18.8 C
Athens
Τρίτη, 23 Απριλίου, 2024
ΝΕΑΑΜΥΝΑ1966-1976: Οι ελληνικοί εξοπλισμοί σε μια κρίσιμη δεκαετία - από τα Noratlas...

1966-1976: Οι ελληνικοί εξοπλισμοί σε μια κρίσιμη δεκαετία – από τα Noratlas στην εισβολή της Κύπρου

- Advertisement -

Σε άρθρο του στο flight.com.gr της 20.12.2023, ο εκλεκτός αρθρογράφος κ. Θέμης Βρανάς, γνωστός για το ζήλο του για την τεκμηρίωση και διάσωση της ελληνικής αεροπορικής κληρονομιάς, ανέδειξε την ανάγκη προβολής του μυθικού μεταγωγικού Nord N. 2501 Noratlas, στο Μουσείο της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ), στην Αεροπορική Βάση Δεκελείας. Ενός τύπου αεροσκάφους εμβληματικού για την ΠΑ, λόγω της πολυθρύλητης επιχείρησης “ΝΙΚΗ”, μοναδικής συμβολής του Κλάδου στον αγώνα για την απόκρουση του “Αττίλα” το 1974.

Για τη συγκεκριμένη αποστολή έχουν ήδη γραφεί πολλά από τις στήλες της “ΠΤΗΣΗΣ” βλ. ιδίως Αλ. Θεολόγου, “Ο ξεχασμένος πόλεμος των Noratlas”, τ. 227 Αύγουστος 2004, σ. 96 επ. και του ιδίου, “Η επιστροφή και η λήθη”, τ. 228 Σεπτέμβριος 2004, σ.94. Ενώ από μονογραφίες βλ. ιδίως Γεωργίου Δ. Μήτσαινα, “Ελληνικά Φτερά στην Κύπρο”, Αθήνα 2016 και Ιωάννη Δ. Κακολύρη, “Οι Πολεμιστές του Ουρανού”, Γ’ έκδ., Αθήνα 1998.

Η Αεροπορική μας Ιστορία που πρέπει να διασωθεί, Μέρος 4

Αυτό το άρθρο όμως, μας δίνει την αφορμή – αναζητώντας το πως κατέληξαν στην Ελλάδα τα Noratlas – να εκτυλίξουμε κάτι πολύ πιο εκτεταμένο: μια αναδρομή σε μια εποχή μεταβατική, ανήσυχη και κρίσιμη, συγκεκριμένα τη δεκαετία 1966 – 1976. Κρίσιμη για την Ελλάδα, η οποία με τρόπο εξαιρετικά βίαιο αφυπνίσθηκε από τη διπλή αυταπάτη, ότι α) ο πληθυσμιακός συσχετισμός στη μαρτυρική Κύπρο και η εκεί σταθμεύουσα ελληνική δύναμη αποτελούσαν ικανό εχέγγυο για τη διαφύλαξη των κεκτημένων ή ακόμη και για τη σκοπούμενη εθνική ολοκλήρωση δι’ Ενώσεως και β) ότι η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, της εξασφάλιζε οιαδήποτε προστασία από την Τουρκία. Ταυτόχρονα τα ίδια χρόνια, η χώρα μας προσπαθούσε να υλοποιήσει μια σειρά εξοπλιστικών προγραμμάτων -ανάμεσα τους και μεταγωγικά αεροσκάφη- ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα της Άγκυρας.

Η ίδια περίοδος όμως, ήταν κρίσιμη και για τον κόσμο ολόκληρο, καθώς κατά τη διάρκεια της διακυβεύθηκε πράγματι η κοσμοκρατορία: Κατά το δραματικό έτος 1968 η Δύση συγκλονίσθηκε συθέμελα από την εσωτερική αμφισβήτηση και τα συνεχή πλήγματα στα μέτωπα της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Κορεατικής Χερσονήσου, ενώ η επικράτηση της ΕΣΣΔ και της ιδεολογίας της στον Τρίτο Κόσμο φαινόταν ζήτημα χρόνου.

Και πάλι όμως τα αντίστοιχα χρόνια, η διεθνής ακτινοβολία και ιδεολογική απήχηση της κομμουνιστικής υπερδυνάμεως τρώθηκε βαρύτατα, από τον κλονισμό που επέφερε στη διεθνή Αριστερά η σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Η Δύση αντιστάθηκε και τελικά διετήρησε την παγκόσμια επιρροή της, κλείνοντας τη χαίνουσα πληγή του Βιετνάμ και προσεταιριζόμενη την Κίνα (1972), στη μεγαλύτερη μεταπολεμική διπλωματική ανατροπή.

Ταυτόχρονα, ισχυροποίησε τη διεθνή θέση της προσεταιριζόμενη την Αίγυπτο, κομβικό έθνος και ηγέτιδα του Αραβικού Κόσμου, δρομολογώντας την ειρήνευση αυτής με το Ισραήλ, κατόπιν του Πολέμου του Yom Kippur (1973). Του οποίου τη λήξη “σφύριξαν” οι ΗΠΑ, πριν προφθάσει το Ισραήλ να απωθήσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα που είχαν μείνει στο προγεφύρωμα ανατολικά της Διώρυγος του Σουέζ.

Tales from the Phantom Diaries, vol. 3: Η Αίγυπτος αλλάζει στρατόπεδο και παίρνει το θρυλικό F-4

Στο μεταξύ η Δύση δέχθηκε νέα πρόκληση για τη θέση της στη διεθνή πολιτική και οικονομία, σε στιγμή μάλιστα που ήταν ευάλωτη λόγω πρόσφατης μετάβασης σε νέο σύστημα νομισματικών ισοτιμιών και των εντεύθεν κραδασμών και πληθωριστικών πιέσεων, από το μπλοκ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών και το εμπάργκο πετρελαίου του 1973. Η κίνηση αυτή δεν είχε μόνο στόχο την εκβίαση της εγκατάλειψης του Ισραήλ από τη Δύση κατά τον Πόλεμο του Yom Kippur, αλλά εντασσόταν σε μια αναδιανεμητική υπέρ του “παγκοσμίου Νότου” ιδεολογία, την οποία – ειλικρινώς ή ψευδεπίγραφα – επρέσβευαν τα πετρελαιοπαραγωγά έθνη.

Τα αμυντικά όμως αντανακλαστικά του 1968 συνόδευσαν τη Δύση, και ιδίως τις ΗΠΑ ως αδιαφιλονίκητη ηγέτιδα χώρα αυτής, σε βάθος χρόνου, σηματοδοτώντας τον χειρισμό των περιφερειακών υποθέσεων με βαρύ χέρι στην εγγύς περιφέρεια των ΗΠΑ, τη μαρτυρική Λατινική Αμερική. Την ίδια περίοδο, ο καλπάζων εθνικισμός και η αποαποικιοποίηση της Αφρικής έθετε τη Δύση ενώπιον νέων διλημμάτων, καθώς καλείτο να διαλέξει ανάμεσα στις αρχές της και στον ορατό κίνδυνο να περιέλθουν στη σφαίρα εξουσιάσεως της ΕΣΣΔ αμύθητης αξίας στρατηγικοί ορυκτοί πόροι. Η απροθυμία του Κογκρέσσου για χρηματοδότηση στρατιωτικών περιπετειών των ΗΠΑ στην αλλοδαπή, στον απόηχο του Βιετνάμ, σήμαινε ότι άλλες δυνάμεις θα καλούντο να αναλάβουν να συντηρήσουν την επιρροή της Δύσεως στην περιφέρεια, ή έστω τοπικά στοιχεία με διακριτική στήριξη σε επίπεδο υπηρεσιών πληροφοριών και στρατιωτικής εκπαίδευσης.

Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, η μεταβαλλόμενη κατά την “ανήσυχη δεκαετία” δυναμική του τριγώνου Washington – Αγκύρας – Αθηνών, και ιδίως η σύμπλεξη εξοπλισμών και εξωτερικής πολιτικής, επιτρέπουν τη συναγωγή πορισμάτων που ίσως παραμένουν επίκαιρα.

Α. Οι ελληνικές εξοπλιστικές ανάγκες στο πεδίο των αερομεταφορών

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, περί τα μέσα της δεκαετίας του ’60 είχε καταστεί προφανής η ανεπάρκεια των ιστορικών Douglas C-47 της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας (ΕΒΑ) για το σύγχρονο πόλεμο. Κατόπιν διαβουλεύσεων του τότε Αρχηγείου Αεροπορίας με την Μεικτή Αμερικανική Στρατιωτική Αποστολή στην Ελλάδα (JUSMAGG) περί το έτος 1965, το αμερικανικό Πεντάγωνο ενέκρινε την προμήθεια τεσσάρων μεταγωγικών Lockheed C-130E νέας κατασκευής από την Ελλάδα, με χρόνο παράδοσης το έτος 1968 (Ηλ. Νταλούμης, “Π&Δ” τ. 130, 12/1995, σ. 37).

Επρόκειτο για την “υποστρατηγική” έκδοση του κορυφαίου στον κόσμο τακτικού μεταγωγικού C-130A/B, εξελιγμένη για τη Μilitary Airlift Command των ΗΠΑ (οι ως τότε εκδόσεις παρεδίδοντο στην Tactical Air Command, η οποία – ως επίγονος της Troop Carrier Command – διατηρούσε ακόμη τις αποστολές τακτικών αερομεταφορών, ρίψεως αλεξιπτωτιστών κλπ). Η προμήθεια αυτή όμως ματαιώθηκε λόγω του αμερικανικού εμπάργκο που επιβλήθηκε στην Ελλάδα ως κύρωση για την κατάλυση της πολιτειακής νομιμότητος δια της επιβολής της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967.

Το C-130E, ώριμη έκδοση του “Ηρακλή” με ηυξημένη εμβέλεια, εξελίχθηκε προπάντων για να εφοδιάσει τη Διοίκηση Στρατιωτικών Αερομεταφορών (Military Airlift Command, MAC) της USAF με έναν τύπο συμπληρωματικό των μεγαλύτερων τζετ Lockheed C-141A Starlifter για τις καθημερινές τεράστιες ανάγκες μεταφορικού έργου ανά τον κόσμο που έχει μια αυτοκρατορία με εκατοντάδες βάσεις στην αλλοδαπή. Ακολούθως, και καθώς ο στόλος των C-130A/B μετέπιπτε στις δυνάμεις της Εθνοφρουράς των Πολιτειών ή στις Αεροπορικές Εφεδρείες (AFRes) προς αντικατάσταση των C-119 και άλλων απηρχαιωμένων τύπων, αποψιλωμένος από τις απώλειες άνω των 70 αεροσκαφών στο σφαγείο του Βιετνάμ, τα C-130E άρχισαν να εφοδιάζουν και πτέρυγες αερομεταφορών της Tactical Air Command, όπως εδώ την 316th Tactical Airlift Wing με βάση τη Langley AFB στη Virginia, όπου και η Διοίκηση της TAC. Η φωτογραφία είναι του 1973 στη Βρετανία. Δύο έτη μετά, η πτέρυγα διαλύθηκε. Τα Hercules της TAC έφεραν τους τυπικούς ουραίους κώδικες δύο γραμμάτων, που εξατομικεύουν την πτέρυγα, και το θυρεό της TAC. Εκείνα της MAC έφεραν στην ουρά μόνο μαύρη ταινία εντός κιτρίνων σειρητίων με το αρκτικόλεξο MAC και το FY number του α/φ, χωρίς tail code. Τυπικό τόσο για την TAC όσο και για τη MAC το καμουφλάζ Βιετνάμ με κυματιστό διαχωρισμό, που επεκτείνεται και στις υποπτερύγιες δεξαμενές καυσίμου.

Είναι γεγονός ότι οι διακοπείσες λόγω Δικτατορίας παραδόσεις κύριου πολεμικού υλικού από τις ΗΠΑ προς την Ελλάδα (με τυπικό παράδειγμα τα μαχητικά α/φ Northrop F-5A/B & RF-5A), επανελήφθησαν το αργότερο το 1969, όταν άρχισαν και άλλες παραδόσεις μείζονος υλικού, όπως των ελικοπτέρων UH-1H.

Όμως η προμήθεια των C-130E απλώς ματαιώθηκε. Αυτό προξενεί εντύπωση: Ελλάς και Τουρκία ήταν εξίσου εξηρτημένες από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, και κατά βάση οι ΗΠΑ απεφάσιζαν τι οπλικά συστήματα θα προμηθεύονταν οι δύο χώρες για τις ένοπλες δυνάμεις των, και όχι οι ίδιες. Παρά ταύτα, ήταν ευδιάκριτη μια (άτυπη) πρόνοια των ΗΠΑ για τη διατήρηση ενός οριακώς ανεκτού συσχετισμού δυνάμεων, με την έννοια ότι στους επίκαιρους π.χ. τύπους μαχητικών αεροσκαφών η Ελλάς δεν ελάμβανε λιγότερο των 2/3 του αριθμού των ομοίου τύπου μαχητικών που θα ελάμβανε ή είχε ήδη λάβει η Τουρκία.

Εν προκειμένω, και δεδομένου ότι στην Τουρκία είχαν ήδη παραδοθεί 7 C-130E, νέας κατασκευής, οικονομικού έτους 1963, με παράδοση από το 1966, η ματαίωση της προμήθειας αποστερούσε πλήρως την ΕΒΑ από μια βασική επιχειρησιακή ικανότητα, που μάλιστα είχε δυνητική εφαρμογή στην ενίσχυση της πλέον ευάλωτης εσχατιάς του Ελληνισμού, της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Lockheed C-130E της MAC (Διοίκησης Αερομεταφορών της USAF) στο RAF Greenham Common της Βρετανίας το 1977.

Ωστόσο, και παρά το εμπάργκο, καταστρώθηκε σε βραχύτατο χρόνο από τις ΗΠΑ, ως εναλλακτική λύση, η παραχώρηση στην ΕΒΑ μεταχειρισμένων αμερικανικών τακτικών μεταγωγικών αεροσκαφών τύπου Fairchild C-119G “Flying Boxcar”, ήτοι του προκατόχου των C-130A/B στην Tactical Air Command.

Το άκρως επιτυχημένο αεροσκάφος είχε παραχθεί στην εποχή του σε 1.183 μονάδες, με κύρια έκδοση παραγωγή το ώριμο -G (480 αεροσκάφη). Παρά τα φαινόμενα, οι ΗΠΑ αποδέχονταν τη Δικτατορία ως τη νέα πραγματικότητα. Εξάλλου, δεν αναμένονταν στο Κογκρέσσο αντιρρήσεις στην παραχώρηση σχετικές με τη συνταγματική εκτροπή σε χώρα – μέλος του ΝΑΤΟ, τη στιγμή που ιδίου τύπου αεροσκάφη κατά κόρον παρεδίδοντο στο μονοκομματικό ακόμη κράτος του Kuo Ming Tang της Ταϊβάν, στο μεσαιωνικό βασίλειο του Χασάν του Β’ του Μαρόκου και σε πεφωτισμένες, αλλά πάντως μη δημοκρατικές μοναρχίες όπως η Ιορδανία και η Αιθιοπία.

Fairchild C-119G Flying Boxcar, FY number 53-3162, 817th Troop Carrier Sqdn (Medium) εν πτήσει προς τη βάση του (Ashiya Air Base) στην Ιαπωνία μετά από προσωρινή μεταστάθμευση στην Kadena Air Base της Okinawa, τότε ακόμη έδαφος των ΗΠΑ (επεστράφη αργότερα στην Ιαπωνία). Φωτό της 1.3.1955.

Στις 10.08.1967, κλιμάκιο ιπταμένου και τεχνικού προσωπικού της ΕΒΑ μετέβη στη McGuire AFB του New Jersey, ως σήμερα “Πύλη προς την Ανατολή” των αμερικανικών αερομεταφορών και βάση πολυάριθμων μοιρών C-17A, ώστε να μετεκπαιδευθεί στα C-119G από την 514th Troop Carrier Wing, πτέρυγα των Εφεδρειών της USAF (AFRES) συγκροτούμενη από τέσσερις σμηναρχίες (σε τρία διαφορετικά αεροδρόμια) της μίας μοίρας εκάστη (Alwyn T. Lloyd, Fairchild C-82 Packet and C-119 Flying Boxcar, Hinckley 2005, σελ. 172,176).

Στην ως άνω βάση ήδρευε η 335th Troop Carrier Squadron, με προϊστάμενο κλιμάκιο την 903rd Troop Carrier Group, και αυτή ανέλαβε το εκπαιδευτικό έργο. Η πτέρυγα ήταν αρμόδια για τη μετεκπαίδευση στον τύπο και του προσωπικού της Αεροπορίας της Δημοκρατίας του Βιετνάμ (Νοτίου Βιετνάμ, RVNAF), η πρώτη εκπαιδευτική σειρά της οποίας εκπαιδεύθηκε στη βάση ταυτόχρονα με το κλιμάκιο της ΕΒΑ. Το εκπαιδευτικό curriculum περατώθηκε, τόσο για την ΕΒΑ όσο και για τη RVNAF, στις 18.12.1967. Μόνο που οι Βιετναμέζοι ανεχώρησαν για την πατρίδα τους με αεροσκάφη C-119G της πτέρυγας, τα οποία και παραχωρήθηκαν ως δωρεάν στρατιωτική βοήθεια, το κλιμάκιο της ΕΒΑ, τουναντίον, όπως έφθασε στις ΗΠΑ, δηλαδή με πτήση τακτικών αερογραμμών…

Ρίψη προμηθειών (τροφίμων και βενζίνης σε μαχόμενα στρατεύματα των δυνάμεων του ΟΗΕ στην Κορέα πλησίον της Chungju από C-119 Flying Boxcar το 1951. Εμφανές το ότι η ρίψη ογκωδών φορτίων προϋποθέτει την αφαίρεση των θυρών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς την οπισθέλκουσα (ήτοι ταχύτητα και εμβέλεια) και τη θερμοκρασία εντός του αεροσκάφους.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το υπέροχο εμβολοφόρο αεροσκάφος, στυλοβάτης των τακτικών αερομεταφορών της Δύσεως κατά τη δεκαετία του ’50, θα αποτελούσε αντικειμενικώς τεράστιο άλμα για την ΕΒΑ σε σχέση με τα C-47, εξ επόψεως ταχύτητος, εμβελείας, ωφελίμου φορτίου, αλλά προπάντων ευχερείας φορτώσεως και ρίψεως φορτίου.

