Στις 19 Ιουνίου 2026 η Τζόρτζια Μελόνι αναγκάστηκε να απαντήσει δημόσια στον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ισχυριστεί ότι η Ιταλίδα πρωθυπουργός τον παρακάλεσε να φωτογραφηθεί μαζί της στη Σύνοδο της Ομάδας των Επτά και ότι εκείνος δέχθηκε επειδή τη… λυπήθηκε. Η Μελόνι χαρακτήρισε την ιστορία «επινοημένη» και υπενθύμισε ότι «ούτε η ίδια ούτε η Ιταλία παρακαλούν κανέναν».

Το επεισόδιο έχει σημασία, επειδή η Μελόνι υπήρξε ίσως η πιο σταθερή πολιτική φίλη του Τραμπ μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ήταν η μοναδική Ευρωπαία ηγέτιδα που είχε παραστεί στην ορκωμοσία του το 2025. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα ο Τραμπ την είχε κατηγορήσει ότι δεν είχε το θάρρος να υποστηρίξει τις Ηνωμένες Πολιτείες στην κρίση με το Ιράν.
Η υπόθεση Μελόνι αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο μιας πλέον φανερής πρακτικής. Ο Τραμπ αντιμετωπίζει τις συμμαχίες των ΗΠΑ ως προσωρινές εμπορικές συμφωνίες και τους συμμάχους ως πελάτες που οφείλουν να αποδεικνύουν καθημερινά την αξία τους. Ενώ η προσωπική σχέση, η ιδεολογική συγγένεια και οι προηγούμενες συμφωνίες και διεθνείς δεσμεύσεις, όπως και η ιστορική και πολιτική συνέχεια δεν έχουν καμμία αξία ή σημασία για τον ίδιο. Η Μελόνι το διαπίστωσε αυτό με τον πιο δημόσιο τρόπο. Το ίδιο είχαν διαπιστώσει νωρίτερα ο Κιρ Στάρμερ, ο Φρίντριχ Μερτς, ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Πέδρο Σάντσεθ, η Μέτε Φρεντέρικσεν και φυσικά ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, που όλοι έχουν βριστεί σκαιά από τον Τραμπ ή τους έχει ειρωνευθεί με χυδαίο τρόπο.

Ο Τραμπ αποκάλεσε τον Μερτς «εντελώς αναποτελεσματικό», κατηγόρησε τη Γερμανία ότι είναι διαλυμένη λόγω της μεταναστευτικής και ενεργειακής πολιτικής της και απείλησε το Βερολίνο με δασμούς και μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Για τον Στάρμερ είπε ότι «δεν είναι Ουίνστον Τσόρτσιλ», αμφισβητώντας δημόσια το θάρρος του Βρετανού πρωθυπουργού.
Τον Μακρόν τον έχει χαρακτηρίσει «προσβλητικό» και «δυσάρεστο», έχει απειλήσει τη Γαλλία με τεράστιους δασμούς και έφτασε να χλευάσει δημόσια ακόμη και την προσωπική του ζωή. Την Ισπανία την απείλησε με τιμωρητικούς δασμούς και αμφισβήτηση της θέσης της στο ΝΑΤΟ, επειδή αρνήθηκε να ευθυγραμμιστεί με τις αμερικανικές απαιτήσεις για υποστήριξη των επιχειρήσεων στο Ιραν.
Βέβαια αυτά τα έχουμε δει και κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ. Όταν είχε δηλώσει ότι το σχέδιο της Τερέζα Μέι για το Μπρέξιτ θα κατέστρεφε μια εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ είχε αποκαλέσει «δυσάρεστη» τη Δανή πρωθυπουργό όταν εκείνη απέρριψε την ιδέα πώλησης της Γροιλανδίας και ακύρωσε επίσημη επίσκεψη στην Κοπεγχάγη.
Στη δεύτερη θητεία του έφτασε να εξετάζει «φάσμα επιλογών» για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, (άλλη μια από τις εξωφρενικές εμμονές του) ακόμη και με στρατιωτικά μέσα, δηλαδή απέναντι σε έδαφος που ανήκει στη Δανία, σύμμαχο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Και βέβαια μπροστά στις κάμερες και σε ένα έκπληκτο πλανήτη, το 2025 μετέτρεψε τον Λευκό Οίκο σε σκηνή δημόσιας επίπληξης του Ζελένσκι, χωρίς καμμία διπλωματική συστολή, ενώ συμμετείχαν ανώτατοι συνεργάτες του.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι πως και οι διεθνείς εταίροι αλλά και ειδικότερα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, δεν γνωρίζουν πλέον αν μια οποιαδήποτε συμφωνία με την Ουάσιγκτον θα ισχύει μετά την επόμενη ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε αν μια παραχώρηση θα ανταμειφθεί ή θα χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη αδυναμίας. Και βέβαια η επαναλαμβανόμενη δημόσια, θέση του Τραμπ ακόμη και για αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ υποχρεώνει πλέον κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα να σχεδιάζει το αδιανόητο.
