Ο διαγωνισμός για τον «Εκσυγχρονισμό ΠΕΠ (Πολλαπλών Εκτοξευτών Πυραύλων) RM-70» του Ελληνικού Στρατού (ΕΣ) που προκήρυξε η ΓΔΑΕΕ (Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων) στις 10 Οκτωβρίου 2025 αποκάλυψε τέσσερις υποψηφιότητες. Η αποδοχή τωναιτήσεων συμμετοχής των υποψήφιων εταιρειών τη συμμετοχή τους στη δεύτερη φάση της διαγωνιστικής διαδικασίας, καθόσον πληρούσαν τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής δημοσιοποιήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2026.

Στο τεύχος της «Πτήσης» Ιανουάριος 2026, παρουσιάσαμε μια εκτεταμένη ανάλυση επί του θέματος, την οποία αναδημοσιεύουμε παρακάτω σε δυο μέρη.

Προμήθεια ΠΕΠ PULS και εκσυγχρονισμός RM-70: ευκαιρίες ομοιοτυπίας του Πυραυλικού Πυροβολικού

Του Φαίδωνα Γ. Καραϊωσηφίδη. Επιπλέον Στοιχεία Ειδικού Συνεργάτη

Ο διαγωνισμός (υπ’ αριθμ. 04/25) αφορά σε 111 ΠΕΠ RM-70 και έχει χρηματοδότηση €90,576 εκατ. (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24% και κρατήσεων 6%), κατανεμημένη τα έτη 2016-2031, με πρόγραμμα εκταμιεύσεων €17,76 εκατ. την πρώτη τριετία 2026-2028), €19 εκατ. το 2029, €10 εκατ. το 2030 και αποπληρωμή του υπολοίπου €8,296 το 2031.

Οι ΠΕΠ ως γνωστόν αποκτήθηκαν το 1991 έναντι συμβολικού τιμήματος από τη Γερμανία (όταν το Βερολίνο διέθεσε σε διάφορες χώρες το υλικό από τα αποθέματα των ενόπλων δυνάμεων της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας). Οι παραδόσεις στον ΕΣ, μέρος ενός «πακέτου» που περιλάμβανε και 501 BMP-1, αριθμούσαν τουλάχιστον 158 μονάδες που ήταν πρακτικά το μεγαλύτερο μέρος του ανατολικογερμανικού αποθέματος και ξεπερνούσε τις ελληνικές ανάγκες. [Σημειώνεται ότι ο ΕΣ σε αντίθεση με άλλους ΝΑΤΟϊκούς ήταν παντελώς «ξένος» με τον χώρο του πυραυλικού πυροβολικού, αφού δεν είχε ποτέ αξιοποιήσει τέτοια συστήματα πριν από τη γερμανική παραχώρηση.] Υπό αυτό το πρίσμα, εντάχθηκαν στο Πυροβολικό μόνο 116 RM-70, ενώ οι υπόλοιποι (που ορθώς είχαν αποκτηθεί) εναποτέθηκαν για αποψίλωση ανταλλακτικών, προκειμένου να υποστηριχθούν οι Μοίρες των ενεργών ΠΕΠ. Το σημαντικότερο στοιχείο όμως της απόκτησης των RM-70 ήταν η παραχώρηση ενός πολύ μεγάλου αριθμού ρουκετών, που πολλές πηγές ανεβάζουν στις 210-215 χιλιάδες, διαφόρων τύπων, αν και ο κύριος όγκος τους αφορούσε σε (τουλάχιστον δύο) εκδόσεις με θραυσματογόνα κεφαλή ΗΕ (High Explosive), όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο RM 70, όπως όλοι οι ΠΕΠ αυτής της κατηγορίας, προορίζεται για την εκπομπή σαρωτικού πυρός.