Βεβαίως, οι πίσω θύρες τύπου “στρειδιού” δεν μπορούσαν να ανοίξουν εν πτήσει για ρίψη βαρέων φορτίων, και έπρεπε να έχουν αφαιρεθεί εκ των προτέρων για το ενδεχόμενο αυτό, με συνέπεια υψηλή οπισθέλκουσα (οι αλεξιπτωτιστές εκτελούσαν άλμα στατικού ιμάντα από τις οπίσθιες πλευρικές θύρες, κατά τα ειωθότα). Συνεπώς, η υστέρηση σε σχέση με μεταγενεστέρους τύπους με ράμπα φόρτωσης, όπως το C-130, ήταν προφανής.

Πάντως, η εισαγωγή ενός δομικώς καταπονημένου τύπου, προωθουμένου από τους δύο τρομερούς αερόψυκτους, 28 κυλίνδρων (σε τέσσερις σειρές των επτά, και ελικοειδή διάταξη) αστεροειδείς κινητήρες Pratt & Whitney R-4360 Wasp Major με μηχανικό υπερσυμπιεστή και συνολικό κυβισμό 71,5 λίτρων (κινητήρια σκεύη θρύλων της SAC όπως τα Boeing B-50, Convair B-36 & Boeing C/KC-97 Stratocruiser, αλλά και των Ηρακλέων της Military Air Transport Service, Douglas C-74 Globemaster & C-124 Globemaster II), με όχι απροβλημάτιστη ψύξη των οπισθίων σειρών κυλίνδρων, στις αρχές σχεδόν της δεκαετίας του ’70 θα αποτελούσε – ανεξαρτήτως του αυτονόητου θαυμασμού για ένα μοτέρ που ήταν εν ταυτώ αποθέωση και θάνατος του εμβόλου – αναχρονισμό, ο οποίος θα επιβάρυνε δυσανάλογα τα τεχνικά κλιμάκια της ΕΒΑ. Και αυτό σε μια εποχή κατά την οποία το αντίπαλο δέος, η Τουρκική ΤΗΚ, είχε ήδη θέσει σε υπηρεσία το ασύγκριτα ικανότερο turboprop C-130E.

Τουρκικό C-130E της αρχικής παρτίδας των επτά, σε φυσικό μέταλλο και με τα προ του 1971 τετράγωνα τουρκικά εθνόσημα. Το συγκεκριμένο αεροσκάφος παραδόθηκε το 1966 και συνετρίβη το 1968.

Μάλιστα η ΤΗΚ ετοιμαζόταν να παραλάβει το κατά τι μικρότερου ωφελίμου φορτίου και εμβέλειας γαλλογερμανικό στροβιλοελικοφόρο Transall C-160D σε 20 μονάδες, διευρύνοντας έτι περαιτέρω το από ετών σοβαρό ποιοτικό και τεχνολογικό της προβάδισμα έναντι της ΕΒΑ (βασικός τύπος μαχητικού το F-100C/D αντί του F-84F, σοβαρή αριθμητική υπεροχή στους κοινούς τύπους αιχμής F-5A/B & F/TF-104G).

Η λύση στο ψυχόδραμα της απόκτησης από την ΕΒΑ ενός αναγκαίου μεν, οπισθοδρομικού δε τύπου δόθηκε – ως συνήθως – από τα ίδια τα γεγονότα, εν προκειμένω από τον περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων αξιόπλοων C-119G και από την εξελισσόμενη τιτανομαχία στο Βιετνάμ.

Fairchild C-119G Flying Boxcar, Αεροπορία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ (Νοτίου Βιετνάμ), 24.03.1968. Όλα τα αεροσκάφη που διατηρούντο στο νηολόγιο της RVNAF κατά την παράδοση του Νοτίου Βιετνάμ στο Βόρειο (Λαοκρατική Δημοκρατία του Βιετνάμ) ετέθησαν σε υπηρεσία με την αεροπορία του Βορρά (VPAF) και τα τελευταία αφυπηρέτησαν από αυτήν το 1988, κάτι θαυμαστό ελλείψει ροής ανταλλακτικών από τις ΗΠΑ.

Τα λιγοστά πλέον διαθέσιμα στις ΗΠΑ αεροσκάφη του τύπου διοχετεύονταν κατά προτεραιότητα στην Αεροπορία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ (RVNAF, Ν.Βιετνάμ), της οποίας απετέλεσαν στυλοβάτη (λόγω και της μεγάλης εξοικείωσης του ιπταμένου και τεχνικού προσωπικού της με αυτά), παρά την βαθμιαία παραχώρηση και των πιο κατάλληλων για assault landings τύπων Fairchild C-123K Provider & Lockheed C-130A Hercules. Συνολικά παραδόθηκαν στη Δημοκρατία του Βιετνάμ 35 C-119G για το ρόλο των μεταφορών, τα οποία υπηρέτησαν την περίοδο 1968-75.

Fairchild C-123K Provider της Δημοκρατίας του Βιετνάμ τροχοδρομεί πίσω από σεβαστό αριθμό C-130A της ίδιας δύναμης. Παραδόθηκαν 51 α/φ από τον πρώτο τύπο, που υπηρέτησε μεταξύ 1971-73, και 32 από το δεύτερο, μεταξύ 1972 και 1975. Αν αναλογισθούμε το ότι η συνολική παραγωγή των C-123B (περιλαμβανομένων των μετατροπών σε -Κ) ανήλθε σε 302 μονάδες, καθώς και τις υψηλές απώλειες με την USAF στη ΝΑ Ασία, καταλαβαίνουμε τη σπάνι μεταγωγικών της εποχής, όπως και το παράδοξο να διατηρεί στις ΗΠΑ η Εθνοφρουρά πολύ παλαιότερους τύπους. Το C-123 ανήκε στην κλάση του σημερινού C-27J Spartan.

Περαιτέρω, ο τύπος αποτελούσε τη βάση για τα εξελιγμένα gunships AC-119G Shadow & AC-119K Stinger, που έγραψαν τη δική τους ιστορία με τα χρώματα τόσο της USAF όσο και της RVNAF. Η τελευταία παρέλαβε συνολικά 24 AC-119G “Shadow” (οπλισμός 4 GAU-2A gatling miniguns 7,62 mm) και 22 από τα ισχυρότερα AC-119K “Stinger” με τους πρόσθετους τζετ κινητήρες (και οπλισμό επηυξημένο κατά 2 GE M61 gatling guns 20 mm).

Βαρύ gunship Fairchild AC-119G Shadow (FY number 52-5927) της USAF (71st Special Operations Squadron, 14th Special Operations Wing), με βάση τη Nha Trang Air Base του Νοτίου Βιετνάμ εν πτήσει το 1968. Το αεροσκάφος μεταβιβάστηκε στην Αεροπορία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ τον Αύγουστο του 1971. Οι μαύρες κοιλιακές, υποπτερύγιες και πλευρικές επιφάνειες υποδηλώνουν χρήση σε νυκτερινές αποστολές, κατ’ αρχάς στο Διάδρομο του Ho Chi Minh στο Λάος, και αργότερα, όταν ο τύπος κατέστη ευάλωτος σε εκείνο το υψηλής απειλής περιβάλλον, εντός του Νοτίου Βιετνάμ.

Εξάλλου, ο τύπος ήταν, μέχρι το τέλος του 20ου αιώνος (1958-1997), ραχοκοκαλιά των αερομεταφορών της ταϊβανέζικης RoCAF (Republic of China Air Force), προπυργίου της Δύσεως στην Ασία και προμάχου της σε όλες τις ένοπλες αναμετρήσεις με τον κομμουνιστικό κόσμο στο Δυτικό Ειρηνικό, η οποία είχε παραλάβει συνολικώς 114 μεταχειρισμένα αεροσκάφη από την USAF.

Στρατιωτικό προσωπικό της Εθνικιστικής Κίνας (Ταϊβάν) αποβιβάζεται από C-119G της RoCAF το 1972.

Ταυτόχρονα, η Αμερικανική Αεροπορία “μπάλωνε τρύπες” στις δυνάμεις δεύτερης γραμμής των ΗΠΑ, οι οποίες λόγω των αστρονομικών απωλειών στην κρεατομηχανή του Βιετνάμ δεν είχαν ακόμη πρόσβαση σε επίκαιρα μεταγωγικά. Μεταξύ άλλων σε τρεις μοίρες ειδικών επιχειρήσεων (!) της Αεροπορικής Εθνοφρουράς των Πολιτειών της California, της West Virginia και του Rhode Island, οι οποίες συνέχισαν με το απηρχαιωμένο αεροσκάφος ως το 1975, πετώντας ανελιπώς 140 ώρες ανά αεροσκάφος ανά μήνα για να διατηρούν τα δυσθεώρητου ύψους στάνταρντς πτητικής εκπαίδευσης που απαιτεί ο ρόλος των μυστικών αποστολών. Μία από αυτές τις μοίρες απέσυρε αεροσκάφος με 7.400 ώρες, αν και η δομική ζωή του τύπου κατά τον κατασκευαστή είναι 5.000 ώρες.

Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμη: Fairchild C-119G Flying Boxcar της 129th Special Operations Group της Εθνοφρουράς της California, Hayward AFB, San Francisco, σε άσκηση στην έρημο το 1970.

Δεν περίσσεψαν λοιπόν, ενόψει των αναγκών των χωρών – προμαχώνων του αντικομμουνιστικού αγώνος, αεροσκάφη του τύπου για την Ελλάδα. Ή, πάντως, αυτή είναι η επικρατέστερη εκδοχή για τη ματαίωση της προμηθείας των C-119G από την ΕΒΑ.

Περίσσεψαν όμως π.χ. για την Αιθιοπία, η οποία κατά την περίοδο 1970-71 παρέλαβε 8 αεροσκάφη, αναβαθμισμένα μάλιστα σε C-119K με τους δύο πρόσθετους τζετ κινητήρες GE J85-GE-17 σε υποπτερύγιους πυλώνες για απόδοση σε hot-and-high συνθήκες, που κατά τα λοιπά επιφυλάσσονταν μόνο για τα gunship AC-119K Stinger. Περίσσεψαν και για την Ιορδανία, η οποία το 1972 παρέλαβε 3 -Κ (ένα τέταρτο συνετρίβη κατά την παράδοση).

C-119K της Αιθιοπικής Αεροπορίας με εξωτική παραλλαγή ερήμου. Η χρήση τους συνεχίσθηκε και μετά τη μεταστροφή της χώρας σε δορυφόρο της ΕΣΣΔ, κατόπιν της ανατροπής και δολοφονίας του Εθνάρχου Βασιλέως Χαϊλέ Σελασιέ του Α’ από τη μαρξιστική στρατιωτική χούντα του Συνταγματάρχη Μενγκίστου Χαϊλέ Μαριάμ, παρά το αναμενόμενο αμερικανικό εμπάργκο ανταλλακτικών.

Ο τύπος υπηρετούσε βεβαίως σε τεράστιους αριθμούς σε συμμαχικές χώρες, όπως το Βέλγιο, η Νορβηγία και προεχόντως η Ιταλία (που το διετήρησε ως το τέλος της δεκαετίας του ’70), όπως και σε ουδέτερες ή φιλοδυτικές χώρες του Τρίτου Κόσμου (Ινδία, Βραζιλία, Μαρόκο), οι οποίες όμως δεν μπορούσαν να διαθέσουν αεροσκάφη του τύπου στην Ελλάδα, πολλώ μάλλον καθώς αυτές συνέχιζαν και σε εκείνο το στάδιο να συμπληρώνουν τους στόλους των με αμερικανικά μεταχειρισμένα όμοια.

C-119J της 46ης Aerobrigata Trasporti της Aeronautica Militare Italiana στο αεροδρόμιο Pisa – San Giusto, ανέκαθεν “ομφαλό” των ιταλικών αερομεταφορών, το 1971, σε καμουφλάζ ΝΑΤΟ. Η Ιταλία απέκτησε συνολικά 70 (!) C-119G/J.

Συνέβη άραγε, στον εν τω μεταξύ διαδραμόντα χρόνο (10.08.1967 – 18.12.1967), κάτι ίσως πιο σημαντικό από τις ανάγκες άλλων συμμάχων των ΗΠΑ, το οποίο πιθανώς είχε ρόλο στη ματαίωση της ελληνικής προμήθειας;

Β. Η ελληνοτουρκική κρίση του Νοεμβρίου 1967

Το φθινόπωρο του 1967 η ελληνική δικτατορική κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια, εμπίστου μεν του Βασιλέως Κωνσταντίνου του Β’ αλλά χωρίς πραγματική εξουσία (την οποία παρασκηνιακώς ασκούσε ο τύποις Υπουργός παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως Γεώργιος Παπαδόπουλος, ισχυρός ανήρ της Δικτατορίας της 21.4.1967), επιδόθηκε σε κρεσέντο διαβουλεύσεων με την Τουρκία, με αποκορύφωμα τη διήμερη συνάντηση κορυφής των Πρωθυπουργών Κόλλια – Ντεμιρέλ στις 9 και 10.09.1967 στην Kesan της Ανατολικής Θράκης και στην Αλεξανδρούπολη αντίστοιχα, με συμμετοχή του Γεωργίου Παπαδοπούλου.

Αντικείμενο των διαπραγματεύσεων ήταν τολμηρές ελληνικές προτάσεις περί οριστικής επιλύσεως του Κυπριακού δια ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Από την ευόδωση των διαπραγματεύσεων αυτών η Δικτατορία ήλπιζε να δρέψει εθναρχικές δάφνες, που θα οδηγούσαν στην απόλυτη εδραίωσή της. Επρόκειτο για κλασικό φαινόμενο πολιτικού βολονταρισμού, χωρίς επισταμένη εκτίμηση των αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών: Η τελευταία προδικτατορική διαβούλευση Ελλάδος – Τουρκίας για το Κυπριακό (συνάντηση Τούμπα – Caglayankil το 1966), είχε καταλήξει στην ευγενική αποτύπωση πλήρους διαφωνίας.

Η Δικτατορία θεωρούσε, αγνοώντας το παραπάνω απτό δεδομένο, ότι θα μπορούσε δηλαδή να επαναφέρει μια εκδοχή του Σχεδίου Αcheson του 1964: Ένωση Κύπρου με Ελλάδα έναντι 50ετούς μίσθωσης του 11% της Κύπρου από την Τουρκία προς εγκατάσταση μείζονος βάσεως, και διευρυμένη αυτοδιοίκηση στους Τουρκοκυπρίους στις περιοχές όπου πλειοψηφούσαν. Μάλιστα, για να το κάνει πιο ελκυστικό, προέτεινε αντί μισθώσεως να αποδοθεί στην Τουρκία το 5% της Κύπρου κατά κυριαρχία (περιοχή Καρπασίας), κατά την αρχική εκδοχή του Σχεδίου Acheson. Η οποία είχε απορριφθεί άνευ ετέρου από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο τον Γ’. Θρυλείται μάλιστα – χωρίς εγγύτερη τεκμηρίωση πάντως – ότι ο τελευταίος διέταξε την άλωση του τουρκικού προγεφυρώματος Τηλλυρίας από τις δυνάμεις του Γρίβα το θέρος του 1964, ακριβώς για να παροξύνει την κατάσταση και έτσι να ματαιώσει το Σχέδιο Acheson και κάθε σχετική αμερικανική πρωτοβουλία, και πάντως εψέγετο με οργή γι’ αυτό από τον τότε Έλληνα Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου.

Η διάθεση προσφοράς σοβαρών περαιτέρω εδαφικών ανταλλαγμάτων στην Τουρκία (στρατηγικών τμημάτων της ελληνικής επικρατείας στο Βόρειο Έβρο ή ακόμη και στα Δωδεκάνησα), προς επίτευξη του εθνικού στόχου της Ενώσεως στις διαπραγματεύσεις Σεπτεμβρίου 1967, μαρτυρείται από ορισμένες ιστορικές πηγές, αλλά δεν διασταυρώνεται. Οι συναντήσεις, αν και διεξήχθησαν σε κλίμα φαινομενικής εγκαρδιότητος, είχαν προετοιμασθεί πλημμελώς και απέτυχαν πλήρως.

Δεν έγινε ποτέ γνωστό αν οι ελληνικές προτάσεις απερρίφθησαν άνευ ετέρου, ή αν οι τουρκικές αντιπροτάσεις ήταν αφόρητα επαχθείς για την Ελλάδα. Ο Πρόεδρος της Κύπρου, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, αποκλείσθηκε από κάθε ενημέρωση, αφού το σκεπτικό της Δικτατορίας ήταν ότι ζητούμενο είναι η συμφωνία με την Τουρκία, η οποία ακολούθως θα επιβαλλόταν στον Μακάριο με οποιονδήποτε τρόπο. Παρά τη δυσμενή τροπή της ελληνικής πρωτοβουλίας, παρατηρήθηκε το – όχι αδιάφορο για την εν συνεχεία τροπή των πραγμάτων – παράδοξο, το θέμα να διατηρείται ψηλά στην ελληνική επικαιρότητα για εβδομάδες μετά την ατυχή συνάντηση, με τον πλήρως ελεγχόμενο ελληνικό τύπο να εξάπτει προσδοκίες και να δημιουργεί κλίμα αμέσως επικείμενης Ενώσεως.

