάνσεις ενιαίου διακλαδικού αμυντικού σχεδιασμού. Το ζητούμενο είναι η προληπτική συγκρότηση αρχιτεκτονικής που επιτρέπει έγκαιρη αναγνώριση, ασφαλή διακίνηση της πληροφορίας, ταχεία απόφαση και επιβολή κόστους στον αντίπαλο πριν αυτός διαμορφώσει τετελεσμένα“.
“Στο αυτό πλαίσιο, η προοπτική ναυπήγησης ενός ελληνικού πλοίου κοινής επιχειρησιακής χρήσης και η διαρκής συνέργεια των Ενόπλων Δυνάμεων και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής αποκτά ιδιαιτέρως κρίσιμη διάσταση. Εντός αυτής της ολιστικής αντίληψης, η εθνική ναυπηγική και αμυντική βιομηχανική βάση αναδεικνύεται σε κρίσιμη υποδομή εθνικής ασφάλειας και σε οργανικό συντελεστή αυτονομίας, διαθεσιμότητας και αποτροπής. Για τις Ένοπλες Δυνάμεις, η συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας σε εξοπλιστικά προγράμματα συνέχεται άρρηκτα με την αναγκαιότητα συγκρότησης εγχώριας ικανότητας τεχνικής υποστήριξης, συντήρησης, αναβάθμισης λογισμικού, κυβερνοπροστασίας και άμεσης επισκευαστικής ανταπόκρισης των κύριων οπλικών συστημάτων και ναυτικών υποδομών μας” τόνισε ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ.
“Η Ελληνική Γαλάζια Στρατηγική προς το 2035 οφείλει να ανταποκριθεί στη διαμόρφωση ενός συνεκτικού οικοσυστήματος ναυτικής ισχύος, εντός του οποίου η ναυπηγική ικανότητα, η διαθεσιμότητα, η καινοτομία, η στρατηγική κινητικότητα και η διακλαδική αποτροπή θα λειτουργούν ως αλληλένδετες συνιστώσες κοινής εθνικής επιδίωξης” κατέληξε.