RAKETOMET vz. 70

Ο RM-70 (RAKETOMET vz. 70) των 122 mm (Μ1972 κατά ΝΑΤΟ) είναι η τσεχοσλοβακική έκδοση του σοβιετικού ΠΕΠ BM-12, στην οποία το όχημα του εκτοξευτή 6×6 Ural-375D αντικαταστάθηκε από το 8×8 Tatra T813, παρέχοντας υψηλότερο επίπεδο κινητικότητας σε ανώμαλο ή μαλακό έδαφος, που επίσης υποβοηθείται από το κεντρικό σύστημα ρύθμισης της πίεσης του αέρα των ελαστικών επισώτρων (όπως και στο σοβιετικό όχημα).

Το άλλο μεγάλο πλεονέκτημα που πρόσφερε ο RM-70 έναντι του σοβιετικού «πρωτοτύπου» ήταν ότι (λόγω του σημαντικά μεγαλύτερου σασί του T813) επέτρεψε την εγκατάσταση συστήματος αναχορηγίας με 40 επιπλέον ρουκέτες πάνω σε «βάθρο», πίσω από την καμπίνα, που μπορούσε να γεμίσει με υδραυλική υποβοήθηση τον εκτοξευτή για άλλη μια βολή. [Στη συνέχεια η φόρτωση μπορεί να γίνει μόνο χειροκίνητα με ρουκέτες που αποσυσκευάζονται από τα ξύλινα κιβώτια αποθήκευσής τους, τόσο για τον ίδιο τον εκτοξευτή όσο και το «πακέτο» αναχορηγίας.]

Μια άλλη, πολύ ουσιαστική, διαφορά που ήταν σημαντικός παράγοντας επιβίωσης στο πεδίο της μάχης, ήταν η θωράκιση της καμπίνας, η οποία παρέχει προστασία στο πλήρωμα από θραύσματα οβίδων πυροβολικού και πυρά ελαφρών όπλων, ενώ (ως πάγια τακτική) έχει και υποδομή για την αντιμετώπιση συνθηκών περιβάλλοντος ΡΒΧΠ. Αξιοσημείωτη επίσης είναι και η ενσωμάτωση στο όχημα T813, είτε συλλογής εκχιονισμού είτε πτύου, για την αυτόνομη προετοιμασία θέσης βολής από τον φορέα του ΠΕΠ.

To Tatra T813 (σε εκδόσεις 4×4, 6×6 και 8×8) κατασκευάστηκε σε περίπου 12.000 μονάδες την περίοδο 1967-1982, πριν αντικατασταθεί από το μοντέλο T815 (βλέπε παρακάτω). O φορέας του RM-70 είναι μια έκδοση 8×8, γνωστή ως «Kolos» («Κολοσσός»), με 12κύλινδρο κινητήρα T-930 που αποδίδει ισχύ 266 hp (198,6 kW) στις 2.000 σ.α.λ. και ροπή 990 N⋅m στις 1.300 σ.α.λ. (με δυνατότητα χρήσης πολλαπλών καυσίμων, όπως άλλωστε τα περισσότερα στρατιωτικά οχήματα αυτής της κατηγορίας για απεξάρτηση από τυχόν περιορισμούς διαθέσιμων αποθεμάτων σε περίοδο επιχειρήσεων).

