Το βρετανικό Υπουργείο Άμυνας βρίσκεται σε φάση προκαταρκτικής αξιολόγησης για την αντικατάσταση της οικογένειας τυφεκίων SA80 που είναι το βασικό όπλο του πεζικού τους, στο πλαίσιο του προγράμματος Grayburn. Αν και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρεις επιχειρησιακές απαιτήσεις, δύο βασικά κριτήρια υπερισχύουν: εγχώρια παραγωγή και ικανότητα διάτρησης σύγχρονων ατομικών θωρακίσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ανεπίσημη δημοσκόπηση κατέδειξε ως επικρατέστερη επιλογή το Heckler & Koch HK416 σε διαμέτρημα 5,56×45mm NATO. Αυτό συνδυάζει αξιοπιστία, εργονομία και συμβατότητα με τα υφιστάμενα πρότυπα του ΝΑΤΟ, ενώ η ήδη υπάρχουσα συνεργασία της Heckler & Koch με το Ηνωμένο Βασίλειο ενισχύει τη βιομηχανική του βιωσιμότητα.

Ωστόσο, το ζήτημα του διαμετρήματος παραμένει καθοριστικό. Το 5,56mm, αν και ελαφρύ και ευρέως διαδεδομένο, αμφισβητείται ως προς την αποτελεσματικότητά του έναντι σύγχρονων θωρακίσεων. Εναλλακτικά, το τυφέκιο SIG Sauer M7 στα 6,8×51mm προσφέρει αυξημένη διατρητική ικανότητα και ενισχυμένη βαλλιστική απόδοση, και ήδη το έχει επιλέξει ο Αμερικανικός Στρατός. Παρά τα πλεονεκτήματα, έχει αυξημένο βάρος πυρομαχικών, υψηλό κόστος και απαιτεί σημαντικές προσαρμογές στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Άλλη σύγχρονη επιλογή είναι το τυφέκιο FN SCAR-H σε διαμέτρημα 7,62×51mm, μια λύση με μεγάλη ισχύ πυρός, αλλά περιορίζεται από το αυξημένο βάρος και τη μειωμένη μεταφερόμενη ποσότητα πυρομαχικών, καθιστώντας το καταλληλότερο για εξειδικευμένους ρόλους. Τέλος, το ιταλικό Beretta NARP στα 5,56×45mm, αν και σύγχρονο, συμβατό με τα πρότυπα του ΝΑΤΟ, δεν διαφοροποιείται επαρκώς επιχειρησιακά, εμφανίζοντας τους ίδιους περιορισμούς ως προς την ασθενή διατρητικότητα έναντι θωρακίσεων όπως το ΗΚ416.

Συνολικά, η επιλογή αναζητά ισορροπία μεταξύ φονικότητας, εφοδιαστικής υποστήριξης και διαλειτουργικότητας.
Οι βρετανικές ένοπλες δυνάμεις εξοπλίστηκαν με το τυφέκιο εφόδου SA80 στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αντικαθιστώντας τα δημοφιλή L1A1 (μια έκδοση του βελγικού FAL της FN). Το τότε νέο τυφέκιο ήταν πολύπλοκο, σχεδίασης bullpup για μικρότερο συνολικό μήκος, αλλά επιρρεπές σε εμπλοκές και λοιπές βλάβες οπότε δεν κέρδισε τη συμπάθεια των Βρετανών. Μάλιστα το αποκαλούσαν “ο δημόσιος υπάλληλος”, γιατί όπως έλεγε το σχετικό ευφυολόγημα “δεν δουλεύει και δεν μπορείς να τον απολύσεις (it doesn’t work and you can’t fire it)”.

Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως στις αρχές του 2000 όταν η γερμανική Heckler & Koch (δημιουργός των G-3 και G-36) κλήθηκε να το διορθώσει παράγοντας τις εκδόσεις -A2 και -Α3 αμβλύνοντας κάπως τα μειονεκτήματα του τυφεκίου αλλά η διαδικασία εύρεσης αντικαταστάτη έχει εκκινήσει τουλάχιστον τρεις φορές. Η πρώτη αμέσως μετά τον πόλεμο του Κόλπου το 1991, λόγω της κάκιστης απόδοσης του τυφεκίου σε αμμώδες περιβάλλον, κάτι όμως που σταμάτησε με την εμπλοκή της H&K για αναβάθμιση του SA80. Η δεύτερη το 2014 που ακυρώθηκε λόγω έλλειψης κονδυλίων και η τρίτη το 2025 με το τρέχον πρόγραμμα Grayburn που όμως καρκινοβατεί, καθώς δεν έχει γίνει κατορθωτό ακόμη να καθοριστούν με ακρίβεια τα πλήρη χαρακτηριστικά του νέου τυφεκίου.
Η διαδικασία αντικατάστασης του βρετανικού SA80 θυμίζει και την αντίστοιχη προσπάθεια του ελληνικού υπουργείου Αμύνης για να αντικαταστήσει τα G-3. Αν και φθηνό στην κατασκευή και απλό στη συντήρηση, το G-3 ξεπεράστηκε από τις πολεμικές εξελίξεις αλλά είτε οι αντικαταστάτες φαίνονται πολύ ακριβοί είτε το ίδιο το υπουργείο δεν έχει αποφασίσει αν πρέπει να προχωρήσει σε αλλαγή διαμετρήματος ή όχι (και αν ναι, σε ποιό διαμέτρημα).
Αυτό βέβαια μας έχει οδηγήσει στο να παραμένουν οι τυφεκιοφόροι μας με ένα όπλο μιας άλλης εποχής μέχρι να αποφασίσει “ο άνεμος, η μοίρα και η τύχη” (Π. Νερούντα) για τον τρόπο μάχεσθαι. Μέχρι τότε, φαίνεται ότι η εγχώρια αναβάθμιση που αποφασίστηκε, είναι μια κάποια λύση.