Η δραματική σύγκρουση της Εθνικής Φρουράς με πάνοπλα μάχιμα τμήματα Τουρκοκυπρίων και η άλωση του προγεφυρώματός τους στην Τηλλυρία τον Αύγουστο του 1964 έκανε για πρώτη φορά την Ελλάδα να αναλογισθεί ότι μπορεί να χρειασθεί να πολεμήσει για την Κύπρο. Στη φωτογραφία, το ερημωμένο τουρκοκυπριακό χωριό Erenköy (Κόκκινα), μοναδικό απομεινάρι, ως σήμερα, του τουρκικού προγεφυρώματος Τηλλυρίας. Ο ελάχιστος πληθυσμός έχει εκκενωθεί προ ετών και έχει εποικίσει τη Γιαλούσα Καρπασίας στα Κατεχόμενα, απομένει δε μόνο φυλάκιο του Τουρκικού Στρατού με δύο θέσεις προσγείωσης ελικοπτέρων. Η βίαιη αντίδραση της Τουρκίας στην άλωση των τουρκοκυπριακών χωριών της άνυδρης χερσονήσου, με βομβαρδισμούς στρατιωτικών και αστικών στόχων με βόμβες Napalm, συγκλόνισε τότε Ελλάδα και Κύπρο. Η ΕΒΑ μπόρεσε να εισφέρει μόνο ορισμένες αναγνωριστικές πτήσεις με RF-84F, τα οποία υφίσταντο συνεχή παρενόχληση από τα Lightning της RAF που ήδρευαν στο Ακρωτήρι.

Κρίνοντας σήμερα τα γεγονότα με τη νηφαλιότητα που ο χρόνος επιτρέπει, φαντάζει αυτονόητο ότι η Ελλάς θα έπρεπε να διαθέτει και να επικαιροποιεί συνεχώς μια στρατηγική επίτευξης της εθνικής ολοκληρώσεως, που ήταν άλλωστε διεκηρυγμένος στόχος. Το να επιδιώκεται όμως η Ένωση με σπουδή, από θέσεως στρατιωτικής μειονεξίας, χωρίς προσπάθεια προσεταιρισμού συμμαχικών χωρών και ερήμην των αμέσως ενδιαφερομένων, ήτοι του Ελληνικού Κυπριακού Λαού και μιας εκλεγμένης πολιτικής του ηγεσίας, παραβλέποντας την προσώρας διεθνή κρατική υπόσταση της Κύπρου και με ελλιπούς προετοιμασίας, “εμπορικού” πνεύματος διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, δεν φαίνεται δείγμα σοφίας. Και βέβαια, η χρήση δημοσιευμάτων που εξάπτουν προσδοκίες ή και επιδείξεων στρατιωτικής δύναμης σε τοπικά επεισόδια (βλ. κατωτέρω) ως εμβρυουλκών των εξελίξεων ξεπερνά πλέον την αφροσύνη.

Η εξωτερική πολιτική της Δικτατορίας, εγκλωβισμένη σε πρωτόγονες αντιλήψεις του είδους ότι οι περιορισμοί των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων ευθύνονται για τη στασιμότητα και ότι απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ ηγετών, με την αμεσότητα των επιχειρηματιών, θα έδιδαν τη λύση, απέτυχε να διαβλέψει ορισμένες λεπτές αποχρώσεις της διεθνούς συγκυρίας: Σε αντίθεση με το 1964, οι ΗΠΑ δεν στάθμιζαν ως πρώτον κίνδυνο της δυναμική εξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας σε “Κούβα της Μεσογείου”, αλλά το ρόλο της ως εστίας ανάφλεξης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.

Επίσης, έχοντας εκτεθεί μετά την απόρριψη της μεσολάβησης Acheson το 1964, όταν και συνεκέντρωσαν τη μήνι όλων των εμπλεκομένων μερών, οι ΗΠΑ είχαν αποφασίσει να μη μεσολαβήσουν εφεξής ενεργώς για το Κυπριακό, αλλά να ενθαρρύνουν απευθείας πολιτικές διαβουλεύσεις Ελλάδος και Τουρκίας. Το αν αυτές θα άφηναν απέξω τη νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τον Μακάριο ήταν αδιάφορο στις ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ έβλεπαν κατ’ αρχήν ευμενώς την Ένωση, στο μέτρο που καταργούσε ένα ανεξάρτητο κράτος ανήκον στο Κίνημα των Αδεσμεύτων και λογιζόμενο φιλοσοβιετικό, προσαρτώντας το σε κράτος – μέλος του ΝΑΤΟ. Όμως πλέον πρώτο μέλημα των ΗΠΑ ήταν να μη δυσαρεστηθεί η Τουρκία, της οποίας η γεωστρατηγική αξία αποτιμάτο, ιδίως μετά τον Πόλεμο των Εξ Ημερών, ως ασυγκρίτως ανώτερη της Ελλάδος.

Τουναντίον η Βρετανία του Harold Wilson, διαισθανόμενη ότι οριστικές ενωσιακές ή διχοτομικές διμερείς διευθετήσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ενείχαν δυναμική αμφισβήτησης του βρετανικού κεκτημένου Ζυρίχης – Λονδίνου, είχε διαμηνύσει ότι θα απέκρουε, ως εγγυήτρια δύναμη, κάθε συμφωνία που θα συνήπτετο ερήμην των νομίμων αρχών της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως η βρετανική επιρροή στην Ελλάδα, μετά τον παραμερισμό του Βασιλέως από τη Δικτατορία σε αμιγώς νομιμοποιητικό αυτής ρόλο και την απώλεια του ελέγχου του στρατεύματος από το Στέμμα, ήταν πλέον ασήμαντη.

Σε κάθε περίπτωση, η Δικτατορία καλλιεργούσε κλίμα επικείμενης Ενώσεως, ακόμη και ερήμην της Τουρκίας. Στις 21.10.1967 έφθασε στην Κύπρο ο αντιπρόεδρος της Ελληνικής κυβέρνησης και ΥΠΕΘΑ Γρηγόριος Σπαντιδάκης, γνωστός ως επικεφαλής της “Χούντας των Στρατηγών” που επρόκειτο να κινηθεί την 22.4.1967 (το μυστικό της προδόθηκε όμως στην “Χούντα των Συνταγματαρχών”, πιθανότατα από τον συμμέτοχο και στις δύο συνωμοσίες Ζωϊτάκη),ο οποίος είχε απρόθυμα προσχωρήσει στην 21η Απριλίου. Κατά την επίσκεψή του επιδόθηκε σε δημόσιες δηλώσεις περί Ενώσεως, και μάλιστα “… έστω και αν αι συνομιλίαι του Έβρου απέδειξαν άκαμπτον και αρνητικήν την στάσιν της Τουρκίας”. Ακόμη και ο Βασιλεύς είχε κρίνει σκόπιμο να μην υστερήσει στην πλειοδοσία αμετροεπών δηλώσεων, διακηρύσσοντας την 25.9.1967 στο Πανελλαδικό Συνέδριο της ΑΔΕΔΥ ότι “Η πλήρης Ένωσις της Κύπρου με την Ελλάδα θα γίνη”.

Ταυτόχρονα, η πίεση κατά των Τουρκοκυπρίων αυξανόταν, με στοχευμένα επεισόδια, ενώ την 31.10.1967 συνελήφθη κατά την άφιξή του με άκατο από την Τουρκία, ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής οργανώσεως ΤΜΤ, Ραούφ Ντενκτάς. Επρόκειτο αναμφίβολα για σοβαρή πρόκληση προς την Τουρκία. Η Δικτατορία εβάδιζε πλέον σε επικίνδυνες ατραπούς, χωρίς να είναι βέβαιο αν είχε σχέδιο.

Τα ελληνικά F-5A ήταν ο τύπος που σήκωσε το βάρος της αναχαίτισης των τουρκικών τεράστιας κλίμακος προκλήσεων της 08.11.1967 στο Αιγαίο.

Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία σχημάτισε την πεποίθηση ότι η Ελλάς προτίθεται να εκβιάσει την Ένωση στρατιωτικώς επί του πεδίου, και κινήθηκε αναλόγως: Κατά τη μαρτυρία του τότε Αρχηγού 28ου ΑΤΑ, Αντιπτεράρχου Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, την 8.11.1967, και ενώ λόγω εορτής των Ταξιαρχών τα πολεμικά αεροδρόμια φιλοξενούσαν το κοινό και πραγματοποιούσαν επιδείξεις, εκδιπλώθηκε αίφνης, για πρώτη φορά από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923, σαρωτικό κύμα τουρκικών παραβιάσεων στο Αιγαίο, από τη Σαμοθράκη μέχρι το Καστελλόριζο, φθάνοντας έως το Άγιο Όρος και τη Εύβοια. Η ΕΒΑ τέθηκε σε επιφυλακή και ξεκίνησε αναχαιτίσεις. Οι παραβιάσεις συνεχίσθηκαν και την επομένη, με την ΕΒΑ να αντιδρά πιο οργανωμένα.

Ο Αναγνωστόπουλος με διάβημά του προς το AIRSOUTH του ΝΑΤΟ στη Νάπολι της Ιταλίας έθεσε διορία στους Αμερικανούς διοικητές να συνετίσουν την Τουρκία, άλλως θα εφήρμοζε τα προβλεπόμενα, δηλαδή καταρρίψεις από το πρωί της 10.11.1967. Πράγματι, οι παραβιάσεις έπαυσαν, και δεν επαναλήφθηκαν παρά τον Ιούλιο του 1974 (Μήτσαινας, ό.π., σ. 109-112). Προφανώς, οι Τούρκοι είχαν στείλει το μήνυμά τους και είχαν συλλέξει τις πληροφορίες που ήθελαν (χρόνους αντιδράσεως της ΕΒΑ, κάλυψη ραντάρ, διαδικασίες κλπ).

Το τέμενος της Κοφίνου, επικέντρου των δραματικών γεγονότων του Νοεμβρίου 1967. Το κάποτε αμιγώς τουρκοκυπριακό χωριό κατοικείται σήμερα από Ελληνοκυπρίους πρόσφυγες από τα Κατεχόμενα, ενώ οι κάτοικοί του έχουν εγκατασταθεί στο κατεχόμενο Λευκόνοικο.

Τελικώς, αντί των προσδοκωμένων εθναρχικών δαφνών για τη Δικτατορία, ακολούθησε η ελληνοτουρκική κρίση του Νοεμβρίου 1967 επ’ αφορμή της πολύνεκρης επέμβασης της Εθνικής Φρουράς υπό τον Στρατηγό Γεώργιο Γρίβα στα χωρία Κοφίνου / Αγ. Θεοδώρων Επαρχίας Λάρνακας Κύπρου στις 15/16.11.1967, προς εξουδετέρωση θυλάκων της τουρκοκυπριακής ένοπλης οργάνωσης ΤΜΤ, η οποία έβαλλε συστηματικά κατά των αυτοκινήτων που διέρχονταν από την Εθνική Οδό Λεμεσσού – Λάρνακας, έχοντας πρακτικώς αποκόψει τις δύο πόλεις.

Η πρόκληση των Τουρκοκυπρίων ήταν πράγματι πολύ ιταμή για να αγνοηθεί, και εκώλυε την άσκηση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας επί τμήματος της επικρατείας της. Και μάλιστα όχι με τη μορφή του “αβάτου” των τουρκοκυπριακών θυλάκων για τη δημόσια δύναμη, με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία είχε κατά το μάλλον ή ήττον συμβιβασθεί, αλλά με ανάληψη του ελέγχου εθνικών οδών και παρεμπόδιση των συγκοινωνιών μεταξύ μεγάλων αστικών κέντρων.

Η επέμβαση της Ε.Φ. στην Κοφίνου ήταν επιμελώς προσχεδιασμένη από το ΓΕΣ στην Αθήνα. Χρόνια αργότερα, η άποψη του Έλληνος πρωθυπουργού Ανδρέα Γ. Παπανδρέου και η σύμφωνη γνώμη του διαδόχου του Κων. Μητσοτάκη, ενώπιον της Βουλής το 1986 (στην εξεταστική Επιτροπή για τον “Φάκελο της Κύπρου”), ήταν ότι οι σχετικές διαταγές δεν ήταν εις γνώσιν του Προέδρου Μακαρίου, δεν έχει τύχει κάποιας τεκμηρίωσης ως σήμερα. Τουναντίον, είναι γνωστό ότι ο υπουργός Εσωτερικών και Αμύνης του Μακαρίου, Πολύκαρπος Γεωρκάτζης, διαχρονικά ο ισχυρότερος άνδρας στην Κύπρο μέχρι την ανεξιχνίαστη δολοφονία του το 1970, πίεζε προς την κατεύθυνση της επέμβασης.

Σε κάθε περίπτωση, την ευθύνη για όσα συνέβησαν (ακρότητες και κατ’ αμάχων, λεηλασίες, εκατοντάδες Τουρκοκυπρίων αστέγων) αντικειμενικώς φέρει ο Γρίβας, ως διοικητής επί του πεδίου, φωτογραφηθείς άλλωστε σε καφενείο του χωρίου με τη λήξη της μάχης.

Σουηδοί Κυανόκρανοι του ΟΗΕ περιπολούν στην Κοφίνου την εποχή των γεγονότων. Η οδοσήμανση στο σταυροδρόμι καθιστά φανερή τη στρατηγική σημασία του χωρίου.

Η αιματηρή σύγκρουση πυροδότησε πάνδημες διαδηλώσεις στην Τουρκία, με παλλόμενα από εκδικητική μανία έξαλλα πλήθη να αξιώνουν την κατάληψη των Αθηνών. Πράγματι, ήδη τα ξημερώματα της 17.11.1967, κατόπιν μαραθώνιας συνεδρίασης, η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση με παμψηφία εξουσιοδότησε την Κυβέρνηση της Τουρκίας να κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα, αν δεν αποσπούσε από την τελευταία τα κατά την κρίση της εχέγγυα προστασίας των Τουρκοκυπρίων. Μεταξύ αυτών ανάκληση του Γρίβα στην Ελλάδα, και διάλυση όχι μόνο της Ελληνικής Μεραρχίας “Μ”, αλλά και της Εθνικής Φρουράς της ίδιας.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ – 15 Νοεμβρίου 1967: «Επιχείρηση Γρόνθος», τα γεγονότα της Κοφίνου στην Κύπρο

Η απόφαση του ΓΕΣ για σκληρή δράση της Ε.Φ. κατά της Κοφίνου στην Κύπρο, αλλά και τα γεγονότα που προηγήθηκαν όπως η σύλληψη του Ντενκτάς, απηχούσαν διαθέσεις χαμηλόβαθμων ιδίως αξιωματικών του ΕΣ προσκείμενων στη Δικτατορία, οι οποίοι επρέσβευαν μια πολιτική πυγμής έναντι της Τουρκίας και θεωρούσαν δυνατή την επικράτηση της Ελλάδος έναντι αυτής σε ένα σενάριο Blitzkrieg, κατά το πρότυπο του προσφάτου τότε Πολέμου των Εξ Ημερών. Σε αυτήν αποδίδεται και η παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών της δικτατορικής κυβερνήσεως Κόλλια, του 70χρονου διπλωμάτη καριέρας Παύλου Οικονόμου – Γκούρα ήδη την 3.11.1967, ελάχιστες ημέρες μετά τη σύλληψη Ντενκτάς. Ο Οικονόμου – Γκούρας, δις υπουργός Εξωτερικών και στο παρελθόν, είχε υπηρετήσει στις πρεσβείες της Ελλάδος σε Άγκυρα και Washington, καθώς και ως πρέσβυς της Ελλάδος στον ΟΗΕ και γνώριζε εις βάθος τα ζητήματα.

Αξιοσημείωτες είναι οι πειστικές ενδείξεις ότι η Ελλάς ανέμενε εφ’ όλου του μετώπου στρατιωτική αντίδραση της Τουρκίας στην άλωση της Κοφίνου: Από άρθρο του Θέμη Βρανά στο πρώτο τεύχος του βραχύβιου, ανεπανάληπτης διεθνώς ποιότητος περιοδικού “Πτήση & Διάστημα – Ιστορία”, που εξεδίδετο υπό τη διεύθυνση του Φαίδωνος Καραϊωσηφίδη περί τα μέσα της δεκαετίας του 2000, πληροφορούμαστε (σ. 48) ότι το ΓΕΑ διέταξε στις 16.11.1967, δηλαδή ήδη προ του ψηφίσματος της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως, την ενεργοποίηση αποσυρθέντων, αλλά διατηρουμένων σε ενεργό κατάσταση στην Α.Β. Ελευσίνας, αναχαιτιστικών North American F-86D Sabre Dog προς συγκρότηση του 821 Σμήνους Παντός Καιρού, με οπλισμό όχι μόνο τις τυπικές ρουκέτες των 2,75″ αλλά και δύο βλήματα GAR-8 (AIM-9B Sidewinder) με αποστολή την αεράμυνα της πόλεως των Αθηνών ημέρα και νύκτα.

F-86D Dog Sabre της ΕΒΑ στο τυπικό καμουφλάζ ΝΑΤΟ της όψιμης υπηρεσίας του (φωτό HAF Spokesman).

Ταυτόχρονα, όλη η ΕΒΑ τέθηκε σε κατάσταση επιφυλακής και διατάχθηκε η διασπορά των μοιρών της ως μέσο προστασίας από αιφνιδιαστική εχθρική αεροπορική προσβολή των κυρίων βάσεων της. Έτσι, για παράδειγμα, από τη δύναμη της 111 Π.Μ. στη Νέα Αγχίαλο, που με τα F-5A διέθετε τον νεότατο τότε τύπο της ΕΒΑ και αναμφίβολα τον μοναδικό κατάλληλο για εναέρια μάχη, η 341 Μοίρα μετεστάθμευσε στη Μίκρα Θεσσαλονίκης, η δε 343 Μοίρα στο Ηράκλειο.

Σχηματισμός τεσσάρων άβαφων F-5A της ΕΒΑ στη δεκαετία του ’60, με οπλισμό 2 βλήματα αέρος – αέρος GAR-8 (AIM-9B Sidewinder) και με τρεις εξωτερικές δεξαμενές καυσίμου (φωτό HAF Spokesman).

Μετά από μια περίοδο έκδηλης αμηχανίας, κατά την οποία τα καθήκοντα του υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδος ήσκησε ο πρωθυπουργός Κόλλιας (του οποίου η προηγούμενη εμπειρία ως Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου δεν παρείχε κάποια εχέγγυα εξοικείωσης με το καυτό χαρτοφυλάκιο), διορίστηκε την 20.11.1967 υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος ο Παναγιώτης Πιπινέλης. Προδικτατορικώς ηγέτης της ακροδεξιάς πτέρυγος της Ε.Ρ.Ε., “νέμεσις” του ηγέτου της τελευταίας Παναγιώτη Κανελλόπουλου και θερμός επί έτη υποστηρικτής της κηρύξεως δικτατορίας από τον Βασιλέα, κατεύθυνση προς την οποία πραγματοποιούσε ανερυθρίαστα δημόσια και παρασκηνιακά διαβήματα.