Η Ευρώπη ήταν ήδη βαθιά διαιρεμένη
Για να είμαστε δίκαιοι ο Τραμπ δεν δημιούργησε την ευρωπαϊκή στρατηγική αδυναμία, την οποία συνεχώς καυτηριάζει. Απλώς αφαίρεσε το αμερικανικό “κάλυμμα” που επέτρεπε στους Ευρωπαίους να αγνοούν τις αντιφάσεις τους. Η Βρετανία εγκατέλειψε την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρότι παραμένει μία από τις δύο ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις. Το Brexit άφησε την Ευρωπαϊκή Ένωση φτωχότερη στρατιωτικά και τη Βρετανία πιο απομονωμένη πολιτικά, ακόμη και αν σήμερα το Λονδίνο επιχειρεί να πλησιάσει ξανά την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Η Γερμανία και η Γαλλία δεν μπορούν να συννενοηθούν σε βασικό εξοπλιστικό επίπεδο, όπως στο εμβληματικό πρόγραμμα του μελλοντικού μαχητικού αεροσκάφους. Η ακύρωση του FCAS ήρθε έπειτα από χρόνια βιομηχανικών συγκρούσεων, διαφωνιών για την ηγεσία του έργου και αδυναμίας κατανομής της τεχνογνωσίας. Η ακύρωση του κοινού μαχητικού αποτελεί ίσως την πιο καθαρή απόδειξη ότι ο γαλλογερμανικός άξονας δεν αρκεί πλέον για να κινήσει την Ευρώπη. Το κοινό άρμα MGCS πάει επίσης προς διάλυση, με καθυστέρηση περίπου μίας δεκαετίας και με την πιθανότητα γαλλικής αποχώρησης να συζητείται πλέον ανοιχτά. Παρίσι και Βερολίνο κατάφεραν να συμφωνήσουν ότι χρειάζονται κοινά όπλα, χωρίς να συμφωνήσουν ποιος θα τα σχεδιάζει, ποιος θα τα κατασκευάζει και ποιος θα ελέγχει τις εξαγωγές τους.

Στην ανατολική Ευρώπη, η Πολωνία πέρασε για χρόνια την περίοδο της στρατηγικής μοναξιάς. Η Βαρσοβία τώρα επενδύσει τεράστια ποσά σε αμερικανικά, νοτιοκορεατικά και ευρωπαϊκά όπλα, επειδή θεωρεί ότι σε έναν πόλεμο με τη Ρωσία θα έπρεπε να αντέξει τις πρώτες ημέρες σχεδόν μόνη της. Και αυτός ο ποταμός εξοπλισμών που υλοποιεί δεν αποτελεί επίδειξη, αλλά απόπειρα κάλυψης ενός υπαρξιακού φόβου. Η Πολωνία εξετάζει πλέον ακόμη και μορφές πυρηνικής αυτονομίας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πυκνό δίκτυο συμφωνιών με τη Γαλλία, τη Βρετανία και τη Γερμανία. Έτσι χτίζει πολλές παράλληλες εγγυήσεις, επειδή δεν εμπιστεύεται καμία μόνη της, ως αρκετή για την ασφάλεια της.
Οι χώρες της Βαλτικής ζουν με ακόμη εντονότερη ανασφάλεια. Η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία γνωρίζουν ότι οι εθνικές τους ένοπλες δυνάμεις δεν μπορούν να σταματήσουν μια ρωσική επίθεση. Η ασφάλειά τους στηρίζεται στην πεποίθηση ότι οι υπόλοιποι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ θα πολεμήσουν δίπλα τους από την πρώτη στιγμή. Όταν όμως ο Αμερικανός πρόεδρος αμφισβητεί έμμεσα την αυτόματη εφαρμογή του άρθρου 5 της συμμαχίας (περί συλλογικής άμυνας), ή συνδέει την προστασία με οικονομικές απαιτήσεις, η αποτροπή αρχίζει να διαβρώνεται πριν ακόμη εμφανιστεί το πρώτο ρωσικό άρμα στα σύνορα.
