Του Στέλιου Κονσολάκη, πρώην υποδιοικητή Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, Σμηνάρχου (ΕΑ/ΕΕΚ) ε.α., LLM

Για περισσότερο από μισό αιώνα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει τον εναέριο χώρο του Αιγαίου με μια πολιτική χαμηλής έντασης: διπλωματικά διαβήματα, τεχνικές συνομιλίες, Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, διερευνητικές επαφές χωρίς ατζέντα, και μια διαρκής προσδοκία ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ή η συμμαχική ομπρέλα του ΝΑΤΟ θα λειτουργούσαν ως σταθεροποιητές. Αυτή η προσέγγιση παρήγαγε στιγμιαίες αποκλιμακώσεις, αλλά όχι στρατηγική ασφάλεια.

Η πραγματικότητα είναι ότι η Τουρκία, από το 1974, έχει οικοδομήσει στο Αιγαίο μια νέα επιχειρησιακή κανονικότητα: καθημερινές στρατιωτικές πτήσεις χωρίς υποβολή σχεδίων πτήσης, παραβάσεις κανόνων εναέριας κυκλοφορίας, υπερπτήσεις πάνω από Ελληνικά νησιά και νησίδες, προσπάθειες τροποποίησης των ορίων του FIR Αθηνών και συστηματική αμφισβήτηση του εύρους των 10 ν.μ. εθνικού εναέριου χώρου. Όλα αυτά δεν είναι τεχνικές διαφωνίες. Είναι στρατηγικές επιλογές.

Η Ελλάδα απαντά με αναγνωρίσεις και αναχαιτίσεις, όπως προβλέπεται από το διεθνές πλαίσιο. Όμως αυτή η πρακτική αποτελεί διαχείριση, όχι στρατηγική. Η χώρα λειτουργεί επί δεκαετίες με ένα δόγμα που θεωρεί δεδομένο ότι το διεθνές περιβάλλον θα παραμείνει σχετικά σταθερό και ότι οι θεσμοί —ΕΕ, ICAO, ΝΑΤΟ— θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως εξωτερικά αντίβαρα στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική. Σήμερα, αυτή η υπόθεση παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές.

Έχοντας περάσει δεκαετίες μέσα και γύρω από τα θέματα του εναέριου χώρου –τόσο από την πλευρά της πολιτικής αεροπορίας όσο και της στρατιωτικής επιχειρησιακής λειτουργίας- παρατηρώ ότι στον δημόσιο διάλογο για το Αιγαίο, το FIR Αθηνών παρουσιάζεται ώς ένα εξειδικευμένο, μάλλον ουδέτερο τεχνικό ζήτημα όπου συχνά τονίζονται έννοιες όπως κυριαρχία, δικαιώματα και ισορροπίες ισχύος. Αυτές έχουν, αναμφίβολα, τη σημασία τους. Ωστόσο, υπάρχει μια διάσταση που παραμένει λιγότερο ορατή, αλλά είναι εξίσου –αν όχι περισσότερο– κρίσιμη: η ασφάλεια της εναέριας κυκλοφορίας.

Ο εναέριος χώρος δεν είναι απλώς μια γεωγραφική προέκταση του εδάφους ούτε απλά μια υποδομή διαχείρισης. Είναι ένα δυναμικό επιχειρησιακό περιβάλλον, ένα εργαλείο ασφάλειας αποτροπής και ένα πεδίο άσκησης πολιτικής στο οποίο εκατοντάδες αεροσκάφη κινούνται καθημερινά με ακρίβεια δευτερολέπτου. Για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα, απαιτείται κάτι απλό στη σύλληψη αλλά απαιτητικό στην εφαρμογή: όλοι οι χρήστες να γνωρίζουν τι κάνει ο άλλος.

Αυτό επιτυγχάνεται μέσω διαδικασιών που έχουν διαμορφωθεί σε διεθνές επίπεδο υπό την αιγίδα του International Civil Aviation Organization (ICAO). Οι διαδικασίες αυτές δεν είναι γραφειοκρατικές λεπτομέρειες. Είναι οι κανόνες και διαδικασίες που κρατούν τα αεροσκάφη σε ασφαλείς αποστάσεις και επιτρέπουν στους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας να διαχειρίζονται ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα.

Η εμπειρία δείχνει ότι όταν αυτοί οι κανόνες τηρούνται, το σύστημα λειτουργεί με εντυπωσιακή αξιοπιστία. Όταν όμως παρακάμπτονται, ακόμη και μερικώς, η ισορροπία διαταράσσεται. Η προβλεψιμότητα μειώνεται, το περιθώριο αντίδρασης περιορίζεται και ο κίνδυνος αυξάνεται.

Σε αυτό το σημείο εντάσσεται και η συζήτηση για τη δραστηριότητα της Τουρκίας στο Αιγαίο. Ως επαγγελματίας που έχει βιώσει την επιχειρησιακή πραγματικότητα, δεν προσεγγίζω το ζήτημα με όρους πολιτικής αντιπαράθεσης. Το προσεγγίζω με όρους λειτουργίας του συστήματος.

