Την 4η Ιουνίου 1964 δημοσιεύθηκε το διάταγμα περί ιδρύσεως της Εθνικής Φρουράς της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Σήμερα συμπληρώνονται 62 χρόνια από τότε και οι δυνάμεις αυτές παραμένουν εγγυητής της ύπαρξης του δεύτερου αυτού ελληνικού κράτους.

Η ιδρυτική πράξη της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου της 4ης Ιουνίου 1964.

Αν και η πρώτη στρατιωτική δύναμη της Δημοκρατίας δημιουργήθηκε ήδη με την διακήρυξη της ανεξαρτησίας της το 1960, ο μικρός και χωρίς ουσιαστικό εξοπλισμό στρατός δύναμης 2.000 ανδρών που συγκροτήθηκε, έμοιαζε σε πολλά με το κράτος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, την άμυνα των οποίων εκπροσωπούσε: αποτελείτο κατά 60% από Ελληνοκυπρίους και 40% από Τουρκοκυπρίους, λειτουργούσε σε καθαρά εθελοντική βάση (δεν υπήρχε υποχρέωση στράτευσης) και ήταν μάλλον μια δύναμη κρατικής ασφαλείας παρά πολεμική δομή.

Άγημα της Εθνικής Φρουράς παρελαύνει με οπλισμό τυφεκίων Lee-Enfield και υποπολυβόλων Sten.

Με την εκδήλωση της λεγόμενης «τουρκανταρσίας», δηλαδή των διακοινοτικών ταραχών που προκλήθηκαν με την υποκίνηση της Τουρκίας το 1963-1964, οι Τουρκοκύπριοι αξιωματικοί και στρατιώτες αποχώρησαν, οδηγώντας τον Κυπριακό Στρατό σε διάλυση. Χρειάστηκε η άφιξη μιας ισχυρής δύναμης στρατού από την Ελλάδα, στη μορφή μιας Μεραρχίας ειδικής σύνθεσης, για να ενισχυθεί η αποτρεπτική δύναμη της Κύπρου και να αναδιοργανωθεί η άμυνα του νησιού.

Έτσι, το 1964 ιδρύεται το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), που παράλληλα με την Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Άμυνας Κύπρου (ΑΣΔΑΚ), αποτέλεσαν το επιτελικό και διοικητικό πυρήνα της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου. Η δύναμη στελεχώθηκε από τους Κυπρίους νέους 18-20 ετών με υποχρεωτική πλέον στράτευση 18 μηνών, αντιγράφοντας σε πολλά τους κανονισμούς και εκπαίδευση του Ελληνικού Στρατού. Οι κανόνες λειτουργίας της καθιερώθηκαν από τον νόμο 20 της Κυπριακής Δημοκρατίας «Περί Εθνικής Φρουράς».

Η Εθνοφρουρά στελεχώθηκε με αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, τους Κυπρίους αξιωματικούς του διαλυθέντος Κυπριακού Στρατού του 1963 και εθελοντές. Σύντομα, δοκιμάστηκαν όλοι στην πράξη, όταν οι Τούρκοι έπληξαν με βομβαρδιστικά την περιοχή της Τηλλυρίας και τον κόλπο του Ξερού (τον Αύγουστο του 1964), στη διάρκεια εκκαθάρισης του τουρκοκυπριακού θύλακα των Κοκκίνων αλλά και στην επιχείρηση της Κοφίνου το 1967.

Στρατιώτες της Κυπριακής Εθνικής Φρουράς κατά τις συγκρούσεις του 1967.

Η μεγάλη, ωστόσο, κρίση ήρθε το 1974 με την εκδήλωση του πραξικοπήματος και την τουρκική εισβολή. Αντιμετωπίζοντας τους τουρκοκυπριακούς θυλάκους, την καταθλιπτική υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων αλλά το διχασμό στο εσωτερικό της λόγω του πραξικοπήματος (που είχε υποκινηθεί από την ελληνική χούντα), η Εθνική Φρουρά, σε μεγάλο βαθμό αποδιοργανωμένη, έδωσε τον υπέρ πάντων αγώνα κατά του εισβολέα, και με μεγάλες θυσίες. Οι τελευταίες τιμώνται σήμερα στον τύμβο της Μακεδονίτισσας που αναπαύει 449 Ελλαδίτες και Ελληνοκυπρίους νεκρούς, σχεδόν το ένα τρίτο των παλικαριών που προσέφεραν την υπέρτατη θυσία για την ελευθερία της Κύπρου.

Σήμερα, η κυπριακή Εθνική Φρουρά είναι μια σύγχρονη και διαρκώς εκσυγχρονιζόμενη δύναμη που στηρίζεται στις αρχές της προσφοράς των πολιτών της και στη σύγχρονη τεχνολογία, προστατεύοντας και εκπροσωπώντας ένα σύγχρονο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.