Στον Νότο οι διαφορές είναι εξίσου σοβαρές. Η Ισπανία έχει ήδη κατακευρανωθεί πολλές φορές από τον Τραμπ και ήδη αναπτύσσει μια στενή στρατηγική και βιομηχανική σχέση με την Τουρκία, από τη συμμετοχή στην πώληση Eurofighter μέχρι την συμφωνία για το τουρκικό Hürjet και τις διερευνήσεις για το μαχητικό Kaan. Οπότε η Μαδρίτη αντιμετωπίζει την Άγκυρα ως μεγάλη αγορά, στρατιωτικό εταίρο και σύνδεσμο με τη Μέση Ανατολή. Για την Ιταλία τα είπαμε, ενώ η Ελλάδα, προς το παρόν ανήκει στους “ευνοημένους” της κυβέρνησης των ΗΠΑ, αλλά κανείς δεν ξέρει για πόσο αυτό θα διαρκέσει.
Στο όλο σκηνικό έχουμε και την Τουρκία που κερδίζει επιρροή στο ίδιο διάστημα, κυρίως επειδή η Ευρώπη στερείται κοινής αμυντικής βιομηχανίας και ενιαίας πολιτικής βούλησης, προβάλλοντας, για μια ακόμη φορά τον μεγάλο στρατό της και την μεγάλη παραγωγή της σε όπλα.

Οι νέες συμμαχίες γεννιούνται έξω από τις Βρυξέλλες
Μέσα σε αυτή τη σύγχυση εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένες σοβαρές ενδείξεις γεωπολιτικής αφύπνισης εντός Ευρώπης. Η σημαντικότερη είναι η προσπάθεια της Γαλλίας να “ευρωπαϊκοποιήσει” την πυρηνική αποτροπή της. Το Παρίσι συζητεί τη συμμετοχή ευρωπαϊκών αεροσκαφών σε πυρηνικές ασκήσεις, τη φιλοξενία γαλλικών αποστολών και τη δημιουργία μόνιμου μηχανισμού διαβούλευσης για την κοινή αποτροπή. Η Νορβηγία αναζητεί ήδη προστασία στα γαλλικά πυρηνικά όπλα, ενώ η Γερμανία, η Πολωνία, η Ελλάδα, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Δανία και η Σουηδία έχουν συμμετάσχει σε σχετικές συζητήσεις. Αυτό δεν αποτελεί ακόμη πυρηνική ομπρέλα αντίστοιχη της αμερικανικής, αποτελεί όμως την πρώτη ευρωπαϊκή προετοιμασία για την περίπτωση που η αμερικανική εγγύηση πάψει να θεωρείται δεδομένη.
Η Ελλάδα και η Γαλλία έχουν ήδη προχωρήσει περισσότερο από τους περισσότερους. Η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία, η οποία ανανεώθηκε το 2026, περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Έτσι σε μια Ευρώπη γεμάτη γενικές διακηρύξεις, η ελληνογαλλική συμφωνία έχει συγκεκριμένο πολιτικό και στρατιωτικό περιεχόμενο και δίνει το έναυσμα και για άλλες παρόμοιες δράσεις. Εδώ η Αθήνα απέκτησε έναν ευρωπαϊκό σύμμαχο που έχει πυρηνικά όπλα, παγκόσμια στρατιωτική παρουσία και αποδεδειγμένη δυνατότητα ταχείας επέμβασης. Ενώ η Γαλλία απέκτησε έναν σταθερό εταίρο στην ανατολική Μεσόγειο, με γεωγραφική πρόσβαση προς τη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα και τη βόρεια Αφρική.
Η Γερμανία και η Πολωνία έχουν επίσης αρχίσει να οικοδομούν μια πιο συγκεκριμένη σχέση ασφαλείας, με έμφαση στη στρατιωτική κινητικότητα, στην επιμελητεία, στην κυβερνοάμυνα και στην κάλυψη της Βαλτικής. Και αυτό αποτελεί σημαντική εξέλιξη επειδή η Γερμανία αναγνωρίζει ότι η άμυνα της Ευρώπης αρχίζει πλέον στα πολωνικά σύνορα και όχι στον Ρήνο.
Παράλληλα, η Ιταλία αρχίζει να προσεγγίζει σοβαρότερα την Ελλάδα. Οι δύο χώρες έχουν κοινά συμφέροντα στις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνιών, στην ενεργειακή ασφάλεια, στη σταθερότητα της Λιβύης. Αν και μια μεσογειακή αμυντική τριγωνική σχέση μεταξύ Αθήνας, Ρώμης και Παρισιού δεν υπάρχει ακόμη ως συμμαχία, υπάρχει όμως ως δυνατότητα και ίσως εξελιχθεί.