Ο RM-70, όπως όλοι οι ΠΕΠ αυτής της περιόδου, προοριζόταν για την εκπομπή σαρωτικού πυρός, με την κάθε ομοβροντία 40 ρουκετών να ρίχνει επί (της περιοχής) του στόχου 256 kg εκρηκτικών, χωρίς όμως ακρίβεια, αφού η διασπορά φτάνει τα 30.000 m2. Αναφορικά με τα πυρομαχικά, ο RM-70 μπορεί να βάλει μια μεγάλη ποικιλία, περιλαμβανομένων των αρχικών σοβιετικών 9M22/9M28 HE (Fragmentation), όπως και των τσεχοσλοβακικών παραγώγων JROF-K και JROF με μέγιστα βεληνεκή 11,2 και 20,75 km (διαφοροποιούνται στη σχέση γόμωσης/μεγέθους πυραυλοκινητήρα). Η οικογένεια όμως ρουκετών περιλάμβανε επίσης φωτιστικές, καπνογόνες, φορείς υποπυρομαχικών («Trnovnik» με φορτίο βομβιδίων HEAT κατά θωρακισμένων στόχων) ή ναρκών («Kus» με 5 νάρκες PPMI-S1 κατά προσωπικού και «Krizhna» με 4 Α/Τ νάρκες) κ.ά. Όπως όμως όλες οι παραλλαγές του αρχικού σοβιετικού BM-21 «Grad», ο RM-70 είναι συμβατός με σχεδόν κάθε πυρομαχικό που έχει παραχθεί από οποιονδήποτε χρήστη τους, με τη μοναδική πρακτικά απαίτηση να έχουν δημιουργηθεί πίνακες βολής. Αναφέρεται για παράδειγμα ότι ο Ουκρανία, η οποία είχε γίνει αποδέκτης 20 (εκσυγχρονισμένης έκδοσης) RM-70 Vampire, τους χρησιμοποίησε με σερβικές ρουκέτες G-2000 που αποδίδουν βεληνεκές 40+ km.

Ο RM 70 εισήγαγε τον ΕΣ στον κόσμο του πυραυλικού πυροβολικού και ειδικότερα των ΠΕΠ. Προσέξτε το πτύο στον εγγύτερο εκτοξευτή.

Η παραγωγή του αρχικού RM-70 ξεκίνησε στην (τότε) Τσεχοσλοβακία το 1971, με τις πρώτες μονάδες να μπαίνουν σε υπηρεσία το 1972, από το εργοστάσιο συναρμολόγησης στην Dubnica nad Vahom, στο Τρεζίν της σημερινής Σλοβακίας. Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και προ της διάλυσης της Τσεχοσλοβακίας, ο μεγαλύτερος εξαγωγικός πελάτης με 265 εκτοξευτές ήταν η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, από τα αποθέματα της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, προήλθαν και οι ελληνικοί RM-70, ενώ 36 συστήματα παραχωρήθηκαν την ίδια περίοδο (1991) από το Βερολίνο στη Φινλανδία. Αρκετές δεκάδες είχαν πουληθεί επίσης τη δεκαετία του 80 στη Λιβύη και την Αλγερία, ενώ και τα αποθέματα των τσεχοσλοβακικών ενόπλων δυνάμεων έγιναν εξαγωγές σε πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας, είτε στην αρχική τους μορφή είτε ως εκσυγχρονισμένες εκδόσεις του ΠΕΠ.

Ελληνικό Πυροβολικό Μάχης

Το επιχειρησιακό δόγμα του ελληνικού Πυροβολικού Μάχης, το οποίο περιλαμβάνει αφενός το πυραυλικό και αφετέρου το «κλασικό» Πυροβολικό με αυτοκινούμενα (ή και -τα όλο και λιγότερα- ρυμουλκούμενα) οβιδοβόλα, εφαρμόζει τακτικές ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί με αποτελεσματικότητα στις τρεις βασικές «κλασικές» αποστολές του:

* Καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων.

* Παροχή εγγύς υποστήριξης για τις μονάδες ελιγμού.

* Παροχή πυρών αντιπυροβολικού.

Αυτές οι αποστολές απαιτούν -ανάμεσα σε άλλα- υψηλή διαθεσιμότητα, ταχεία ανταπόκριση, μεγάλη εμβέλεια και ευστοχία, μικρό χρόνο τάξης και βολής, ικανότητα αδιάληπτης παροχής πυρών υποστήριξης για μεγάλες χρονικές περιόδους. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη:

* Το είδος των στόχων.

* Οι ανθρωπιστικοί προβληματισμοί, όπως η αποφυγή παράπλευρων απωλειών.