Ο Πιπινέλης, υψηλής γερμανικής παιδείας διπλωμάτης καριέρας από τα 23 του, είχε υπηρετήσει ως πρέσβης της Ελλάδος σε σλαυϊκά κράτη προπολεμικώς, στη Μόσχα και στο Λονδίνο διαρκούσης της Κατοχής, ως διευθυντής του Πολιτικού Οίκου του Βασιλέως Γεωργίου του Β’ μεταπολεμικώς, ως πρώτος μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ το 1952, ως Υπουργός Εξωτερικών αλλά και ως Πρωθυπουργός (μετά την παραίτηση Καραμανλή το 1963).

Ήταν ίσως ο Έλλην με το μεγαλύτερο πλέγμα γνωριμιών στο σύστημα του Ατλαντισμού, μόνιμος προσκεκλημένος στις συναθροίσεις του Bilderberg Club, τότε ατύπου think tank του χώρου. Περιγράφεται από επιμέρους όψεις της ιστορικής έρευνας αφενός ως εμβριθής γνώστης της λεγομένης “Ξενοκρατίας”, ήτοι της σταθεράς και ασφυκτικής εξαρτήσεως της Ελλάδος από τον αγγλοσαξωνικό παράγοντα κατά τη μεταπολεμική περίοδο, αφετέρου ως θιασώτης της: Είχε την εδραία πεποίθηση ότι ο ρόλος της Ελλάδος ήταν η απόλυτη υποταγή στο ΝΑΤΟ, και θεωρούσε όχι απλώς ανεκτό, αλλά επιβεβλημένο να ενδίδει η Ελλάς στην Τουρκία χάριν ενότητος του ΝΑΤΟ.

Η απαράμιλλη εμπειρία του ήταν υπό τις περιστάσεις πολύτιμη, αν και οι κρατούντες προσέφυγαν σε αυτήν σε όψιμο στάδιο, και αφού είχαν αφρόνως φέρει την Ελλάδα στη γωνία. Διαχρονικώς ωστόσο, η προδιάθεσή του τον καθιστούσε αμφίβολης αξιοπιστίας σύμβουλο (και κατά μείζονα λόγω διεθνή εκπρόσωπο της χώρας), αφού δυσχερώς μπορούσε να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι η νομιμοφροσύνη του ήταν προεχόντως προς τα προτάγματα του Ατλαντισμού (αντικομμουνιστική σταυροφορία, ευθυγράμμιση της Ευρώπης με τον αγγλοσαξωνικό κόσμο) και δευτερευόντως και μόνο προς τα αμιγώς εθνικά συμφέροντα της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή και μόνο του προσώπου του Υπουργού Εξωτερικών προκατελάμβανε το αποτέλεσμα της κρίσεως, και αποτελούσε δήλωση καλής θελήσεως – για να καταφύγουμε στον τετριμμένο ευφημισμό – προς την Τουρκία και τη Συμμαχία.

Παναγιώτης Πιπινέλης (1899-1970).

Με την απειλή πολέμου ενεργή, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Lyndon B. Johnson έστειλε προς αποσόβησή του ως διαμεσολαβητή τον υφυπουργό Άμυνας Cyrus Vance, επιφανέστατο δικηγόρο της Νέας Υόρκης, βαθύτατα δικτυωμένο με όλη την αφρόκρεμα της αμερικανικής διπλωματίας και των μυστικών υπηρεσιών (που ήταν άλλωστε συμφοιτητές του στο Yale Law School και μέλη, όπως ο ίδιος, της εκεί πανίσχυρης μυστικής φοιτητικής αδελφότητος ανδρών “Scroll and Key”). Το όνομά του θα γινόταν συνώνυμο της διαμεσολαβητικής διπλωματίας κατά τις επόμενες δεκαετίες, και επί Προεδρίας Carter θα καθίστατο κεφαλή του State Department.

Ήδη προ της αφίξεως του διαμεσολαβητού, και σε μια πρώτη ελληνική κίνηση καλής θέλησης, ο Γρίβας ανακλήθηκε στην Αθήνα την 19.11.1967. Ο Vance επισκέφθηκε την Άγκυρα την 24.11.1967 και την Αθήνα την επομένη, δηλώνοντας στον Πιπινέλη ευθαρσώς ότι οι ΗΠΑ δεν θα επενέβαιναν προς αποσόβηση τουρκικής αποβάσεως στην Κύπρο, όπως είχαν πράξει το 1964.

Ο Cyrus Vance με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο την εποχή των γεγονότων.

Ο ισχυρός ανήρ Παπαδόπουλος και ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος Β’ συμφώνησαν ότι ο πόλεμος πρέπει να αποκλεισθεί. Ο Βασιλεύς τηρούσε τη στάση αυτή είτε από αγωνία ενόψει του συσχετισμού των δυνάμεων, ή λόγω κοινής πρόσληψης των πραγμάτων με τον Πιπινέλη, Ηρακλή άλλωστε του Στέμματος. Η Τουρκία δεν είχε μεν τον αποβατικό στόλο του 1974, και η Ελλάς ήταν αντίστοιχα ισχυρότερη του 1974 επί του εδάφους της Κύπρου. Αλλά κατά τα λοιπά ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν ήταν ευμενής, ιδίως στον Έβρο και στα νησιά του Αιγαίου, και κυρίως στο αεροπορικό όπλο. Πάντως, η τότε στρατιωτική ηγεσία διατηρούσε την εδραία πεποίθηση ότι η Ελλάς ήταν σε θέση να κατισχύσει σε ενδεχόμενη σύγκρουση.

Ο Πιπινέλης επέσειε και τον κίνδυνο της εκμετάλλευσης της σύρραξης από τη Βουλγαρία, ώστε αυτή να καταλάβει την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ένα ενδεχόμενο που δεν τεκμηριώθηκε ποτέ, αλλά έπαιξε πάντως τον παραλυτικό ρόλο του, όπως άλλωστε και το 1974. Τον συνήθη αυτόν επιχειρηματολογικό τόπο του ελληνικού Ατλαντισμού ενίσχυσε, με τη χαρακτηριστική του επιτηδειότητα, ο Vance, απαντώντας στην ερώτηση του Βασιλέως περί του τι θα πράξουν οι ΗΠΑ αν, διαρκούσης ελληνοτουρκικής συρράξεως, συντελεσθεί εισβολή της Βουλγαρίας ή της Γιουγκοσλαυϊας στην Ελλάδα: “Η Κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν μπορεί να δεσμευθεί για το ζήτημα”, απήντησε κυνικά στον Μονάρχη ο διαμεσολαβητής. Αυτή η ίδια η προβλεπομένη στο άρθρο 5 του Οργανισμού της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού δέσμευση συνδρομής, και μάλιστα επί επιθέσεως από κράτος – μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ετίθετο λοιπόν εν αμφιβόλω: Η Ελλάς δεν θα έπρεπε να ελπίζει ότι οι ΗΠΑ θα εκάλυπταν τα νώτα της αν δοκίμαζε να παίξει το χαρτί της με την Τουρκία.

Ο Παπαδόπουλος είχε έναν πιο πιεστικό λόγο να αποκλείει τον πόλεμο: Αποκαλύφθηκε ότι δεν γνώριζε από διπλωματία, αλλά πολιτικό αισθητήριο διέθετε και με το παραπάνω. Αντιλαμβανόταν ότι μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση μπορεί να επιρρίψει τη στρατιωτική ήττα στους στρατιωτικούς. Η δική του όμως ήταν στρατιωτική. Ο Στρατός, ήδη από τη Μικρασιατική Καταστροφή, και το αργότερο από το 1935 με τις εκκαθαρίσεις Κονδύλη, αναμόχλευε την Ελλάδα και ασκούσε κάθε νοητή πολιτική παρέμβαση πλην της αποστολής του, άλλοτε ως αυτόνομος παράγων και άλλοτε ως όργανο του Στέμματος (διαβόητη η προπετής απαίτηση του Βασιλέως Παύλου προς τον Στρατάρχη Παπάγο να υποσχεθεί ότι δεν θα πολιτευθεί).

Αν, στην πρώτη του μετά το Μικρασιατικό κλήση στο κατά προορισμόν και κατά νόμον καθήκον του έναντι της μείζονος απειλής για τον Ελληνισμό, ο Στρατός απετύγχανε, η πλήρης απονομιμοποίηση κάθε πολιτικού του ρόλου του θα ήταν άμεση. Βεβαίως, εξίσου πιθανή θα ήταν, σε περίπτωση στρατιωτικής ήττας, η ανατροπή της ηγετικής ομάδος της 21ης Απριλίου από την εξτρεμιστική βάση της, αλλά ο Παπαδόπουλος δεν φαινόταν να έχει συνείδηση του κινδύνου αυτού. Τουναντίον, μια διπλωματική ήττα θα γινόταν ευχερέστερα ανεκτή, ιδίως σε ένα περιβάλλον ελεγχόμενης πληροφόρησης, πολλώ μάλλον καθώς η δικτατορική κυβέρνηση δεν είχε να φοβηθεί την αποδοκιμασία της κάλπης.

Για την Τουρκία, κληρονόμο μιας αυτοκρατορίας με βαριά διπλωματική παράδοση, ήταν ευχερέστατο να ψυχογραφήσει αυτή την εγγενή αδυναμία μιας στρατιωτικής κυβερνήσεως, που ιστορικώς ουδέποτε επιβιώνει στρατιωτικής ήττας, και να κλιμακώσει αναλόγως: Αποβατικά σκάφη άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Μερσίνα απέναντι από την Κύπρο, σχηματισμοί του τουρκικού Α’ Σ.Σ. στην περιοχή Αδριανουπόλεως εξήλθαν των στρατοπέδων και συγκεντρώθηκαν στους προβλεπομένους χώρους εξορμήσεως, ενώ καταγράφηκαν μετασταθμεύσεις πολεμικών μοιρών της ΤΗΚ απολύτως ενδεικτικές πλήρους πολεμικής κινητοποιήσεως.

Άβαφο F-104G της ΤΗK, με την εμφάνιση που είχε την εποχή των γεγονότων, όταν και αποτελούσε την αιχμή του δόρατός της. Τα τετράγωνα κόκκινα εθνόσημα με το λευκό περίγραμμα καταργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, αντικαθιστάμενα από τα συνήθη roundels σε κόκκινο/λευκό/κόκκινο, κατόπιν εισήγησης του ΝΑΤΟ, που έκρινε ότι τα γωνιώδη εθνόσημα εγκυμονούν κίνδυνο σύγχυσης με τα σοβιετικά (ερυθρός αστήρ σε λευκό περίγραμμα) στην “ομίχλη του πολέμου”.

Η Ελλάς, αισθανόμενη, πέραν της τουρκικής απειλής, και την πίεση των ΗΠΑ (όχι απλώς διπλωματική, αλλά και έμπρακτη, με παρακράτηση – σύμφωνα με δημοσιευμένες μαρτυρίες αξιωματικών της ΕΒΑ – φορτίων ανταλλακτικών για τα μαχητικά της ΕΒΑ, ιδίως ελαστικών και φιαλών JATO για τα F-84F που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της), αλλά και του συνόλου του αγγλοσαξωνικού κόσμου, τελικώς υπεχώρησε, με την Κυβέρνηση να αποδέχεται τη σχετική εισήγηση Πιπινέλη: Δέχθηκε την ανάκληση της Μεραρχίας “Μ” (“Μενέλαος”) από την Κύπρο, μεικτής σύνθεσης με δύο συντάγματα πεζικού, μια μοίρα καταδρομών και δύο ιλών τεθωρακισμένων, η οποία, με απόφαση της β’ κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου και με μύριες προφυλάξεις, είχε αφιχθεί στη μαρτυρική Μεγαλόνησο μετά τις δραματικές συγκρούσεις του Αυγούστου 1964 στην Τηλλυρία κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη Τούρκων και “συμμάχων”.

Στις 27.11.1967 ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε, U Thant, με δηλώσεις του έσπευσε να προκαταλάβει συμφωνία των μερών. Την 29.11.1967, σε σύσκεψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως υπό το Βασιλέα, αποφασίσθηκε ομοφώνως – κατόπιν αντιρρήσεων μόνον του Αντιπροέδρου και ΥΠΕΘΑ Γρηγορίου Σπαντιδάκη, που εκάμφθησαν από την επιμονή του Βασιλέως και του Γ. Παπαδοπούλου – η αποδοχή των τουρκικών όρων, και ο Vance αυθημερόν επισκέφθηκε τον Μακάριο για να του ανακοινώσει τις ειλημμένες αποφάσεις. Ακολούθησε στην Ελλάδα θυελλώδης ενημέρωση των ανωτάτων αξιωματικών του Στρατού από τον Σπαντιδάκη, κατά την οποία τόσο αυτός όσο και η κυβέρνηση αποδοκιμάσθηκαν ζωηρότατα, με βαριές κουβέντες όπως “Θα ντρεπόμαστε να κυκλοφορούμε με στολή για είκοσι χρόνια!”.

Εξεταζόμενοι από την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για το “Φάκελο της Κύπρου” στη δεκαετία του ’80, οι πρωταγωνιστές Γεώργιος Παπαδόπουλος και Κωνσταντίνος Κόλλιας απέδωσαν την αποχώρηση της Μεραρχίας “Μ” σε αμερικανικές πιέσεις και διετύπωσαν – αναμενόμενα ίσως – την κρίση ότι η παρουσία της δεν θα επαρκούσε για την απόκρουση του “Αττίλα” επτά χρόνια αργότερα. Πάντως, η αποχώρησή της, η οποία ήδη τον Ιανουάριο του 1968 είχε ολοκληρωθεί, εκλαμβάνεται σήμερα ως καίριος παράγων στην απόφαση της Τουρκίας να διεκδικήσει και επιτύχει τη de facto διχοτόμηση το 1974.

Η Μεραρχία “Μ” αποχωρεί από την Κύπρο σε συμμόρφωση προς το τουρκικό τελεσίγραφο …

Η ολοσχερής ικανοποίηση του τουρκικού τελεσιγράφου, με διάλυση και της Εθνικής Φρουράς, συνάντησε τη σθεναρή άρνηση του Μακαρίου, αλλά αποφεύχθηκε προεχόντως λόγω του ότι η συγκρότηση της Ε.Φ. προβλεπόταν από τις συστατικές Συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου, και δεν θα μπορούσε να διαλυθεί χωρίς τροποποίηση αυτών, με σύμπραξη όλων των συμβαλλομένων, ήτοι και της Βρετανίας. Η καταφρόνηση των εννόμων θέσεων και συμφερόντων της τελευταίας από τις ΗΠΑ στο Κυπριακό είναι ενδεικτική της απόλυτης συγκέντρωσης της ισχύος εντός του Δυτικού Συνασπισμού στην κεφαλή του.

Η δυσμενής για την Ελλάδα κατάληξη της Κρίσεως του Νοεμβρίου 1967 εξεδήλωσε δύο ακόμη δραματικές συνέπειες:

α) Κατά πρώτον, ενέσπειρε για πρώτη φορά το φόβο για τη στάση των ΗΠΑ ως προμηθευτού μείζονος υλικού σε περίπτωση πολέμου και αφετηρίασε την αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών, που επρόκειτο να αποτελέσει διαχρονική εθνική στρατηγική τόσο των δικτατορικών όσο και των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων: Ήδη το Μάιο του 1968 κλιμάκιο κορυφαίων ιπταμένων αξιωματικών (Ηλ. Τσαμουσόπουλος, Ιω. Χαντζήρης) της ΕΒΑ, υπό τον επιτελάρχη του 28ου ΑΤΑ Ταξίαρχο (Ι) Εδμόνδο Λάιτμερ, ευρίσκετο στο Bordeaux της Γαλλίας για πτήση εξοικείωσης με το Mirage III RD και με το γαλλικό τεχνολογικό πρότυπο (βλ. σχετικά Δημ. Στεργίου, Οι άγνωστες πτυχές της ελληνικής ιστορίας του Mirage F1, “Cockpit” τ. 53, Ιούλιος – Αύγουστος 2003, σ. 54, 56 επ.), αποκομίζοντας εξαιρετικές εντυπώσεις.

Η έκδοση αναγνώρισης με ραντάρ ντόπλερ υπό το ρύγχος, Mirage III RD, ήταν η πρώτη γνωριμία των Ελλήνων χειριστών με το σημαντικότερο ευρωπαϊκό αεροσκάφος της μεταπολεμικής ιστορίας.

Το ζήτημα ανεφάνη εκ νέου το Δεκέμβριο του 1971, όταν και πάλι κλιμάκιο κορυφαίων ιπταμένων αξιωματικών της ΠΑ (Ευστράτιος Καμπιώτης και Νίκος Κουρής), συνοδευόμενοι από τον πρώην Α/ΓΕΑ και ήδη αντιπρόσωπο της Dassault στην Ελλάδα Αντιπτέραρχο ε.α. Θεοδοσιάδη, μετέβη στη Γαλλία για να αξιολογήσει το τρίτο πρωτότυπο του Mirage F1 (Στεργίου, ό.π., σ. 54, 59 επ.). Και πάλι οι Γάλλοι δεν είχαν τύχη, καθώς επεκράτησε το F-4E Phantom II, για το οποίο το Μάρτιο του 1972 ετέθη παραγγελία 36 αεροσκαφών.

Η πολιτική διαφοροποίησης των πηγών εξοπλισμού βρήκε πάντως εφαρμογή ήδη επί δικτατορικής Κυβερνήσεως Γ. Παπαδοπούλου, οπότε και παραγγέλθηκαν 4 πυραυλάκατοι Combattante II (MM.38 Exocet), 204 άρματα μάχης ΑΜΧ-30 και 105 ΤΟΜΑ ΑΜΧ-10Ρ από τη Γαλλία, καθώς και 4 υποβρύχια Typ 209/1100 από τη Γερμανία. Ακολούθησε η παραγγελία των 40 Mirage F1CG από τη δικτατορική κυβέρνηση Α. Ανδρουτσοπούλου (Δικτατορία Δημ. Ιωαννίδη), τον Ιούνιο του 1974.