Όταν στρατιωτικές πτήσεις πραγματοποιούνται χωρίς τον απαραίτητο συντονισμό με τις αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου, το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι πρακτικό και άμεσο. Οι ελεγκτές καλούνται να διαχειριστούν άγνωστους παράγοντες, τα πολιτικά αεροσκάφη ενδέχεται να χρειαστεί να τροποποιήσουν την πορεία τους με αποτέλεσμα το συνολικό επίπεδο ασφάλειας να επιβαρύνεται.

Η Τουρκία, με την πάγια πρακτική μη κατάθεσης σχεδίων πτήσης, δημιουργεί ένα περιβάλλον επιχειρησιακής αβεβαιότητας. Η απουσία συντονισμού δεν είναι διμερής διαφωνία· είναι απειλή για την ασφάλεια της διεθνούς αεροπλοΐας. Το αεροπορικό ατύχημα της 23ης Μαΐου 2006, όταν ελληνικό και τουρκικό F‑16 συγκρούστηκαν εντός του FIR Αθηνών κατά τη διαδικασία αναγνώρισης άγνωστου ίχνους, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η απόκλιση από τους κανόνες μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικό κίνδυνο. Δεν ήταν “θερμό επεισόδιο”. Ήταν η υλοποίηση του κινδύνου που παράγει η επιχειρησιακή απροβλεψιμότητα. Επίσης, το παράδειγμα των NOTAMs είναι ένα θέμα που δημιουργεί σύγχυση και αβεβαιότητα στους εμπλεκόμενους. Περιοχές ασκήσεων που δεσμεύονται για στρατιωτικές δραστηριότητες τελικά καταλήγουν να μη ξέρουμε τι ισχύει και τι όχι.

Τα συστήματα υψηλής αξιοπιστίας δεν καταρρέουν από μια μεγάλη αποτυχία, αλλά από τη συσσώρευση μικρών αποκλίσεων. Στο Αιγαίο, αυτές οι αποκλίσεις είναι καθημερινές. Και όσο η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει την εξαίρεση σε κανόνα, τόσο η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με λογικές δεκαετίας ’90.

Η πιθανή αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ αφαιρεί από την Ελλάδα ένα κρίσιμο επίπεδο στρατηγικής ασφάλειας. Για δεκαετίες, η συμμαχική δομή λειτουργούσε ως θεσμικό ανάχωμα, ακόμη και όταν δεν το ομολογούσαμε. Αν αυτό το ανάχωμα χαθεί, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια Τουρκία που θα επιχειρεί να επιβάλει τις θέσεις της χωρίς συμμαχικούς περιορισμούς, χωρίς θεσμικά αντίβαρα, χωρίς το πλαίσιο που μέχρι σήμερα συγκρατούσε την κλιμάκωση.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το FIR Αθηνών δεν είναι τεχνικό ζήτημα όπως συχνά ακούγεται. Είναι το πρώτο επίπεδο άμυνας της χώρας. Είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει την αναγνώριση άγνωστων ιχνών, την ενεργοποίηση της αεράμυνας, την τεκμηρίωση παραβιάσεων, την ασφάλεια της διεθνούς αεροπλοΐας. Είναι η αόρατη υποδομή που κρατά το Αιγαίο προβλέψιμο. Και η προβλεψιμότητα είναι το θεμέλιο της αποτροπής.

Το πραγματικό διακύβευμα στο Αιγαίο δεν είναι η πολιτική αντιπαράθεση. Είναι η διατήρηση ενός συστήματος που προστατεύει ζωές, στηρίζει τη διεθνή νομιμότητα και εξασφαλίζει την επιχειρησιακή σταθερότητα σε έναν χώρο όπου η παραμικρή απόκλιση μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Η μέχρι τώρα ελληνική πολιτική, που βασίζεται σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες και σε μια υπεραισιόδοξη ανάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος, δεν επαρκεί πλέον.

Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα στρατηγική: που να αναγνωρίζει ότι ο εναέριος χώρος του Αιγαίου δεν είναι πεδίο διαπραγμάτευσης, αλλά πεδίο ισχύος· ότι η ασφάλεια δεν παράγεται από δηλώσεις, αλλά από κανόνες· και ότι σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι συμμαχικές σταθερές καταρρέουν, η χώρα πρέπει να στηριχθεί στις δικές της δομές, στα δικά της συστήματα και στη δική της αποτροπή, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι μέσω της στάσης της λειτουργεί ως πυλώνας σταθερότητας και ως μηχανισμός αποτροπής θεσμικής αποσταθεροποίησης.

Ο εναέριος χώρος του Αιγαίου είναι το σημείο όπου η ασφάλεια, η κυριαρχία και η στρατηγική σταθερότητα συναντώνται. Και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, απαιτείται μια πολιτική που να το αντιμετωπίζει ως τέτοιο. Και η διαχείρισή του απαιτεί στρατηγική, όχι απλή διαχείριση κρίσεων.

Η Ελλάδα πρέπει να γνωρίζει ότι, όταν ο εναέριος χώρος αντιμετωπίζεται ως καθαρά τεχνικό ζήτημα, η πραγματικότητα αργά ή γρήγορα απαντά. Στο Αιγαίο, μάλιστα, απαντά πάντα νωρίς.