* Η διαθεσιμότητα νέων τεχνολογιών στη συλλογή πληροφοριών και τη στοχοποίηση.

* Η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας.

Λόγω της στατιστικής φύσης του Πυροβολικού, στην πυραυλική εφαρμογή του απαιτείται σχετικά μεγάλος αριθμός πυραύλων, άρα επιχείρηση μακράς διάρκειας έως ότου ο πρώτος πύραυλος χτυπήσει τον στόχο, ένα συνολικά μεγάλο χρονικό διάστημα εμπλοκής μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα και μια μεγάλη επιβάρυνση για την επιμελητεία εξαιτίας του μεγάλου αριθμού πυρομαχικών που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της αποστολής.

Οι ΠΕΠ του ΕΣ προέρχονται, ως γνωστόν, από τα ανατολικογερμανικά αποθέματα και υπηρετούν μέχρι σήμερα, με διακοσμητικές και μόνο επεμβάσεις. Προσέξτε τον φόρτο των 40 ρουκετών αναχορηγίας, έτοιμο για φόρτωση στον εκτοξευτή.

Αναβάθμιση-εκσυγχρονισμός ΠΕΠ RM-70

Οι τεχνικές απαιτήσεις για την αναβάθμιση-εκσυγχρονισμό ενός ΠΕΠ, όπως ο RM-70 που επιδιώκει το ελληνικό πρόγραμμα, σε ένα κατ’ ελάχιστο σύγχρονο σύστημα το οποίο λειτουργεί σε επίπεδο πυροβολαρχίας μέσω του Συστήματος Διοίκησης του Πυροβολικού, πρέπει να περιλαμβάνει:

* Ασύρματη σύνδεση με το ΚΔΠ (Κέντρο Διεύθυνσης Πυρός) της πυροβολαρχίας και τα υψηλότερα επίπεδα ιεραρχίας.

* Ασύρματη μεταφορά των δεδομένων στόχευσης και αυτόματη διαδικασία σκόπευσης.

* Ικανότητα παραμονής σε πλήρη λειτουργία υπό συνθήκες απόκρυψης με τη χρήση βοηθητικής πηγής ηλεκτρικής ισχύος (μπαταρίες), ώστε ο ΠΕΠ να παραμένει σε ετοιμότητα βολής, χωρίς όμως το θερμικό ίχνος του κινητήρα του φορέα (ή ακόμη και της θερμικής APU) που μπορεί εύκολα να επισημανθεί σε σύγχρονο πεδίο μάχης με τον μεγάλο αριθμό συστημάτων, κυρίως MEA/M (Μη Επανδρωμένων Αεροχημάτων/Μάχης) να περιπολούν.

* Συμβατότητα και διαλειτουργικότητα με τα συστήματα επικοινωνιών και διεύθυνσης μάχης που χρησιμοποιούνται στα υπόλοιπα Μέσα (Άρματα Μάχης, ΤΟΜΑ-ΤΟΜΠ, Α/Κ οβιδοβόλα, ΚΔΠ των μονάδων ελιγμού του ΣΞ, π.χ. ΔΙΑΣ, ΗΝΙΟΧΟΣ κλπ.).

Διασύνδεση με τα συστήματα επίγνωσης κατάστασης και μεταφοράς στοιχείων αποστολής όπως ΠΑΠ και ΜΕΑ που διαθέτουν ή αναπτύσσουν οι ελληνικές ΕΔ.

* Σύντομο χρόνο αποστολής (τάξη-βολή-μετακίνηση), μικρότερο των τριών λεπτών.

* Μεγάλη κινητικότητα του εκτοξευτή στα εδάφη που αναμένεται να επιχειρήσει.

* Θωρακισμένη καμπίνα με προβλέψεις για παθητική ή και ενεργητική προστασία έναντι ευρέως φάσματος σύγχρονων απειλών, περιλαμβανομένων περιπλανώμενων πυρομαχικών ή ΜΕΑΚ (Μη Επανδρωμένων Αεροχημάτων Κρούσης).