Το Mirage F1CG, εμβληματικός τύπος της προσπάθειας μερικής χειραφέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων από τις ΗΠΑ ως προμηθεύτριας χώρας, εδώ με σπάνια φόρτωση αποστολής αέρος – εδάφους, η οποία ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε επιχειρησιακώς και δεν ήταν φυσικά εντεταγμένη ούτε και στο εκπαιδευτικό curriculum (φωτογραφία Πολεμική Αεροπορία μέσω @HAFspokeman).

β) Κατά δεύτερον, η – εκληφθείσα ως εθνική ταπείνωση – αποχώρηση της Μεραρχίας “Μ”, αποξένωσε οριστικά την ηγετική ομάδα του Γεωργίου Παπαδοπούλου από τους νεότερους, μισαλλόδοξους και αδιάλλακτους αξιωματικούς, που αποτελούσαν τη “βάση” του κινήματος της 21ης Απριλίου, και οι οποίοι είχαν ως σημείο αναφοράς τον Δημήτριο Ιωαννίδη.

Η ομάδα αυτή, η οποία ήδη από την ημέρα του πραξικοπήματος ασχημονούσε ενόσω ο δεσμώτης Βασιλεύς συνομιλούσε με τους πρωταιτίους στο Πεντάγωνο, και η οποία αξίωνε εκτελέσεις πολιτικών ανδρών και άλλες ακρότητες, αποξενώθηκε έτι περαιτέρω από τον Δικτάτορα συν τω χρόνω, σκανδαλιζόμενη από την εγγύτατη σχέση του δικτάτορος και της συζύγου του με κοσμοπολίτες μεγιστάνες, όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης και ο καθηγητής Στρατής Ανδρεάδης, από τα κρούσματα διαφθοράς και ιδίως από τη συγκρότηση της κυβέρνησης Μαρκεζίνη το 1973.

Η εγγύτατη σχέση του Γεωργίου Παπαδοπούλου με τον Αριστοτέλη Ωνάση είναι βέβαια πασίγνωστη στην ελληνική κοινή γνώμη, λόγω της παραχωρήσεως της περίφημης επαύλεως του μεγιστάνος στο Λαγονήσι στον Δικτάτορα και στη σύζυγό του Δέσποινα για προσωπική τους χρήση, αλλά και των παρεμβάσεων του Δικτάτορος υπέρ του Ωνάση που σκανδάλιζαν ακόμη και το Επαναστατικό Συμβούλιο, οδηγώντας τον στα πρόθυρα πλήρους ρήξεως με τον Υπουργό Συντονισμού και εκ της ηγετικής τριανδρίας της 21ης Απριλίου, Νικόλαο Μακαρέζο. Ωστόσο…
… τη στενή σχέση της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου με την τάξη των Ελλήνων μεγιστάνων προσωποποιεί προεχόντως ο καθηγητής Στρατής Ανδρεάδης (1905-1989), ισχυρότερος οικονομικός παράγων στην ιστορία της Ελλάδος, εικονιζόμενος εδώ σε δείπνο με την επί δεκαετίες απολύτως αφοσιωμένη σύντροφό του Ντορέτ Καραϊωσηφόγλου, της γνωστής οικογενείας των “Μύλων Αγίου Γεωργίου”, επί δεκαετίες μεγαλύτερης μονάδος τροφίμων της χώρας. Ο διδάκτωρ της Σορβόννης, γόνος χιώτικης εφοπλιστικής οικογενείας Ανδρεάδης και η μεγαλωμένη ως οικότροφος σε λαμπρά σχολεία Ελβετίας και Βρετανίας Ντορέτ άμεσα αντιλήφθηκαν τον πληβειακό χαρακτήρα του κινήματος της 21ης Απριλίου και το έλλειμμα νομιμοποίησής του, και μοιράσθηκαν ρόλους: Ο Στρατής Ανδρεάδης, πρακτικώς ισόβιος Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών μέχρι την αυτοεξορία του στο Παρίσι το 1976, θα προσέδιδε στον Γεώργιο Παπαδόπουλο τα διαπιστευτήρια της επιχειρηματικής κοινότητος ως insignia πολιτικής νομιμοποίησης και εχέγγυο σοβαρότητος (πράγματι, αναγόρευσε, μεταξύ άλλων, τον Γ. Παπαδόπουλο, επίτιμο πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών). Η Ντορέτ Καραϊωσηφόγλου, με τον παροιμιώδους άνεσης κοσμοπολιτισμό της, θα εισήγε το “πρώτο ζεύγος” στα σαλόνια της ελληνικής και διεθνούς υψηλής κοινωνίας. Με την ανατροπή Παπαδοπούλου από τον Δημ. Ιωαννίδη (25.11.1973) ο Ανδρεάδης έπεσε σε δυσμένεια, και η άδεια σύστασης των “Ελληνικών Διυλιστηρίων STRAN” στην Πάχη Μεγάρων που του είχε παραχωρηθεί επί Παπαδοπούλου παρά το τεράστιο πολιτικό κόστος (εξαιρετικά μαχητική κινητοποίηση Μεγαρέων κατά των επισπευδομένων απαλλοτριώσεων) ανακλήθηκε. To 1997, το Δημόσιο κατέβαλε αποζημίωση 31 εκ $ στους κληρονόμους του Ανδρεάδη για την ως άνω υπόθεση, σε συμμόρφωση με διαιτητική απόφαση. Το 1976, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επρόκειτο να “εκτελέσει” κυριολεκτικά τον Στρατή Ανδρεάδη, δημεύοντας δι’ ατομικού νόμου (Ν. 431/1976) την Εμπορική Τράπεζα. Ο Ανδρεάδης, καίτοι ευφυέστατος επιχειρηματίας και καθηγητής δημοσίου δικαίου στην ΑΣΟΕΕ, είχε υποπέσει στο ολέθριο σφάλμα να διαρθρώσει τον κολοσσιαίο όμιλό του με την Εμπορική Τράπεζα ως holding company όλων των συμμετοχών του: Χάνοντας την Εμπορική, έχασε τα πάντα.

Ο σπόρος της μοιραίας 25ης Νοεμβρίου 1973 και των όσων ακολούθησαν, με πρωταγωνιστή τον Δημήτριο Ιωαννίδη, είχε λοιπόν τεθεί εκείνον τον δραματικό Νοέμβριο του 1967 (πρβλ. και Αλ. Παπαχελά, Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974, Αθήνα 2021, σελ. 37 επ.)

Το κατά πόσον η οριστική ματαίωση της προμηθείας των C-130E (αλλά και των C-119G) για την ΕΒΑ τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ως άνω ακολουθία γεγονότων μένει να αποδειχθεί από τον ιστορικό του μέλλοντος, εφόσον αποκαλυφθούν τεκμήρια στα αρχεία των ΗΠΑ. Οπωσδήποτε, τα αποδεσμευθέντα κατόπιν της ελληνικής συμμορφώσεως F-5A/Β και UH-1H δεν μπορούσαν, σε αντίθεση με τα βαρέα μεταγωγικά, να φθάσουν στην Κύπρο.

Η φαινομενικώς κυνική παρατήρησή μας αυτή, όπως και η αμέσως προηγούμενη υπόθεση εργασίας, δεν ευρίσκονται στη σφαίρα της εικοτολογίας, αλλά ερείδονται στην ιστορική καταγραφή δύο διακριτών τάσεων εντός της αμερικανικής διπλωματίας σε σχέση με το Κυπριακό και τη θέση της Ελλάδος, όπως αυτές κατεγράφησαν ελάχιστα χρόνια αργότερα, το 1972, με αφορμή την προμήθεια των 36 αεροσκαφών F-4E Phantom II από την Ελλάδα, των πρώτων και μόνων (έως τότε) που είχαν δυνατότητα πτήσης προς την Κύπρο, παραμονής ύπερθεν αυτής για διάστημα ικανό για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων κρούσεως ή αεροπορικής υπεροχής, και επιστροφής σε ελληνικά αεροδρόμια.

Με τηλεγράφημά του από την Αμερικανική Πρεσβεία Λευκωσίας της 14.01.1972, ο εκεί πρέσβυς των ΗΠΑ προειδοποιεί τους πολιτικούς του προϊσταμένους στο State Department: “Η αγορά από την Ελλάδα των αεροσκαφών F-4 θα αλλάξει τη ισορροπία και μπορεί να αποσταθεροποιήσει τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. (…) Αν διαδοθούν τα νέα πως οι Έλληνες αγοράζουν αεροσκάφη τα οποία μπορούν να επιχειρήσουν πάνω ή κοντά στην Κύπρο για να κάνουν αναχαιτίσεις ή επιθέσεις σε στόχους, τότε η ψυχολογία, αν όχι η στρατιωτική ισορροπία στην Κύπρο, θα αλλάξει σημαντικά”. (τηλεγράφημα 5537 από Πρεσβεία Λευκωσίας προς State Dept., Department of State Central Files, RG-59 – National Archives, εις Αλ. Παπαχελά, Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967-1974, Αθήνα 2021, σελ. 144 επ. και 585 υποσημ. 105).

Καλούμενος προφανώς να λάβει θέσει στις προειδοποιήσεις αυτές, ο Πρέσβυς των ΗΠΑ στην Αθήνα, Henry Taska, απαντούσε στο State Department την 17.1.1972 ότι Υπάρχουν οικονομικοί και στρατηγικοί λόγοι για τους οποίους είναι καλύτερο για τις ΗΠΑ να επιλέξει η Ελλάδα F-4 και όχι Mirage“. Εξηγώντας ότι η Ελλάς θα πλήρωνε με δικά της χρήματα, και όχι με δωρεάν στρατιωτική βοήθεια, για τα αεροσκάφη αυτά, ο πρέσβυς  ανασκεύαζε την επιχειρηματολογία του συναδέλφου του στη Λευκωσία ως εξής: “Το επιχείρημα περί ανατροπής της στρατιωτικής ισορροπίας αγνοεί ότι η στρατιωτική ισορροπία κλίνει πολύ υπέρ των Τούρκων. (…) Όλες οι συνομιλίες διεξάγονται με βάση τη γνώση της Τουρκίας ότι κρατάει τα περισσότερα στρατιωτικά “χαρτιά”, Η απειλή της πλήρους τουρκικής αεροπορικής υπεροχής μοιάζει σε μας με μια “δαμόκλειο σπάθη”. Αν μη τι άλλο, η απόκτηση των F-4 από την Ελλάδα θα βελτιώσει, ψυχολογικά τουλάχιστον, την ισορροπία δυνάμεων στην Κύπρο”. (τηλεγράφημα 4721 από Πρεσβεία Αθηνών προς State Dept., Department of State Central Files, RG-59 – National Archives, εις Αλ. Παπαχελά, ό.π., σελ. 144 επ. και 585 υποσημ. 106).

Είναι προφανές ότι στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μια σχολή του σκέπτεσθαι θεωρούσε εχέγγυο ειρήνης τον παραλυτικό φόβο της Ελλάδος και των Ελληνοκυπρίων για την Τουρκία (ως αποτρεπτικό παράγοντα κινήσεων εις βάρος της τουρκοκυπριακής μειονότητος, που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν σύρραξη), ενώ μια άλλη σχολή θεωρούσε αντίθετα εχέγγυο ειρήνης το να γνωρίζει η Τουρκία ότι δεν μπορεί να εισβάλει κατ’ ευχέρειαν στην Κύπρο. Βαρυσήμαντο και το ότι στην επιχειρηματολογία υπέρ της παροχής των Phantom στην Ελλάδα εξαίρεται η ανάγκη αποτροπής της εξοπλιστικής χειραφέτησης της χώρας δια της προμηθείας των Mirage. Οι θέσεις των αμερικανών διπλωματών είναι τόσο ξεκάθαρες, που πραγματικά ο σχολιασμός παρέλκει.

Η ΕΒΑ εισερχόταν λοιπόν στη δεκαετία του ’70 στηριζόμενη στις ιστορικές Ντακότες, εκ των πραγμάτων ολοκληρωτικά ανίκανη όχι μόνο να συνδράμει τον Κυπριακό Ελληνισμό σε ενδεχόμενη μείζονα εθνική περιπέτεια, αλλά ακόμη και να εξασφαλίσει την αερομεταφορά ογκωδών φορτίων (π.χ. τζετ κινητήρων) μεταξύ βάσεων της. Ενίσχυση νήσων του Αιγαίου και αεροδιακομιδή τραυματιών σε άξια λόγου κλίμακα ήταν επίσης, με μόνα τα C-47, φενάκη.

20 έτη μετά την εποποιία της ΕΒΑ στην Κορέα με το σμήνος των C-47, που μεταξύ άλλων έσωσαν, πετώντας από παγωμένους δρόμους, δεκάδες τραυματίες Αμερικανούς Πεζοναύτες από την κόλαση του Chosin Reservoir (Koto-Ri & Hagaru-Ri), η ΕΒΑ έπρεπε να βασίζεται ακόμη στον απηρχαιωμένο πλέον τύπο ελλείψει διαδόχου. Στη φωτογραφία ο θρυλικός “Ποσειδών”, βετεράνος της Κορέας και μια από τις δύο τελευταίες Ντακότες του 355/1 Σμήνους Τακτικών Μεταφορών που αποσύρθηκαν στη Θεσσαλονίκη προ ετών μετά από ευδόκιμη υπηρεσία άνω των 50 ετών. (φωτογραφία Πολεμική Αεροπορία μέσω @HAFspokeman).

Στο στάδιο εκείνο, το εμπάργκο των ΗΠΑ λόγω Δικτατορίας ήταν πλέον ένα φύλλο συκής και μόνον: Στις 23.1.1968 ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα δήλωσε expressis verbis ότι οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν το καθεστώς της 21ης Απριλίου. Ένα χρόνο αργότερα, στις 20.1.1969 ορκίσθηκε Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Richard Nixon, ο οποίος είχε πολύ ευμενέστερη προδιάθεση έναντι της Δικτατορίας από τον προκάτοχό του, που απλώς τηρούσε βέβαια κάποια προσχήματα. Στις 28.3.1969 παρευρέθησαν στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ για την κηδεία του Προέδρου Eisenhower ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος – εξόριστος μεν, αλλά όχι ακόμη έκπτωτος – και ο Υπουργός Εσωτερικών Παττακός, αλλά ο Πρόεδρος Νixon δέχθηκε σε ακρόαση μόνο τον δεύτερο, σε μια εύγλωττη κίνηση πλήρους στήριξης του καθεστώτος. Τέλος, στις 22.9.1970 ήρθη και τύποις το αμερικανικό εμπάργκο, που επί της ουσίας είχε ατονήσει από το 1968, έχοντας όμως στο μεταξύ αποτελέσει ιδεώδες πρόσχημα για αναδιαμόρφωση του συσχετισμού των δυνάμεων στη ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

O Αμερικανός Γερουσιαστής της Indiana (1959 – 1977) Vance Hartke, της φιλελεύθερης πτέρυγος του Δημοκρατικού Κόμματος, γνωστός για την αντίθεσή του στον Πόλεμο του Βιετνάμ και στην αμερικανική στήριξη σε αυταρχικά καθεστώτα, καθώς και για σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες στα πεδία της ιατρικής περίθαλψης του πληθυσμού και της προστασίας του καταναλωτή, επεχείρησε μια έρευνα – απολογισμό του αμερικανικού εμπάργκο στην Ελλάδα. Tα ευρήματά του μιλούν μόνα τους: Το εμπάργκο αφορούσε μόνο τα βαρέα όπλα, πράγμα πρόσφορο να πλήξει την αμυντική ικανότητα της χώρας αλλά όχι τον έλεγχο της Δικτατορίας επί των πολιτών, ενώ η διακύμανση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα είχε ως εξής: 126.400.000 $ για το έτος 1965, 89.500.000 $ για το 1966, 60.800.000 $ για το 1967, 55.000.000$ για το 1968 και 158.000.000 για το 1969 [βλ. σχετικώς, John Freeman (επιμ.), Ξενοκρατία – Το αποκαλυπτικό χρονικό των ξένων επεμβάσεων στην Ελλάδα (1944-1974), Αθήνα 1975, σ. 375].

Γ. Τα Noratlas ως “από μηχανής θεός”, ένας επώδυνος συμβιβασμός

Στο μεταξύ, στην Ευρώπη γινόταν – την ίδια περίπου περίοδο με το C-119 – μια φιλότιμη προσπάθεια για ένα χρηστικό αεροσκάφος τακτικών αερομεταφορών πεδίου μάχης, με δυνατότητα χρήσης ημιπροετοιμασμένων διαδρόμων, λειτουργική άτρακτο ικανή να λάβει μικρό όχημα και να εκτελέσει ρίψεις βαρέος υλικού (και πάλι όμως με clamshell doors και όχι ράμπα φόρτωσης), παρόμοιο σε γενική διάταξη με το C-119. Επρόκειτο για το γαλλικό Noratlas της κρατικής αεροπορικής βιομηχανίας Société nationale de constructions aéronautiques du Nord (ή απλώς Nord), με βάση το αεροδρόμιο της Bourges στο Νομό Cher της κεντρικής Γαλλίας.

Η ομοιότητα της γενικής διάταξης με το αμερικανικό C-119 δεν πρέπει να ξεγελά, επρόκειτο για αεροσκάφη τελείως άλλης κλάσεως:

Αντί για τα δύο “θηρία” Wasp Major των 3.500 ίππων έκαστος, το αεροσκάφος προωθείτο από ένα ζεύγος των κλασικών βρετανικών προπολεμικών αερόψυκτων αστεροειδών (14 κύλινδροι σε δύο σειρές των επτά) Bristol Hercules, πασίγνωστων ως κινητηρίων σκευών των Bristol Beaufighter, Handley Page Halifax, Short Stirling, Vickers Wellington & Avro Lancaster Mk. II, βαθμονομημένων στους 2.089 ίππους έκαστος, παραγομένων κατόπιν αδείας από τη γαλλική κρατική εταιρεία Société nationale d’études et de construction de moteurs d’aviation (εν συντμήσει SNECMA, τη σημερινή Safran).