Η Ελλάδα έχει επίσης αναλάβει πολύ πιο εμφανώς την ευθύνη προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αποστολή μαχητικών και φρεγατών εκεί -με αφορμή τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισράηλ με το Ιράν- έδειξε ότι η Αθήνα είναι έτοιμη να μετατρέψει την πολιτική διακήρυξη περί αμοιβαίας άμυνας σε πιο ενισχυμένη στρατιωτική παρουσία. Ο Νίκος Δένδιας δήλωσε ότι η εγκατάλειψη της Κύπρου θα ήταν «ιστορικά και εθνικά ασυγχώρητη», ενώ η ελληνική ασπίδα προστασίας πάνω από την Κύπρο έχει πλέον αποκτήσει συγκεκριμένο επιχειρησιακό περιεχόμενο.

Η ελληνοϊσραηλινή σχέση αποτελεί τον άλλο μεγάλο άξονα. Η αμυντική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ περιλαμβάνει διακλαδικές ασκήσεις, συνεκπαιδεύσεις ειδικών δυνάμεων και επιτελικό συντονισμό. Και Οι συμφωνίες για ισραηλινά συστήματα, όπως η αγορά των PULS από την Ελλάδα και των αντιαεροπορικών Barak από την Κύπρο, δημιουργούν μια σύνδεση βαθύτερη από μια τυπική αγορά όπλων. Όπου η Αθήνα και η Λευκωσία παρέχουν στο Ισραήλ γεωγραφική, ενεργειακή και πολιτική πρόσβαση προς την Ευρώπη. Η Αθήνα μπορεί να λειτουργήσει ως η ασφαλέστερη γέφυρα του Ισραήλ προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα σε περιόδους κατά τις οποίες οι σχέσεις του Ισραήλ με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδεινώνονται.
Η χάρη που ίσως χρωστά η Ευρώπη
Έτσι ο Τραμπ μπορεί πράγματι να καταλήξει να προσφέρει στην Ευρώπη μια ιστορική υπηρεσία, εντελώς αντίθετη από εκείνη που επιδιώκει. Αν καταφέρει με την περιφρονητική του στάση και την πλήρη αμφισβήτηση των ιστορικών αμερικανικών δεσμεύσεων εντός ΝΑΤΟ και εντός Ευρώπης, να “πείσει” τους Ευρωπαίους ότι η προστασία της Ουάσγκτον έχει ημερομηνία λήξης και γενικώς δεν είναι φερέγγυα, μπορεί να τους αναγκάσει να δημιουργήσουν όσα απέφευγαν επί ογδόντα χρόνια. Κοινή εξωτερική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση της άμυνας, πραγματική πολεμική βιομηχανία, ενοποιημένη αεράμυνα, αμοιβαίο πυρηνικό σχεδιασμό, κοινές προμήθειες, και θεσμικό υπόβαθρο για μια πιο “ενιαία” Ευρώπη, τουλάχιστον σε θέματα ασφαλείας και κυριαρχίας.
Μάλιστα η απειλούμενη αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων από την Ευρώπη μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή την τάση. Αλλά μια ευρωπαϊκή “αφύπνιση” θα έχει πραγματική αξία μόνο αν μειώσει την εξάρτηση τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από την Τουρκία (που θέλει να αναλάβει καθήκοντα περιφερειακού τοποτηρητή), χωρίς να καταστρέψει τη διατλαντική σχέση.
Έτσι αν η Ευρώπη μετατρέψει τον φόβο σε στρατιωτική ισχύ, τις διμερείς συμφωνίες σε κοινή αρχιτεκτονική και την οικονομική της δύναμη σε πραγματική αποτροπή, τότε ίσως κάποτε να χρωστά μια παράδοξη χάρη στον Ντόναλντ Τραμπ για το “κρύο ντους” κυνισμού, διεθνούς αστάθειας και αφερεγγυότητας που μας προσφέρει. Αν, αντίθετα, περιοριστεί σε περισσότερες συνόδους, διακηρύξεις και εθνικούς εξοπλισμούς χωρίς κοινό σχέδιο, ο Τραμπ θα έχει πετύχει κάτι πολύ διαφορετικό. Θα έχει αποδυναμώσει τη Δύση, θα έχει ενισχύσει τη Ρωσία και την Τουρκία και θα έχει μετατρέψει την Ευρώπη σε μια συλλογή φοβισμένων κρατών που αναζητούν χωριστά τον επόμενο προστάτη τους.