* Υψηλή διαθεσιμότητα μέσω σχετικών προβλέψεων στις υποδομές του εκτοξευτή.

* Αυτόνομη γέμιση πυραύλων όχι μόνο με τον δεύτερο φόρτο που ήδη ενσωματώνει ο RM-70, αλλά και με έτοιμα «πακέτα» ρουκετών που θα μεταφέρονται, θα εκφορτώνονται από φορτηγά οχήματα αναχορηγίας και θα φορτώνονται άμεσα στον ΠΕΠ με ενσωματωμένο γερανό στο όχημα-φορέα.

* Πρόβλεψη για οχήματα μεταφοράς πυρομαχικών αναχορηγίας, αντίστοιχης δυνατότητας κινητικότητας με τον ΠΕΠ.

* Πρόβλεψη για διαθεσιμότητα ομοιωμάτων ΠΕΠ για την παραπλάνηση των εχθρικών μέσων παρατήρησης και πυρός. Τα ομοιώματα θα μπορούν να είναι τόσο «κλασικά» στατικά decoys όσο και οχήματα της ίδιας κατηγορίας με τους ΠΕΠ, που θα έχουν την ίδια μορφή με αυτούς και θα μετακινούνται στην περιοχή ανάπτυξης.

* Εύκολη επιμελητεία και προμήθεια πυρομαχικών.

* Μικρό αριθμό υπολόγων στη λειτουργία του συστήματος.

* Δυνατότητα μελλοντικών αναβαθμίσεων υποσυστημάτων ή ενσωμάτωσης νέων πυρομαχικών.

Ο RAKETOMET vz. 70/M1972 είχε ως φορέα το Tatra T813 στην έκδοση 8×8 «Kolos».

Μόνο εάν τα περισσότερα από αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να επιτευχθούν με τον εκσυγχρονισμό-αναβάθμιση αξίζει η επένδυση για να εκσυγχρονιστεί ένα σύστημα ΠΕΠ. Φυσικά,η ικανοποίηση όσο το δυνατόν μεγάλου αριθμού τους ανεβάζει το κόστος του εγχειρήματος, αν και υπάρχει πάντα μια χρυσή τομή κόστους απόδοσης.

Χρόνος αποστολής

Ο χρόνος αποστολής, ιδιαίτερα το διάστημα μεταξύ της πρώτης βολής και της εξόδου από τη θέση που αυτή υλοποιήθηκε, αποτελεί κριτήριο για την επιβίωση του εκτοξευτή. Μέχρι σήμερα ο χρόνος από 3 έως 4 λεπτά φαίνεται ότι είναι στην ασφαλή πλευρά, αλλά συμπιέζεται συνεχώς από την παρουσία νέων απειλών (drones, περιπλανόμενα πυρομαχικά κ.ά.).

Τα υπάρχοντα RM-70 δεν μπορούν να εκπληρώσουν μια τέτοια απαίτηση και έτσι η ικανοποίησή της αποτελεί πρωταρχικό στόχο μιας αναβάθμισης-εκσυγχρονισμού.

Αυτόνομη λειτουργία

Η πυροβολαρχία των ΠΕΠ και κάθε εκτοξευτής πρέπει να μπορεί να λειτουργεί σε άμεση σύνδεση με το ανώτερο επίπεδο ιεραρχίας, τροφοδοτώντας με δεδομένα αποστολής, πληροφορίες καιρού κλπ. Για να υλοποιηθεί αυτό, χρειάζονται ουσιαστικά τρεις ηλεκτρονικές μονάδες σε κάθε στοιχείο πυρός:

* Υπολογιστής ελέγχου πυρός -FCC (Fire Control Computer).