Περαιτέρω, το αμερικανικό αεροσκάφος είχε μέγιστο μεικτό βάρος απογειώσεως 33.778 κιλών, ενώ αντίστοιχα το Noratlas 20.603 κιλών, με το ωφέλιμο φορτίο να ανέρχεται σε 12,7 τόννους και μόλις 6,8 τόννους αντιστοίχως. Το αμερικανικό αεροσκάφος έφερε 67 οπλίτες ή 35 φορεία, ενώ το γαλλικό 45 οπλίτες (ή 36 αλεξιπτωτιστές) ή 18 φορεία. Η ταχύτητα πλεύσεως των δύο ήταν παρόμοια, αλλά η οροφή και η εμβέλεια του αμερικανικού μεταγωγικού αισθητά μεγαλύτερη.

Γαλλικά Noratlas σε άσκηση ρίψεως αλεξιπτωτιστών στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Το αεροσκάφος έκανε τη πρώτη του πτήση στην τελική του μορφή (Ν.2501) το Νοέμβριο του 1950, και η Γαλλική Αεροπορία έμεινε τόσο ευχαριστημένη από το Noratlas, ώστε να παραλάβει τελικώς 228 αεροσκάφη.

Κύριος εξαγωγικός πελάτης ήταν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία), η οποία, μετά την ανασύσταση της Luftwaffe, αναζητούσε τακτικό μεταγωγικό. Υπενθυμίζεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απέκτησε κρατική υπόσταση το 1949, με επικράτεια τις τρεις ζώνες κατοχής των Δυτικών Συμμάχων, υπεισερχόμενη ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καταλυθείσης από τους Συμμάχους Γερμανικής Αυτοκρατορίας (Deutsches Reich, 1871-1945), αλλά μόλις το 1956 της επετράπη να συστήσει ένοπλες δυνάμεις. Παραγγέλθηκαν πράγματι 186 Noratlas, με πρώτη παράδοση ήδη εντός του 1956, εκ των οποίων τα πρώτα 25 ήταν γαλλικής παραγωγής, και τα υπόλοιπα 161 κατασκευασμένα στην Δυτική Γερμανία από την Flugzeugbau Nord GmbH (θυγατρική εταιρεία της Nord) κατόπιν αδείας, στις εγκαταστάσεις της στο αεροδρόμιο Finkenwerder του Αμβούργου. Τα τελευταία έφεραν τον ειδικότερο χαρακτηρισμό N.2501D, χωρίς πάντως διαφορές ουσίας, και το πρώτο γερμανικής κατασκευής αεροσκάφος πέταξε στις 6.8.1958.

Αποσυρθέν Nord N. 2501D Noratlas ως gate guard στο Ahlhorn της Γερμανίας, βάση από την οποία ο τύπος επιχειρούσε. Η κλασική παραλλαγή ΝΑΤΟ (RAL 7012 Basaltgrau & RAL 7013 Braungrau στις άνω επιφάνειες, RAL 7001 Silbergrau στις υποπτερύγιες και κοιλιακές επιφάνειες) με τις day-glo επιφάνειες είναι η τυπική εμφάνιση του αεροσκάφους σε γερμανική υπηρεσία, και αυτή με την οποία παραδόθηκαν τα ελληνικά αεροσκάφη, και την οποία έφεραν και κατά την επιχείρηση ΝΙΚΗ το 1974. (Φωτό του Rob Schleiffert).

Κατόπιν ευδόκιμης υπηρεσίας, η Δυτική Γερμανία, ενόψει της αναμενόμενης ένταξης του νέου, ασύγκριτα ανώτερου, τύπου μεταγωγικού Transall C-160D στις τάξεις της (επίσης καρπού συμπαραγωγής με τη Γαλλία), άρχισε από το 1964 να εκποιεί τα Noratlas της Luftwaffe σε τρίτες χώρες.

Η Ελλάς, ως μέλος του ΝΑΤΟ, και μάλιστα από τα πτωχότερα, και με διαπιστωμένες πιεστικές ανάγκες στον τομέα των στρατιωτικών αερομεταφορών, ήταν από τους προφανείς αποδέκτες. Πολιτικές αναστολές από γερμανικής πλευράς δεν υπήρχαν: Το έτος 1969 η δυσμένεια στην οποία είχε περιπέσει η Ελλάς λόγω Δικτατορίας φαινόταν να ατονεί. Όχι βέβαια σε επίπεδο πολιτικών ευρωπαϊκών θεσμών, όπου η ιδία επέλεξε – πράγμα πρωτοφανές ως τότε – να εξέλθει αυτοπροαιρέτως του Συμβουλίου της Ευρώπης την 12.12.1969 για να αποφύγει την ατιμωτική αποβολή της λόγω σωρείας βαρυτάτων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά σε επίπεδο ΝΑΤΟ: όπου η διατήρηση της στρατιωτικής αποτρεπτικής ισχύος των κρατών – μελών έναντι της “ερυθράς” απειλής είχε απόλυτο προβάδισμα σε σχέση με ενδοιασμούς αφορώντες στο κράτος δικαίου και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι κι αλλιώς, η Δυτική Γερμανία, πυλώνας του Ατλαντισμού, έδινε πάντοτε προβάδισμα στα ζητήματα ενίσχυσης της περιφερειακής συλλογικής άμυνας και δεν είχε ποτέ αναστολές να συναλλάσσεται με το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών. Πρόθυμα λοιπόν προσφέρθηκαν στην ΕΒΑ τα καταπονημένα μεταγωγικά.

Βεβαίως, η “Nora”, όπως απεκαλείτο στη γερμανική αεροπορική αργκό, υστερούσε κατά κλάσεις σε σχέση με το C-119G και προπάντων με το C-130E. Αλλά επειδή, κατά την ωμής ειλικρίνειας αμερικανική έκφραση, “The beggar is no chooser”, η ΕΒΑ έσπευσε να αποδεχθεί την προσφορά.

Η απαντώμενη και σε έγκριτα δημοσιεύματα άποψη ότι η προσφορά αυτή δεν ήταν απλώς στρατιωτική δωρεάν βοήθεια (παροχή πλεονάζοντος υλικού) εντός ΝΑΤΟ, αλλά εν ταυτώ και τμήμα πολεμικών επανορθώσεων της Γερμανίας προς την Ελλάδα, δεν τεκμηριώνεται. Οπωσδήποτε, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αμυνόμενη έναντι της κατά καιρούς ανακίνησης ζητήματος επανορθώσεων από Ελληνικές κυβερνήσεις, απαριθμεί λογής παροχές (όχι πάντως τη συγκεκριμένη), προς την Ελλάδα στο πλαίσιο πολυεθνικών συσσωματώσεων (ΝΑΤΟ, ΕΟΚ, Ε.Ε.) ως δικές της αυτοπροαίρετες παροχές αντί επανορθώσεων. Και αυτό όμως επικουρικώς και μόνον ως προς το βασικό αμυντικό ισχυρισμό της, ότι το θέμα έχει λήξει οριστικώς με την από 18.3.1960 διμερή Σύμβαση.

Οι πληροφορίες για τον αριθμό των παραχωρηθέντων από τη Γερμανία αεροσκαφών ποικίλουν. Αλλού γίνεται αναφορά σε 35 (Μήτσαινας, ό.π., σ. 281), αλλού σε 45 (Κακολύρης, ό.π., σ. 46) και αλλού σε 50 (ιστότοπος της ΠΑ) Noratlas. Οι αποκλίνοντες αυτοί αριθμοί ίσως δεν είναι ασύμβατοι: Κατά πάσα βεβαιότητα παραδόθηκαν 50 αεροσκάφη, όπως άλλωστε δηλώνεται και στον επίσημο ιστότοπο της ΠΑ, αλλά πιθανώς δεν αξιοποιήθηκαν όλα επιχειρησιακώς. Ενδέχεται κάποια να προορίζονταν εξαρχής για προσπορισμό ανταλλακτικών. Παρά τις σχετικές ελληνικές κρούσεις, η δωρήτρια δεν επέδειξε διάθεση να συνοδεύσει την παραχώρηση των αεροσκαφών με τις αναλογούσες ποσότητες ανταλλακτικών. Το Νοέμβριο του 1969 κλιμάκιο ιπταμένου και τεχνικού προσωπικού της ΕΒΑ μετέβη στη Δ. Γερμανία για εκπαίδευση στον τύπο, επιστρέφοντας στις αρχές Απριλίου 1970. Την 16.5.1970 συγκροτήθηκε η 354 Μοίρα Μεταφορών (ΜΜ) “Πήγασος” για την αξιοποίηση των Noratlas και σύντομα εξελίχθηκε σε βασική μοίρα αερομεταφορών της ΕΒΑ. Παρά τα προβλήματα, πέρασε επιτυχώς αξιολόγηση του ΝΑΤΟ το 1973.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1971, δύο μόλις χρόνια μετά την παραπάνω “με μισή καρδιά” παραχώρηση των παρωχημένων Nord N.2501D Noratlas της Luftwaffe στην ΕΒΑ, η Γερμανία συνειδητοποίησε ότι 20 αεροσκάφη από τον φαραωνικό αριθμό των 110 Transall C-160D  που είχε παραγγείλει (και των οποίων η παράδοση δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί!) από την κατασκευάστρια κοινοπραξία Aerospatiale/MBB/VFW-Fokker ήταν υπεράριθμα για τις ανάγκες της (η Γαλλία, σε σύγκριση, είχε παραγγείλει μόνο 50, παρά τις τεράστιες ανά τον κόσμο μεταποικιακές υποχρεώσεις της). Απεφάσισε λοιπόν να παραχωρήσει ως στρατιωτική βοήθεια, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, τα 20 μεγάλα και νεότατα τακτικά μεταγωγικά στην Τουρκία! Παραδόθηκαν τάχιστα εντός του ιδίου έτους.

Ενώ λοιπόν η Ελλάδα παρελάμβανε από τη Δυτική Γερμανία εμβολοφόρα μεταγωγικά αεροσκάφη 6,8 τόννων ωφελίμου φορτίου, με ταχύτητα πλεύσεως 320 χλμ/ώρα και σε οικτρή τεχνική κατάσταση, η Τουρκία παρελάμβανε από την ίδια πηγή στροβιλοελικοφόρα μεταγωγικά 16 τόννων ωφελίμου φορτίου, με ράμπα φόρτωσης, ταχύτητα πλεύσεως 495 χλμ/ώρα και φυσικά ηλικίας μόλις τριών (!) ετών, στην απόλυτη στάθμη της τεχνικής των τακτικών αερομεταφορών. Και αυτό, ενώ η Τουρκία διέθετε ήδη τα 6 εναπομείναντα C-130E από τις παραλαβές του 1966.

Η αριθμητικώς υστερούσα Ελλάς προσέβλεπε στην αυξημένη κινητικότητα για να αντισταθμίσει την τουρκική αριθμητική υπεροχή, σε μια εποχή κατά την οποία κανένας από τους δύο στρατούς δεν ήταν μηχανοκίνητος. Αλλά το ασύλληπτο χάσμα Ελλάδος – Τουρκίας στις δυνατότητες αεροκίνησης, το οποίο η συμμαχική πολιτική παραχωρήσεων άνοιγε έτι περαιτέρω, κατεδίκαζε την Ελλάδα σε δραματική μειονεξία, ιδίως στα μέτωπα Κύπρου και Νήσων Ανατολικού Αιγαίου, μειονεξία η οποία βεβαίως δεν μπορούσε να αρθεί με δικά της οικονομικά μέσα.

Τουρκικό Transall C-160T στο τυπικό ΝΑΤΟ καμουφλάζ (εδώ σε φωτό του 1997) που διετήρησε καθ’ όλη τη μακρά και ευδόκιμη υπηρεσία του τύπου με την ΤΗΚ, όντας πυλώνας των αερομεταφορών της για μισό αιώνα. Το έτος 2023, 2 αεροσκάφη του τύπου υπηρετούσαν ακόμη με την ΤΗΚ, παρά τις παραδόσεις των Α400Μ στο μεταξύ, δείγμα της μακροβιότητος του τύπου, της ικανοποίησης της ΤΗΚ από αυτόν και της σύνεσής της να εξαντλεί το μέγιστο από τα ιπτάμενα μέσα της.

Πανθομολογείται από στελέχη της ΕΒΑ/ΠΑ σε έγκριτα απομνημονεύματα και διασταυρούμενες αφηγήσεις ότι τα αεροσκάφη αυτά παραδόθηκαν στην Ελλάδα σε θλιβερή τεχνική κατάσταση (Αλ. Θεολόγου, Πολεμιστές κατηγορίας Ζ, Π&Δ τ. 228 Σεπτέμβριος 2004, σ. 97 επ.). Είχαν ήδη αποσυρθεί από γερμανική υπηρεσία και τεθεί σε μακρά απόθεση, χωρίς ιδιαίτερες πρόνοιες στεγανοποίησης. Θρυλείται ότι σε πλημμύρα ποταμού πλησίον της βάσεως αποθέσεως, από τις συνήθεις στη Γερμανία, τα α/φ ευρέθησαν επί μακρόν στο νερό, με ό,τι αυτό σημαίνει.

Κατά μία εκδοχή των πραγμάτων, προσφορά της Γερμανίας να τα παραδόσει κατόπιν διαδικασίας IRAN (Inspect-and-Repair-as-Necessary), με επισκευή/αντικατάσταση εφθαρμένων μερών ή και δομικές παρεμβάσεις εν ανάγκη, απορρίφθηκε από την Ελλάδα για λόγους κόστους. Η έλλειψη των αναγκαίων ανταλλακτικών, με δεδομένο ότι η κατασκευάστρια είχε παύσει την κατασκευή τους, καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση των εργασιών αυτών στο Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων (Κ.Ε.Α.) του Ελληνικού, το οποίο κατά τα λοιπά διέθετε τεχνογνωσία και εκτελούσε αντίστοιχες εργασίες συντήρησης εργοστασιακού κλιμακίου σε τύπους παρομοίας ή και υψηλότερης στάθμης της τεχνικής. Η δυνατότητα αυτή ανεφάνη προς στιγμήν όταν, κατόπιν υπεράνθρωπης προσπάθειας της ΕΒΑ, ανευρέθη ξεχασμένο ικανό απόθεμα ανταλλακτικών, αλλά το πλοίο “Bulgaria” που τα μετέφερε βυθίστηκε στο Πέραμα, με αποτέλεσμα την ολική απώλεια του μη αναπληρώσιμου υλικού.

Προκρίθηκε λοιπόν η εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών στο Ισραήλ, χρήστη του τύπου από δεκαετιών ήδη, το οποίο είχε όχι μόνο σωρεύσει expertise, αλλά και – “σκουπίζοντας” κυριολεκτικά τις γαλλικές και γερμανικές αποθήκες – αποθησαυρίσει τεράστιο απόθεμα ανταλλακτικών, που του επέτρεπε όχι μόνο να διατηρεί το δικό του στόλο διαθέσιμο, αλλά και να παρέχει σχετικές υπηρεσίες σε ξένους χρήστες του τύπου (Κακολύρης, ό.π., σ. 53), στις αλμυρές βεβαίως τιμές που η σπάνις των αγαθών διαμορφώνει.

Ελληνικό Noratlas στο τυπικό καμουφλάζ ΝΑΤΟ. (φωτογραφία Πολεμική Αεροπορία μέσω @HAFspokeman).

Το προσωπικό της ΠΑ έχει μόνο τα χειρότερα να αφηγηθεί για τις εργασίες αυτές επιθεώρησης και επισκευής που έγιναν στο Ισραήλ, και οι οποίες δακτυλοδεικτούνται και για το δραματικό, παρ’ ολίγον μοιραίο ατύχημα με τον αποχωρισμό κινητήρος ελληνικού Noratlas εν πτήσει: Την 6.5.1974, το Noratlas με αρ. 52-155, με κυβερνήτη τον Ι. Σφήκα, συγκυβερνήτη τον Χ. Κυριακόπουλο και ιπτάμενο μηχανικό τον Γ. Καγιαμπάκη, σε προγραμματισμένη πτήση Ελευσίνα – Σούδα, σώθηκε μόνο χάρη στη δεινότητα του πληρώματός του, μετά από ένα σκέλος τρόμου 59′ από τη Φαλκονέρα (όπου αποχωρίσθηκε ο κινητήρας) ως το Ελληνικό. Από τις 18 βίδες στήριξης του κινητήρος στο ατρακτίδιο του, οι 6 ήταν ραγισμένες. Εθραύσθησαν, και από το πρόσθετο φορτίο ακολούθησαν και οι άλλες.

Ο κυβερνήτης αφηγείται ότι, κατά το πόρισμα της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, οι βίδες στήριξης δεν είχαν αντικατασταθεί κατά τη γενική επιθεώρηση IRAN στο Ισραήλ, αν και στην ΠΑ θεωρείτο ότι είχαν αν μη τι άλλο επιθεωρηθεί. Κατά τον Σφήκα, “οι Έλληνες νόμιζαν ότι οι βίδες έχουν αντικατασταθεί, αλλά οι Ισραηλινοί δεν είχαν εντολή να τις αντικαταστήσουν”, παρά το γεγονός ότι η κατασκευάστρια είχε στείλει καινούργιες βίδες. Αντίθετα, κατά την εξαιρετική έρευνα του Αλ. Θεολόγου (Πολεμιστές κατηγορίας Ζ, Π&Δ τ. 228 Σεπτέμβριος 2004, σ.99), έμπειροι τεχνίτες μηχανοσυνθέτες του 202 Κρατικού Εργοστασίου Αεροσκαφών του Ελληνικού, από τα χέρια των οποίων πέρασε το σακάτικο αεροσκάφος, εκτιμούν ότι αιτία δεν πρέπει να ήταν οι βίδες στήριξης του κινητήρος, με έναν να λέγει “Εγώ ο ίδιος έβαλα τα χέρια μου μέσα στη δεξαμενή ελαίου και έβγαλα μια χούφτα γρέζια. Για να περάσουν γρέζια τόσο μέσα στο σύστημα, φαντάσου τι πρέπει να είχε γίνει μπροστά στον κινητήρα…”. Σήμερα τείνει να κρατήσει η άποψη ότι καταστροφική αστοχία ενός διωστήρα ήταν η αιτία του ατυχήματος.

