Σημαντική παρέμβαση πραγματοποίησε νωρίτερα ο Εμανουέλ Μακρόν στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, υπογραμμίζοντας θέσεις για σταθερή προσήλωσης στην ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και στην ανάγκη βαθύτερης αμυντικής ολοκλήρωσης.

Στην κεντρική του ομιλία και στις συζητήσεις που ακολούθησαν, ο Μακρόν υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη κρίσιμων αμυντικών δυνατοτήτων πρέπει να γίνει μέσα από κοινά, πανευρωπαϊκά προγράμματα. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο FCAS, το γαλλογερμανοϊσπανικό πρόγραμμα για το μαχητικό έκτης γενιάς, τονίζοντας ότι «είναι λογικό να αναπτύξουμε το Future Combat Air System μαζί με τη Γερμανία και την Ισπανία». Αντίστοιχα, για τα επόμενης γενιάς συστήματα αεράμυνας, σημείωσε ότι η συνεργασία με την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί φυσική συνέχεια των κοινών συμφερόντων. Στον τομέα της έγκαιρης προειδοποίησης, υπενθύμισε την κοινή πρωτοβουλία με τη Γερμανία, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιου είδους συνεργασίες αποτελούν τον πυρήνα μιας πραγματικά ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. [Αναφερόμενος στα προγράμματα Twins/MedEWSA (Mediterranean and pan-European forecast and Early Warning System)   και JWELS (Joint European Warning and Exploitation Link)]

Το πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασής του αφορούσε τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής άμυνας. Με την ΕΕ να εξετάζει νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και αυξημένους προϋπολογισμούς, ο Μακρόν προειδοποίησε ότι η αναζήτηση αποκλειστικά εθνικών λύσεων θα ήταν «τεράστιο λάθος». Όπως είπε, αν τα κονδύλια διοχετευθούν σε παράλληλες, ανταγωνιστικές εθνικές προσπάθειες, χωρίς κοινά πρότυπα και χωρίς ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης, τότε η Ευρώπη θα χάσει χρόνο, πόρους και την ευκαιρία να δημιουργήσει πραγματικές συνέργειες, διατυπώνοντας ξεκάθαρη θέση ότι η η άμυνα της Ευρώπης πρέπει να οικοδομηθεί πάνω σε κοινά προγράμματα, όχι σε κατακερματισμένες πρωτοβουλίες.

Ο Μακρόν δεν δίστασε να υπερασπιστεί τα προγράμματα με συμμετοχή πολλών χωρών, ακόμη κι αν αυτό –όπως είπε– τον κάνει να φαίνεται «παλιομοδίτης». Εξήγησε ότι η διάλυση των λίγων κοινών δομών που ήδη υπάρχουν θα υπονόμευε κάθε προσπάθεια για ανάπτυξη νέων συστημάτων διοίκησης και ελέγχου. Η τοποθέτησή του ήρθε σε μια στιγμή που το FCAS βρίσκεται υπό πίεση: διαφωνίες για τη βιομηχανική ηγεσία, τον επιμερισμό εργασιών και την πρόοδο της Φάσης 2 έχουν δημιουργήσει αβεβαιότητα, με ορισμένες εκτιμήσεις στο περιθώριο της Διάσκεψης να κάνουν λόγο για πιθανή κατάρρευση του πυρήνα του προγράμματος. Παρ’ όλα αυτά, η Γαλλία –μέσω της υφυπουργού Άμυνας Αλίς Ρυφό– επανέλαβε την πλήρη στήριξή της, ενώ ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους υποσχέθηκε ότι θα ληφθεί απόφαση «τις επόμενες εβδομάδες», επιμένοντας ότι ακόμη και μια αποτυχία δεν θα έθετε τέλος στη γαλλογερμανική αμυντική συνεργασία.