* Σύστημα προσδιορισμού θέσης (Navigation System) με τουλάχιστον δύο διαφορετικές συνιστώσες και ικανότητα ικανοποίησης των απαιτήσεων ανεξάρτητα από τη διαθεσιμότητα GPS.

* Σύστημα ψηφιακών επικοινωνιών (Digital Communication) ικανού εύρους διαμεταγωγής, που να μπορεί να εξυπηρετήσει σημερινές και μελλοντικές ανάγκες.

Ο RM 70 μπορούσε να βάλλει μεγάλη ποικιλία πυρομαχικών, περιλαμβανομένων των αρχικών σοβιετικών 9M22/9M28, καθώς και των τσεχοσλοβακικών παραγώγων JROF K και JROF.

Αυτόματη στόχευση

Οι ηλεκτρονικές μονάδες που προαναφέρθηκαν, διασυνδέονται με όλα τα υποσυστήματα του εκτοξευτή και ειδικά με τον έλεγχο κίνησης της πλατφόρμας των πυραύλων. Σε αυτό το κύκλωμα ελέγχου το σύστημα πλοήγησης δίνει τις συντεταγμένες της θέσης βολής, τη γωνία προς τον Βορρά και τη γωνία κύλισης και βήματος του εκτοξευτή. Με αυτές τις πληροφορίες συν τις συντεταγμένες στόχου και τα δεδομένα καιρού ο υπολογιστής καθορίζει τα δεδομένα στόχευσης. Με το ξεκλείδωμα της πλατφόρμας των πυραύλων το σύστημα πλοήγησης δίνει αυτά τα δεδομένα και ενεργοποιείται ανάλογα η κίνησή της, μέχρι να επιτευχθούν τα υπολογισμένα από το FCC στοιχεία βολής. Λόγω της δυνατότητας υπολογισμού των δεδομένων στόχευσης σε σχέση με την πραγματική θέση και τις γωνίες του εκτοξευτή δεν είναι απαραίτητο να προετοιμαστεί η θέση βολής. Αυτή η αυτόματη λειτουργία δεν απαιτεί από το πλήρωμα να εγκαταλείψει την καμπίνα, εξοικονομώντας χρόνο και προστατεύοντάς το στη θωρακισμένη και σφραγισμένη καμπίνα.

Ετοιμότητα

Ενώ ο χρόνος αποστολής διασφαλίζει τη δυνατότητα επιβίωσης του ΠΕΠ, ο χρόνος ετοιμότητάς του, δηλαδή η επαναφόρτωση του εκτοξευτή, καθορίζει τον αριθμό των μονάδων πυρών που χρειάζονται σε μια τοποθεσία. Στην περίπτωση του RM-70 ο χρόνος ετοιμότητας για νέα βολή (λόγω του πλεονεκτήματος της μεταφοράς δεύτερου φόρτου 40 πυραύλων επί του οχήματος και της αυτόματης γέμισης των σωλήνων) νοείται αυτός για την επαναφόρτωση με νέες ρουκέτες του εκτοξευτή ή και του «πακέτου» αναχορηγίας. Εξυπακούεται ότι η διαδικασία αυτή θα γίνει σε νέα τοποθεσία, καθώς η θέση απ’ όπου έχει εκτελεστεί η βολή πρέπει να θεωρείται γνωστή στον εχθρό και ότι επίκειται ανταποδοτικό πυρ. Ο χρόνος διαθεσιμότητας ορίζεται ως ο ελάχιστος μεταξύ δύο αποστολών, εάν έχει εκτοξευθεί ολόκληρο το φορτίο πυραύλων (40+40). Η χειροκίνητη φόρτωση του υπάρχοντος RM-70 διαρκεί τουλάχιστον 30 λεπτά, ακόμη και αν υπάρχει προετοιμασία στον χώρο αναχορηγίας με προηγούμενη αποσυσκευασία των ρουκετών από πρόσθετο προσωπικό. Αντίθετα, εάν υπάρχουν οι σχετικές προβλέψεις που προαναφέρθηκαν με την -εκ των προτέρων- δημιουργία «πακέτων» φόρτων των 40 ρουκετών που μπορεί να διαχειριστεί γερανός, είτε επί του ΠΕΠ είτε επί του οχήματος μεταφοράς πυρομαχικών, ο χρόνος αυτός θα μπορεί να συρρικνωθεί στο πολύ πέντε λεπτά.