Το περιστατικό με την απόσπαση κινητήρος εν πτήσει προεκάλεσε σαρωτικούς ελέγχους, οι οποίοι απεκάλυψαν πολλά και ανησυχητικά για τη δομική ακεραιότητα των αεροσκαφών. Ο στόλος καθηλώθηκε. Αφού τα πέραν οικονομικής επισκευής αεροσκάφη εξαιρέθηκαν, πέντε δε από αυτά καννιβαλίστηκαν για προσπορισμό ανταλλακτικών για τα λοιπά, παρέμεινε ένας στόλος 20 αεροσκαφών σε οριακώς πτήσιμη κατάσταση. Και σε αυτόν όμως επεβλήθησαν περιορισμοί φορτίου: Ήδη με την παραλαβή το ανώτατο ωφέλιμο φορτίο είχε μειωθεί, λόγω παλαιότητος, από τους 6,8 τόννους των προδιαγραφών στους 4,5 τόννους. Πλέον, για τα 20 διαθέσιμα αεροσκάφη, επεβλήθη ακόμη χαμηλότερο όριο 3,5 τόννων, και περί τα τέλη Ιουνίου 1974 ξανάρχισε το πτητικό έργο, αλλά με δρακόντειους περιορισμούς: Απαγορεύθηκαν οι μετακινήσεις προσωπικού με εξαίρεση μόνο τις ρίψεις αλεξιπτωτιστών. Απαγορεύθηκαν, ακόμη, πολύωρες πτήσεις γενικά, αλλά κυρίως πάνω από ορεινούς όγκους και από θάλασσα, καθώς και οι πτήσεις εξωτερικού. Ακόμη, απαγορεύθηκαν οι πτήσεις όταν προβλέποντο αναταράξεις μέτριες και άνω, ενώ ενισχύθηκαν τα σωστικά μέσα εντός του αεροσκάφους. Σαν να μην έφθαναν αυτά, η μοίρα αποψιλώθηκε από ιπτάμενο προσωπικό με αποσπάσεις. Όταν τελικά επαναλήφθηκε το πτητικό έργο, υπήρχαν μόνο 10 πλήρη πληρώματα για τα 20 αεροσκάφη (Κακολύρης, ό.π., σ. 54).

Σε αυτή την οικτρή κατάσταση βρήκε το στόλο των ελληνικών Noratlas η τουρκική εισβολή της 20.07.1974 στην Κύπρο, και με αυτά τα δεδομένα σχεδιάστηκε η θρυλική αποστολή “ΝΙΚΗ”. Στην αεροπορία, παρά την παροιμιώδη αφοσίωση και τις άοκνες προσπάθειες του τεχνικού προσωπικού, θαύματα δεν γίνονται. Η Ελλάς θα πολεμούσε με τα διαθέσιμα μέσα και μόνον…

Δ. Η θρυλούμενη πώληση των έξι ισραηλινών Noratlas στην ΠΑ

Η Πολεμική Αεροπορία του Ισραήλ (Heyl Ha’ Avir) υπήρξε αναμφίβολα από τους σημαντικότερους χρήστες του Noratlas, και μάλιστα με την πλουσιότερη πολεμική δράση μεταξύ όλων των εθνών που τον ενέταξαν στη δύναμή των.

Ωστόσο, καθώς με την κτήση των ασύγκριτα ικανότερων C-130E/H από το Ισραήλ τα 20 εναπομείναντα Noratlas του καθίσταντο πλεονασματικά περί τα μέσα της δεκαετίας του ’70, αναφέρεται ότι έξι από αυτά πωλήθηκαν στην Ελλάδα το 1976, προς αναπλήρωση των απωλειών της Αποστολής “Νίκη”.

Η σχετική πληροφορία αποκαλύπτεται το πρώτον από τον Bill Gunston (πασίγνωστο και πολυγραφότατο στην αεροπορική φιλολογία, Technical Editor του Flight International και μέλος του συντακτικού επιτελείου του Jane’s All The World’s Aircraft) στην επιτομή του “An Illustrated Guide to the Israeli Air Force” (Λονδίνο 1982, σ. 58) και επιβεβαιώνεται από τον William Joseph (Bill) Norton, πολυγραφότατο αεροναυπηγό μηχανικό και ανώτερο αξιωματικό της USAF, στo par excellence έργο αναφοράς, “Air War on the Edge; A History of the Israeli Air Force and its Aircraft since 1947” (Hinckley 2004,  σ. 165), ως και σήμερα απόλυτη “βίβλο” 432 σελίδων για την Αεροπορία του Ισραήλ.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνει, αν και με διακριτικότητα ως προς την προέλευση, και η Πολεμική Αεροπορία στην επίσημη ιστοσελίδα της: “Το 1969, και στο πλαίσιο της Δυτικογερμανικής βοήθειας, η Πολεμική Αεροπορία παρέλαβε πενήντα αεροσκάφη τύπου Nord 2501D, ενώ άλλα έξι αποκτήθηκαν αργότερα.”

Ισραηλινό Noratlas αποκαλύπτει τη διαμόρφωση των θυρών φόρτωσης και της διατομής της ατράκτου του κλασικού γαλλικού μεταγωγικού.

Ποιοί λόγοι όμως καθιστούσαν αναγκαία μια τέτοια προμήθεια εν έτει 1976; Πολλώ μάλλον καθώς η Ελλάς είχε εισέλθει στην εποχή του κλεινού C-130H Hercules;

Ε. Κρεσέντο ελληνικών εξοπλισμών ως απάντηση σε νέες διεκδικήσεις

Ήδη τον Ιούνιο του 1974 η δικτατορική κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσοπούλου (πρόσοψη της δικτατορίας Δημητρίου Ιωαννίδη) είχε θέσει παραγγελία για δεκαοκτώ νέας κατασκευής αεροσκάφη Lockheed C-130H για την ΠΑ, κατά την επιχειρησιακή απαίτηση που είχε διατυπώσει το ΓΕΑ ήδη το 1968. Η προμήθεια του “Ηρακλέους” εντασσόταν στο πλαίσιο των φαραωνικών παραγγελιών του μηνός εκείνου, οι οποίες περιελάμβαναν επίσης 40 Mirage F1CG, 60 Vought A-7H Corsair II & 40 Rockwell T-2E Buckeye. Επρόκειτο για τις μεγαλύτερες αγορές πολεμικού υλικού από Ανεξαρτησίας της Ελλάδος.

Οι παραγγελίες αυτές, οι οποίες ασφαλώς δεν ήταν παρόρμηση της στιγμής αλλά απηχούσαν οραματισμούς του τότε Α/ΓΕΑ Αντιπτεράρχου Αλεξάνδρου Παπανικολάου για ένα άλμα της ελληνικής αεροπορικής ισχύος, ετέθησαν εσπευσμένα υπό την πίεση εκτίμησης σοβαρής μειονεξίας της ΠΑ έναντι της ΤΗΚ, σε συνθήκες πραγματικής έκρηξης των τουρκικών διεκδικήσεων επί της υφαλοκρηπίδος του Βορείου Αιγαίου: Το Νοέμβριο του 1973 δημοσιεύθηκαν στην Τουρκική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως χάρτες παραχωρήσεων δικαιωμάτων (27 εν συνόλω αδειών) σεισμικών ερευνών για υδρογονάνθρακες από το Τουρκικό Δημόσιο στην Τουρκική Δημοσία Επιχείρηση Πετρελαίων ΤΡΑΟ επί εκτάσεων της ελληνικής υφαλοκρηπίδος του Β. Αιγαίου μεταξύ Χίου, Λέσβου, Λήμνου, Αγίου Ευστρατίου, Θάσου και Σαμοθράκης.

Μαρτυρείται ότι ήδη στο γύρισμα του έτους 1973/74 η Ελλάς ξεκίνησε σπασμωδικές κινήσεις ενίσχυσης των φρουρών των νήσων του Β. Αιγαίου, δείγμα ότι ελάμβανε στα σοβαρά τις τουρκικές αξιώσεις. Πάντως, η σπάνις τροχαίου ιδίως υλικού, πυροβολικού και αρμάτων στον ΕΣ έθετε εξ αντικειμένου όρια στη δραστική ενίσχυση των νήσων. Τις αξιώσεις της η Τουρκία έσπευσε ακολούθως να υπογραμμίσει έμπρακτα, το Μάιο του 1974, με τον πλου του τουρκικού ερευνητικού σκάφους “Τσιανταρλί” (Candarli) στο Αιγαίο, ο οποίος δημιούργησε οξύτατη εντύπωση στην Αθήνα και πιθανότατα συνδέεται αιτιωδώς με τις προαναφερόμενες φαραωνικές προμήθειες του αμέσως επομένου μηνός, καθώς η προοπτική πολέμου με την Τουρκία για το Βόρειο Αιγαίο και τα κοιτάσματά του φαινόταν πιθανότερη από ποτέ.

Σπάνια φωτογραφία του Candarli, παλαιού αμερικανικού ναρκαλιευτικού διασκευασμένου σε ωκεανογραφικό, εν όρμω. Ουδέποτε ο πλους ενός τόσο ευτελούς αξίας πλοίου προεκάλεσε σε αντίπαλη χώρα στρατιωτικές προμήθειες δισεκατομμυρίων δολαρίων (σε σημερινές τιμές). Ακόμη και στα μάτια του πλέον καλοπροαίρετου, η Τουρκία είχε πλέον επανέλθει δυναμικά στο Αιγαίο, εγείροντας πρωτοφανείς αξιώσεις.

Από ρεπορτάζ των New York Times της 29.5.1974 ο αναγνώστης πληροφορείται ότι το τουρκικό πλοίο εισήλθε στο Αιγαίο για έρευνες, συνοδεία ναρκαλιευτικών και υποβρυχίων του Τουρκικού Ναυτικού, και ότι συνεπεία του γεγονότος οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις ετέθησαν σε κατάσταση συναγερμού, οι άδειες του στρατιωτικού προσωπικού ανακλήθηκαν και μαχητικά αεροσκάφη της ΠΑ μετεστάθμευσαν εσπευσμένα στη Θεσσαλονίκη.

Πράγματι, όπως είναι πλέον γνωστό, επρόκειτο για εξαιρετικής προπαρασκευής τουρκική πρόκληση, με κάλυψη για όλα τα ενδεχόμενα και σοβαρή πολεμική κινητοποίηση της Τουρκίας, παρόμοια με την κατοπινή – 46 έτη αργότερα – του Oruc Reis κατά τον Αύγουστο / Σεπτέμβριο του 2020 και σε αντίθεση με τις έρευνες του ιδίου πλοίου κατά την ελληνοτουρκική κρίση του Ιουλίου 2020. Επιστρέφοντας στο φύλλο των NYT της 29.05.1974, η εφημερίδα καταγράφει επιμελώς και τη νομική διάσταση του θέματος επί τη βάσει της Συμβάσεως της Γενεύης για την Υφαλοκρηπίδα του 1958, αναφέρεται στις άδειες προς την ΤΡΑΟ του Νοεμβρίου 1973 και συσχετίζει τα ανωτέρω με την πρόσφατη εύρεση όχι ευκαταφρόνητου κοιτάσματος πετρελαίου στον Πρίνο Θάσου.

Το γεγονός ήταν πάντως μονοσήμαντο: Για πρώτη φορά μετά τη συντριβή της στις Ναυμαχίες Έλλης και Λήμνου, για πρώτη φορά μετά από 60 συναπτά έτη ελληνικής αδιαφιλονίκητης θαλασσοκρατορίας στο Αιγαίο, η Τουρκία ξεμύτιζε από τα Στενά!

Η “πέτρα του σκανδάλου”: Άποψη των εγκαταστάσεων άντλησης πετρελαίου στο κοίτασμα Πρίνου Θάσου σε φωτό του 1982.

Της ιστορούμενης ακολουθίας γεγονότων είχε προηγηθεί η ανακάλυψη του κοιτάσματος πετρελαίου Πρίνου Θάσου, και βέβαια η πρώτη ενεργειακή κρίση του φθινόπωρο του 1973, με το εμπάργκο πετρελαίου του ΟΠΕΚ κατά της Δύσεως προς εκβίαση της εγκατάλειψης του Ισραήλ: Η δραματική άνοδος των τιμών του “μαύρου χρυσού” και τα αδιέξοδα της εξάρτησης από τον ΟΠΕΚ έκαναν την προοπτική ενεργειακής αυτάρκειας ζήτημα ζωής ή θανάτου των εθνών, και καθιστούσαν ίσως και αυτόν τον ίδιο τον πόλεμο μέσο μη αποκλειόμενο εκ προοιμίου. Η Τουρκία πάντως φαινόταν διατεθειμένη να παίξει το χαρτί της.

Στο μεταξύ, στις 17.12.1973 η παραχωρησιούχος του Ελληνικού Δημοσίου, καναδική εταιρεία εξόρυξης υδρογονανθράκων Oceanic, εντόπισε καλής ποιότητας πετρέλαιο στη γεώτρηση “Πρίνος 1”. Ερευνώντας βορειότερα, στην περιοχή “Πρίνος 2”, βρήκε πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου σε βάθος 8.500 ποδών (περ. 2.900 μ.) Τα ανακτήσιμα αποθέματα του κοιτάσματος υπολογίστηκαν σε 200.000.000 βαρέλια υγρών και αερίων υδρογονανθράκων, ενώ η εταιρεία υπολόγιζε ότι η παραγωγή θα έφτανε τα 60.000 βαρέλια την ημέρα. Έτσι η όρεξη της Τουρκίας άνοιξε ακόμη περισσότερο.

Στιγμιότυπα αδιανόητα για τις ΗΠΑ, με επιβολή εκ περιτροπής διαθέσεως καυσίμων σε αυτοκίνητα αναλόγως του αριθμού κυκλοφορίας στο Oregon, κατά την Α’ Πετρελαϊκή Κρίση του 1973-74, η οποία άλλαξε τελείως την πρόσληψη της ενέργειας από κράτη και πολίτες. Στη φωτό, η εγνωσμένη αγάπη των κατοίκων της Δυτικής Ακτής για τα μικρού κυβισμού ευρωπαϊκά αυτοκίνητα μάλλον θα τους φάνηκε ανεκτίμητη υπό τις περιστάσεις.

Η ως άνω Ελληνική δικτατορική κυβέρνηση ουδέποτε παρέσχε βέβαια κάποια στοιχειώδη (πλην της πανδήμως εικαζομένης …) εξήγηση, για ποιο λόγο, ενώ εμπράκτως (και βασίμως) ανεγνώριζε την προσώρας υστέρηση της ΠΑ, έσπευσε ήδη τον επόμενο μήνα να “κλωτσήσει τη σφηκοφωλιά” με το πραξικόπημα της 15.7.1974 κατά του Προέδρου Μακαρίου στην Κύπρο, δίδοντας στην Τουρκία αφορμή για επέμβαση στην Κύπρο σε χρόνο προ του αναγκαίου (και αποφασισμένου ήδη) άλματος της ελληνικής αεροπορικής ισχύος. Ενός άλματος, το οποίο ίσως θα επέτρεπε μια άλλη απάντηση, και πάντως θα ανέπτυσσε ζωηρές αποτρεπτικές παραστάσεις.

Ο μεγάλος αριθμός των F-100C/D Super Sabre στις τάξεις της THK της έδιδε ένα αρκούντως αποτελεσματικό αεροσκάφος κρούσεως και εγγύς αεροπορικής υποστηρίξεως, πολύ πιο επιβιώσιμο από τα F-84F της ΠΑ και με πολύ ανώτερο συνδυασμό φορτίου/εμβελείας σε σχέση με τα νεότερα F-5A των δύο χωρών. Η πρώιμη ήδη αξιοποίηση του τύπου, παρά τις σοβαρές προκλήσεις των πτητικών χαρακτηριστικών του, είναι αναμφίβολα ένα success story της ΤΗΚ.

Πράγματι, οι παραστάσεις μειονεξίας δεν ήταν αβάσιμες: Κορμός της ΠΑ ήταν ακόμη το αξιόπιστο αλλά απηρχαιωμένο Republic F-84F Thunderstreak, με την ικανή εμβέλεια αλλά τις τυπικά αναιμικές επιδόσεις και με ναυτιλιακό εξοπλισμό μιας παρελθούσης εποχής, ενώ αντίστοιχα κορμός της ΤΗΚ ήταν το North American F-100C/D Super Sabre, που μεσουρανούσε για χρόνια στο Βιετνάμ στο ρόλο της εγγύς αεροπορικής υποστήριξης.

Republic F-84F Thunderstreak, η ραχοκοκαλιά της ΠΑ το 1974, με σχεδόν 100 αεροσκάφη διαθέσιμα. Αξιόπιστο υποηχητικό αεροσκάφος κρούσεως ικανής εμβελείας, αλλά πάντως μιας άλλης, παρελθούσης εποχής.

Η ελληνική προμήθεια (πρόγραμμα Peace Icarus I) δύο μοιρών (μειωμένης σύνθεσης των 18 αεροσκάφη εκάστη), ήτοι 36 F-4E Phantom II, το Μάρτιο του 1972 (προς παράδοση το 1974) στο πλαίσιο της ενίσχυσης των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ελλάδα (παροχή δικαιωμάτων ελλιμενισμού μοίρας αντιτορπιλικών του 6ου Στόλου και αεροπλανοφόρου στον Πειραιά), έφερε μεν την Κύπρο “πιο κοντά” στον εθνικό κορμό, δεν έδωσε όμως στην ΕΒΑ/ΠΑ το προβάδισμα στο οποίο προσέβλεπε ο τότε Αρχηγός ΑΤΑ, “οραματιστής” της ελληνικής αεροπορικής ισχύος Υποπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου.

