Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen «πάγωσε» την αρχική της απόφαση για την κατασκευή ενός νέου εργοστασίου παραγωγής στην Τουρκία, υπό το φως των νέων εξελίξεων με την τουρκική εισβολή στην Συρία, γεγονός που έχει προσελκύσει εξαιρετικά αρνητική δημοσιότητα για την εταιρεία.
Ωστόσο, όταν η εταιρεία αναζητούσε κατάλληλες χώρες για την κατασκευή ενός νέου εργοστασίου, προϋπολογισμού 1,4 δισεκατομμυρίου ευρώ, υποψήφιες εκτός από την Τουρκία ήταν κι οι Βουλγαρία, Ρουμανία και Σερβία.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Deutsche Welle, μόλις έγινε γνωστό ότι λόγω των εξελίξεων στη Συρία «παγώνει» η υλοποίηση του έργου στην Τουρκία, η Βουλγαρία κι η Ρουμανία αποφάσισαν να μην χάσουν την ευκαιρία και να προσπαθήσουν εκ νέου να διεκδικήσουν την επένδυση.
Η Βουλγαρία υποτίθεται ότι βρήκε τρόπους να επιδοτήσει την γερμανική επένδυση με ένα ποσό της τάξης 250 με 260 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ προβάλλει ως δέλεαρ ένα αναβαθμισμένο σιδηροδρομικό κι οδικό δίκτυο, χαμηλό φόρο στα εταιρικά κέρδη.
Στη διεκδίκηση για την προσέλκυση της συγκεκριμένης επένδυσης επανήλθε και η Ρουμανία, με τον υπουργό Εμπορίου Στέφαν Ράντου Οπρέα να δηλώνει ότι έχει έρθει ήδη σε επαφή με τη VW. Στη Ρουμανία θεωρούν ότι έχουν όλες τις προϋποθέσεις για να έρθει το εργοστάσιο στην χώρα τους, όπως πρόσβαση μέσω αυτοκινητοδρόμου, γρήγορη σιδηροδρομική σύνδεση, αεροδρόμιο σε κοντινή απόσταση και πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής.
Οι Ρουμάνοι λένε ότι ήδη τη δεκαετία του ’60 η VW είχε δείξει ενδιαφέρον για την κατασκευή εργοστασίου, αλλά το καθεστώς Τσαουσέσκου δεν είχε δεχθεί. Τελικά το εργοστάσιο κατασκεύασε η γαλλική Renault, στην οποία ανήκει και σήμερα η πρώτη αυτοκινητοβιομηχανία της Ρουμανίας, η γνωστή Dacia (από το Δακία – όπως ονομάζονταν η περιοχή στην αρχαιότητα).
Τα παραπάνω ακούγονται λογικά, απολύτως. Η κάθε χώρα είναι λογικό να κάνει ό,τι μπορεί για να διεκδικεί για τον εαυτό της νέες επενδύσεις που με την σειρά τους θα εξασφαλίσουν θέσεις εργασίας και ανάπτυξη εν γένει.
Η αυτοκινητοβιομηχανία ειδικά, μπορεί να παρασύρει αναπτυξιακά κι άλλους παραγωγικούς κλάδους, που αλλιώς δεν θα είχαν ευκαιρίες να προωθήσουν τα προϊόντα τους, ούτε να χρησιμοποιήσουν τυχόν κέρδη για να αναπτύξουν νέες τεχνολογίες και προϊόντα.
Το πρόβλημα είναι ότι οι κατάλληλες συνθήκες που θα προσέλκυαν μία τέτοια επένδυση είναι δύσκολο να δημιουργηθούν και χρονοβόρο. Αντίθετα, η εξάλειψη αυτών των συνθηκών και ταυτόχρονα και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών στην τοπική αγορά, είναι κάτι που μπορεί να συμβεί από τη μία μέρα στην άλλη.