Ο ΠΕΠ RM 70 Modular ήταν μια σλοβακική προσπάθεια αναβάθμισης σε συνεργασία με τη γερμανική Diehl, που μπορούσε να βάλλει είτε 28 ρουκέτες των 122 mm, είτε έξι των 227 mm (από το MLRS), σε κάνιστρα που φορτώνονταν εύκολα.

«Modular» αναβάθμιση

Η πρώτη προσπάθεια αναβάθμισης του RM-70 μετά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας αναλήφθηκε το 1997 στη Σλοβακία από την Diehl Munitionssysteme. Το διάστημα 2001-2002 αναπτύχθηκε η αποκαλούμενη «Βασική Αναβάθμιση» (Basic Upgrade) του συστήματος με εγχώρια εταιρεία ως υπεργολάβο και συμμέτοχο στα πνευματικά δικαιώματα το υπουργείο άμυνας της Σλοβακίας. Το πρόγραμμα αφορούσε την αναβάθμιση 26 ΠΕΠ με κύριους στόχους:

* Την τοποθέτηση της πλέον σύγχρονης τεχνολογίας υποσυστημάτων στον εκτοξευτή, ώστε να μειωθεί ο χρόνος αποστολής και να βελτιωθεί η ακρίβεια των βολών.

* Τη μετατροπή του συστήματος σε συμβατό με τα NATOϊκά πρότυπα.

* Τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και την αύξηση της εμβέλειας των πυρομαχικών με στόχο τα 35 km.

Το αποτέλεσμα του παραπάνω προγράμματος για λογαριασμό των σλοβακικών ενόπλων δυνάμεων ήταν το RM-70 Modular,όρος που η χρήση του επιλέχθηκε αφενός για επιχειρησιακούς λόγους, αφού περιγράφει την ικανότητα εκτόξευσης διαφορετικού τύπου και διαμετρήματος πυραύλων (122 mm και 227 mm), και αφετέρου για ιστορικούς λόγους, αφού υπενθυμίζει την πρώτη μετατροπή «ανατολικού» συστήματος σε ΝΑΤΟϊκό μέσω της συνεργασίας του υπουργείου άμυνας της Σλοβακίας με την εταιρεία Diehl. Αυτή η συνεργασία παρουσιάζει ενδιαφέρον τόσο από τεχνικής όσο και από εμπορικής πλευράς, γιατί αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκαν στη συνέχεια διάφορες άλλες προτάσεις αναβάθμισης ΠΕΠ στη Γηραιά Ήπειρο. Για παράδειγμα, η ευρωπαϊκή πρόταση αναβάθμισης των εκτοξευτών MLRS M270 που υιοθετήθηκε από χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, πέραν του πυραύλου των 227 mm μπορεί να βάλει για την ασφαλή εκπαίδευση των πληρωμάτων και τη μικρότερη καταπόνηση των συστημάτων και ρουκέτες των 110 όπως και 122 mm.

To RM-70 Modular (πρωτοπορώντας) υιοθέτησε (το ίδιο «δόγμα» με τους (μετέπειτα) ισραηλινούς PULS και μπορούσε να εκτοξεύσει είτε ρουκέτες των 122 mm σε «πακέτα» των 28 σωλήνων είτε έξι ρουκέτες 227 mm, όπως χρησιμοποιούνται στους καλάθους του M270. Πέραν των 26 οχημάτων που αποκτήθηκαν από τη Σλοβακία, η αναβάθμιση προσφέρθηκε ως πρόγραμμα εκσυγχρονισμού σε άλλους χρήστες του ΠΕΠ.