Κι αυτό γιατί αμέσως η Τουρκία παρήγγειλε (πρόγραμμα Peace Diamond Ι) 2 μοίρες F-4E των 20 α/φ εκάστη, ανακτώντας το παγιωμένο της προβάδισμα. Τα τουρκικά αεροσκάφη, όπως και τα ελληνικά, αγοράσθηκαν με πιστώσεις FMS, και δεν ήταν αντικείμενο δωρεάν αμερικανικής στρατιωτικής βοηθείας (MAP) όπως στο παρελθόν οι προμήθειες άλλων τύπων.

Σημειωτέον ότι, παρά τα γεγονότα του Ιουλίου / Αυγούστου 1974 στην Κύπρο, οι παραδόσεις των Phantom στις δύο χώρες (αρχής γενομένης για την Ελλάδα από τον Απρίλιο του 1974 και για την Τουρκία από τον Αύγουστο του 1974) συνεχίστηκαν απολύτως απρόσκοπτα, γεγονός ενδεικτικό της εμπιστοσύνης των ΗΠΑ σε τεκμαιρόμενες δεσμεύσεις των “εμπολέμων” μερών ότι δεν θα διευρύνουν την αντιπαράθεσή τους πέραν της μαρτυρικής Μεγαλονήσου. Ως το Νοέμβριο του 1974 η ΠΑ είχε παραλάβει το σύνολο της παραγγελίας της, διέθετε δηλαδή, κατόπιν της απωλείας στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου κατά τη μεταστάθμευση για τη ματαιωθείσα επιχείρηση στην Κύπρο, 35 F-4E. Η Τουρκία, τουναντίον, πρόφθασε να παραλάβει μόνο 8 από τα 40 F-4E της παραγγελίας της πριν τεθεί, το Φεβρουάριο του 1975. σε εφαρμογή το εμπάργκο όπλων που απεφάσισε το Κογκρέσο των ΗΠΑ ως κύρωση για την εισβολή στην Κύπρο.

McDonnell – Douglas F-4E από την πρώτη παραγγελία της ΠΑ.

Οι φαραωνικές αγορές του Ιουνίου του 1974 για την ΠΑ ερμηνεύονται όχι μόνο από τις πιεστικές ανάγκες, αλλά και από το καλώς τεκμηριωμένο ιστορικό εύρημα ότι, μετά τα ευρήματα του Πρίνου, ο Ιωαννίδης είχε καταληφθεί από τον πυρετό του “μαύρου χρυσού”: Φαντασιωνόταν την Ελλάδα ως εμιράτο του Κόλπου, ενώ εδήλωνε αμετροεπώς σε συνομιλητές του ότι “Η Ελλάδα κάθεται πάνω σε πετρέλαια”.

Απευθυνόμενος σε τηλεφώνημα (το οποίο υπέκλεψε η Κυπριακή ΚΥΠ), προς τον κουμπάρο και ομοϊδεάτη του, Επιτελάρχη του ΓΕΕΦ Κύπρου Ταξίαρχο Παύλο Παπαδάκη (μετέπειτα συμμέτοχο του “Πραξικοπήματος της Πυζάμας” της 24.02.1975, που κατεστάλη εν τη γενέσει του από την Κυβέρνηση Καραμανλή, με τον ίδιο να απαλλάσσεται τελικώς από την κατηγορία της στάσεως και να τη γλυτώνει με απόταξη), έλεγε “Να έχεις υπόψη σου, Παύλο, ότι το πετρέλαιον είναι πολύ ανώτερον απ’ ό,τι υπολογίζουμε. Είναι πάρα πολύ και εν πάση περιπτώσει θα την αγοράσωμεν οκτώ φορές την Κύπρον….Μέχρι τώρα είμαστε Ψωροκώσταινα, τώρα θα είμαστε Αμερικανοί!”.

Στο μεταξύ, η Ελλάς δεν είχε εκπληρώσει όσα προσδοκούσαν οι ΗΠΑ όταν το Μάρτιο του 1972 πωλούσαν τα 36 Phantom στην Ελλάδα. Ο ελλιμενισμός σκαφών της 12ης Μοίρας Αντιτορπιλικών του US Navy στον Πειραιά είχε αρχίσει, όχι όμως του αεροπλανοφόρου. Προς τούτο οι ΗΠΑ αξίωναν τη χρήση της Α.Β. Ελευσίνας για τη συντήρηση και εκπαίδευση της πτέρυγος μάχης του αεροπλανοφόρου, κατά το πρότυπο των διδύμων ναυστάθμου/ αεροναυστάθμου Subic Bay/Cubi Point στις Φιλιππίνες και Yokosuka/Atsugi στην Ιαπωνία.

Πυλώνες μιας κοσμοκρατορίας: Στο μυχό του μεγαλύτερου και πλέον προστατευμένου φυσικού λιμένος στη Γη, ο αχανής ναύσταθμος των ΗΠΑ NS Subic Bay (δεξιά), με πλήθος πλωτών δεξαμενών επισκευών και προβλήτες για τεράστια αποβατικά πλοία και άλλα πολεμικά ευρίσκεται ακριβώς απέναντι από το NAS Cubi Point (αριστερά), όπου σταθμεύει, συντηρείται και εκπαιδεύεται η πτέρυγα μάχης ενός αεροπλανοφόρου όσο αυτό είναι ελλιμενισμένο, παραβεβλημένο ακριβώς δίπλα στο αεροδρόμιο (στη φωτό το USS Ranger). Το φαραωνικό αυτό σύμπλεγμα εγκαταστάσεων συμπληρωνόταν από την Clark AB της USAF, επίσης στις Φιλιππίνες, με μόνιμη στάθμευση μόνο μιας πτέρυγος 2 μοιρών F-4E/G αλλά με ικανότητα φιλοξενίας τουλάχιστον άλλων δύο πτερύγων μάχης στις αχανείς εκτάσεις της (μεγαλύτερη βάση του Ειρηνικού).

Ακόμη, οι ΗΠΑ αξίωναν ευχέρειες μεταστάθμευσης (TDY = on temporary duty) αεροσκαφών της USAF με πυρηνικά όπλα (σε επιφυλακή διασποράς), κατά πάσα βεβαιότητα F-111E της 20th TFW με βάση το RAF Upper Heyford της Αγγλίας, χωρίς να είναι γνωστό αν αυτό αφορούσε την Α.Β. Ελευσίνας ή την υφιστάμενη αμερικανική βάση του Ελληνικού.

General Dynamics F-111E της 20th TFW με πυρηνική βόμβα Β61.

Στην κρούση λοιπόν του καθεστώτος Ιωαννίδη για μια δεύτερη παραγγελία 36 – 40 F-4E οι ΗΠΑ αρνήθηκαν, γεγονός που ώθησε την ελληνική πλευρά στην προμήθεια των Mirage F.1, τα οποία προ διετίας είχαν μεν απορριφθεί υπέρ των F-4E, όμως πλέον ήταν σε υπηρεσία με τη Γαλλία και υπό παραγγελία από Ν. Αφρική, Ισπανία και Κουβέιτ, δηλαδή αποτελούσαν ώριμο πλέον πρόγραμμα.

Υπερηφάνεια και προκατάληψη: Για δύο γενιές Ελλήνων, το Dassault Mirage F.1CG, με την αδιαμφισβήτητη δεινότητά του στην εναέριο μάχη, ήταν πηγή υπερηφάνειας και εθνικής αυτοπεποίθησης. Συνάμα, το γεγονός ότι α) ο τύπος δεν υπηρετούσε στις τάξεις του εχθρού και β) είχε προέλευση εκτός ΗΠΑ, οι οποίες δακτυλοδεικτούντο ως αρωγοί του “Αττίλα”, και παρά ταύτα φαινόταν – στο μικρόκοσμο του Αιγαίου τουλάχιστον – να διαψεύδει το (ακριβές, στη μεγάλη εικόνα) αφήγημα της αμερικανικής τεχνολογικής υπεροχής, έθρεψε την επί δεκαετίες προκατάληψη του Ελληνικού Λαού και της πολιτικής του ηγεσίας υπέρ των ευρωπαϊκών όπλων. Το πανέμορφο αεροσκάφος επρόκειτο να καταστεί εμβληματικός τύπος της “χρυσής εποχής” της ΠΑ, όταν η βεβαιότητα όλων των Ελλήνων – και όχι μόνον – για την κατίσχυσή της έναντι του αντιπάλου στο Αιγαίο ήταν απόλυτη. Προφανώς, ο τύπος είχε σοβαρές ελλείψεις (INS, αρχικώς RWR, τα ειδικά εξελιγμένα γι’ αυτόν βλήματα Matra R.550 Magic & Super 530F) και ό,τι έλαμπε τότε δεν ήταν κατ’ ανάγκην χρυσός, αλλά εκείνο το αίσθημα ασφάλειας και αδιαφιλονίκητης υπεροχής δύσκολα περιγράφεται, και ακόμη δυσκολότερα επαναλαμβάνεται.(φωτογραφία Πολεμική Αεροπορία μέσω @HAFspokeman).

Πώς εξηγείται όμως ότι οι ΗΠΑ, κυμαινόμενες από ετών μεταξύ των γνωρίμων διλημμάτων τους για το Κυπριακό, επέτρεψαν την πώληση των A-7H & C-130H, τύπων οι οποίοι αναμφίβολα έδιναν στην Ελλάδα δυνατότητα επέμβασης στην Κύπρο; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το θρυλικό ελαφρύ αεροσκάφος κρούσεως της Vought δεν διέλαθε της προσοχής ενός “προφήτου” της αεροπορικής ισχύος όπως ο Παπανικολάου, ούτε η επιλογή τους στάθηκε αυθόρμητη απόφαση μετά την απόρριψη του αιτήματος της ΠΑ για περισσότερα Phantom. Το χαμηλού κόστους χρήσεως, αλλά απαράμιλλων πλοηγικών μέσων, κορυφαίου συνδυασμού φορτίου/εμβελείας αεροσκάφος ήταν κομμένο και ραμμένο για τις ελληνικές ανάγκες κατίσχυσης κατ’ ενός πολυπληθέστερου εχθρού, σε μέτωπα ευρισκόμενα σε ικανή απόσταση από τις μείζονες βάσεις της ΠΑ.

Στο α’ μέρος της τριλογίας της για τη δράση των A-7D της USAF στη ΝΑ Ασία, το flight.com.gr είχε λεπτομερώς παρουσιάσει τον πλοηγικό εξοπλισμό, τους αισθητήρες και τις απεικονιστικές διατάξεις του θρυλικού πλέον αεροσκάφους, και τις απτές επιχειρησιακές δυνατότητες που του προσέδιδαν, δυνατότητες άγνωστες ως τότε σε ελαφρά τακτικά αεροσκάφη.

Πράσινοι κουρσάροι στους ουρανούς της ΝΑ Ασίας: Το Vought Α-7D της USAF στη μάχη, μέρος α΄

Πιθανώς το ελαφρό μονοκινητήριο, διάδοχος του A-4 Skyhawk στο Ναυτικό και του F-100 Super Sabre στην USAF, δεν “γέμιζε το μάτι” των γραφειοκρατών του State Department ως μοχλός ανατροπής της ισορροπίας δυνάμεων όσο το “superfighter” Phantom, που δεν είχε αρχίσει ακόμη να αντικαθίσταται στην USAF από το F-15A Eagle. Ίσως η πώληση στην Ελλάδα διεπόταν από το κίνητρο της ενίσχυσης της μικρής Ling-Temco-Vought προς αποφυγή εξαφάνισής της από το χάρτη των προμηθευτών του Πενταγώνου, καθώς δεν είχε άλλο πρόγραμμα σε παραγωγή, ενώ αντίθετα η κραταιά McDonnell – Douglas ήταν στο απόγειο της δόξης της, με τα F-4E, F-15A & AV-8A Harrier σε παραγωγή στο St. Louis, και με ρωμαλέα ζήτηση για τις σειρές DC-9 & DC-10 στον κλάδο επιβατικών του Long Beach: Τέτοιες σταθμίσεις είναι συνήθεις στις ΗΠΑ, πολλώ μάλλον καθώς η LTV ήδρευε στο Dallas του Texas, πολιτείας με ισχυρή εκπροσώπηση στο Κογκρέσσο.

Ενδέχεται ακόμη να είχε προς ώρας κρατήσει, στους διαδρόμους του State Dept., η σχολή εκείνη που έβλεπε ως απειλή για έκρηξη στην Κύπρο την τουρκική υπεροπλία. Αυτό όμως δεν φαίνεται πιθανό: Ο Ιωαννίδης ήταν ήδη προδικτατορικώς καταγεγραμμένος ως εξτρεμιστής ενωτικός στο Κυπριακό, έμπλεος βιτριολικού μίσους για τον Μακάριο (για τον οποίον επεφύλασσε χαρακτηρισμούς αγοραίας χυδαιότητος) και πραγματικός “τουρκοφάγος”. Σίγουρα οι ΗΠΑ δεν ήθελαν να φέρουν τον άνθρωπο αυτό σε θέση ισχύος στο Κυπριακό. Εκτός βέβαια αν είχαν λάβει σοβαρές δεσμεύσεις ότι το Κυπριακό θα είχε, με τον α’ ή β’ τρόπο, λυθεί προ της παραδόσεως των A-7H & C-130H…

Οι παραδόσεις των C-130H στην ΠΑ άρχισαν το Νοέμβριο του 1975, και ως το τέλος του 1976 είχαν παραδοθεί έξι αεροσκάφη. Με ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 20 τόννων (αντί 6,8 – και στην πράξη μόλις 3,5 – τόννων των Noratlas), ανήκαν προφανώς σε μια άλλη κλάση. Η εκτίμηση ότι ένα Hercules έκανε τη δουλειά τεσσάρων Noratlas αδικεί τον “Ηρακλή”, διότι δεν συνεκτιμά παράγοντες όπως η ταχύτητα, το ύψος πτήσεως, η εμβέλεια, η πληρότητα του εξοπλισμού ναυτιλίας, η επιβιωσιμότητα και η ασφάλεια πτήσεων.

Ελληνικό C-130H “747” στην Ελευσίνα, από τα αεροσκάφη του τύπου που λόγω κεραιών έχουν συσχετισθεί με προσθαφαιρούμενη σκευή συλλογής και ταξινόμησης εκπομπών στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα (ELINT). Η χρώση είναι η SEA (“Βιετνάμ”) με κυματιστό διαχωρισμό, της αρχικής παράδοσης.

Ωστόσο, και παρά το ευνόητο κύμα ενθουσιασμού, η ΠΑ δεν επρόκειτο να παραλάβει το σύνολο των 18 C-130H της παραγγελίας του Ιουνίου 1974.

συνεχίζεται στο β’ και τελευταίο μέρος

 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στο flight.com.gr εκφράζουν τους συντάκτες τους
κι όχι απαραίτητα τον ιστότοπο. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς γραπτή
έγκριση. Σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονται νομικά μέτρα. Ο ιστότοπος
διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου των σχολίων, τα οποία εκφράζουν μόνο το συγγραφέα
τους.

- Advertisement -
- Advertisement -

32 ΣΧΟΛΙΑ

Subscribe
Notify of
32 Comments
Oldest
Newest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments

Ακούστε μας

- Advertisement -

Το Σχόλιο της Ημέρας

ThinkOutOfTheBox: Ελληνικός Στόλος με περισσότερες και φθηνότερες FDI Made in Greece

Το Πολεμικό Ναυτικό, αν όλα πάνε καλά, θα παραλάβει εντός του 2025 τις δυο πρώτες φρεγάτες κλάσης "Κίμων". Οι φρεγάτες αυτές μέχρι το 2028...

Το τεύχος μας που κυκλοφορεί

- Advertisement -

Κύριο Άρθρο

Οι “άγνωστοι” πύραυλοι ROCKS στη ισραηλινή φαρέτρα έπληξαν τελικά το Ισφαχάν;

Τα υποτιθέμενα «αντίποινα» του Ισραήλ στο Ιράν και το τι ακριβώς συνέβη το πρωί της Παρασκευής στο Ισφαχάν, παραμένουν στη σφαίρα της ασάφειας, που...
- Advertisement -
Card image

ΠΤΗΣΗ 038 Τεύχος Ιουλίου 2023

Αγορά 3.99€
- Advertisement -

Σαν σήμερα

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ – 10/22 Απριλίου 1826: Έξοδος του Μεσολογγίου, η ωραιότερη...

0
Μετά από 12 μήνες πολιορκίας, την τρίτη κατά σειρά περικύκλωση της σημαντικής αυτής πόλης, οι κάτοικοι του Μεσολογγίου αποφασίζουν να κάνουν ηρωική έξοδο.Είχαν περάσει...
- Advertisement -
Card image

ΠΤΗΣΗ Τεύχη 32, 33, 34, Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος 2023

Αγορά 7.99€
- Advertisement -
Card image

ΠΤΗΣΗ 037 Τεύχος Ιουνίου 2023

Αγορά 3.99€

Πολιτική διαχείρισης σχολίων

Πολιτική διαχείρισης σχολίων για τις ιστοσελίδες flight.com.gr, navaldefence.gr, military-history.gr

73
Όπως είναι γνωστό, τα σχόλια στα site μας υπόκεινται σε έλεγχο και επεξεργασία ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους με τους κανόνες που έχουμε...

Related News

Greek and Turkish delegations discuss Confidence Building Measures

The progress of the Confidence Building Measures (CBMs) for 2024 and activities related to CBMs for 2025 were discussed by the Greek and Turkish...

Deputy Defence Min Kefalogiannis addresses EU’s  Foreign Affairs Council on Russian aggression towards Ukraine

The Foreign Affairs Council in Luxembourg discussed Russian aggression against Ukraine in a joint session, gathering both EU Ministers of Foreign Affairs and EU...

Financial Times: πίεση σε Ελλάδα και Ισπανία για παραχώρηση αντιαεροπορικών στην Ουκρανία

Δημοσίευμα των Financial Times κάνει λόγο για την άσκηση πιέσεων στην ελληνική και την ισπανική κυβέρνηση, προκειμένουν οι δύο χώρες να παραχωρήσουν συστήματα αεράμυνας...