Κεντρικό στοιχείο της πρότασης ήταν η μετατροπή του εκτοξευτή από συγκρότημα σωλήνων (4×10) σε επαναχρησιμοποιούμενους (έως και 10 φορές) καλάθους, οι οποίοι σε δύο εκδόσεις μπορούσαν να δεχθούν (κατά περίπτωση) είτε τις ρουκέτες των 122 mm (7×4) είτε αυτές των 227 mm του MLRS (3×2). Οι κάλαθοι αυτοί μπορούσαν να φορτωθούν με ενσωματωμένο στο όχημα γερανό μειώνοντας τον χρόνο επαναγέμισης από 30 σε 5 λεπτά, αυξάνοντας έτσι κατακόρυφα την ετοιμότητα. Στην έκδοση Modular, πέραν της ικανότητας να εκτοξεύει διαφορετικά πυρομαχικά από τους καλάθους που χρησιμοποιούσε, υπήρχε ενσωματωμένο σύστημα διεπαφών που επέτρεπαν στις ρουκέτες να προγραμματίζονται από το ΣΕΠ (Σύστημα Ελέγχου Πυρός) λίγο πριν τη βολή, μια υποδομή που είχε άμεση χρήση, κυρίως όμως προετοίμαζε το σύστημα για μελλοντικές γενιές πυραύλων (κατευθυνόμενοι GMLS, με φορτία «έξυπνων» υποπυρομαχικών, περιπλανώμενων πυρομαχικών κ.ά.).

Ο RM-70 Modular ικανοποίησε όλες τις απαιτήσεις ενός εκσυγχρονισμού, όπως αυτά αναπτύχθηκαν παραπάνω, προσθέτοντας και αρκετά άλλα χαρακτηριστικά και αποτελώντας έτσι πρότυπο σύγκρισης για οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια.

Η Φινλανδία υπήρξε αποδέκτης ΠΕΠ από τα ανατολικογερμανικά αποθέματα, αν και σε αντίθεση με την Ελλάδα παρέλαβε RM 70/85 επί οχήματος Tatra T815 VPR9 8×8. Πρόσφατα παρήγγειλε καθοδηγούμενες ρουκέτες Accular από την Elbit.

O ελληνικός διαγωνισμός

Θεωρήσαμε ότι η μακρά εισαγωγική ανάλυση που προηγήθηκε είναι απαραίτητη για να δημιουργηθεί το κατάλληλο πλαίσιο για την αναφορά μας στον ελληνικό διαγωνισμό, ο οποίος προβλέπει/παρέχει δύο επιλογές: την πλήρη εργοστασιακή αξιοποίηση του υφιστάμενου οχήματος ή την αντικατάσταση με νέο όχημα φορέα χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο τύπος.

Η «ευχέρεια» αυτή, προφανώς για την ύπαρξη διαφορετικών προτάσεων στο οικονομικό επίπεδο, αναδύει ορισμένες ενδιαφέρουσες πτυχές του δυνητικού προγράμματος, όπως τις ουσιαστικές δυνατότητες επίτευξης κάποιας ομοιοτυπίας του πυραυλικού πυροβολικού, αλλά όμως και την αχίλλειο πτέρνα, που δεν είναι άλλη από τη διαπίστωση ότι η αντικατάσταση του οχήματος αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του κόστους του προγράμματος. [Ας σημειωθεί ότι μετά την αρχική προκήρυξη του διαγωνισμού υπήρξε ολιγοήμερη αναβολή λήξης υποβολής των προσφορών, όπως και απάλειψη του αρχικού όρου η όποια πρόταση να περιλαμβάνει πρωτότυπο του εκσυγχρονισμένου ΠΕΠ, για να μην καταλήξει η διαδικασία… φωτογραφική.]

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος αύριο