Την απόκτηση εκτάσεων γης για την κατασκευή έως 120 νέων σιλό διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων (ICBM) LGM-35A Sentinel εξετάζει η πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του προγράμματος αντικατάστασης των παλαιότερων Minuteman III.

Σύμφωνα με ανακοίνωση, το αμερικανικό υπουργείο Πολεμικής Αεροπορίας ξεκίνησε διαδικασία συμπληρωματικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, προκειμένου να αξιολογήσει τις αλλαγές στον σχεδιασμό των νέων εγκαταστάσεων.

Το αναθεωρημένο σχέδιο προβλέπει την πιθανή απόκτηση γης και κατασκευή έως 30 νέων σιλό στην περιοχή της αεροπορικής βάσης F.E. Warren στο Ουαϊόμινγκ, άλλων 30 στη Malmstrom της Μοντάνα και 60 στη Minot της Βόρειας Ντακότα.

Παράλληλα, εξετάζεται η επαναχρησιμοποίηση εγκαταστάσεων της ανενεργής 564ης Μοίρας Πυραύλων στη Μοντάνα, για την ανάπτυξη έως 60 επιπλέον σιλό. Κάθε εγκατάσταση εκτόξευσης ενδέχεται να καταλαμβάνει έκταση έως 12 acres, που αντιστοιχούν σε περίπου 49 στρέμματα.

Αρχικά, η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ σχεδίαζε να αξιοποιήσει μεγάλο μέρος των υφιστάμενων εγκαταστάσεων Minuteman III. Ωστόσο, τεχνικές αξιολογήσεις κατέδειξαν ότι η αναβάθμιση των παλαιών υποδομών παρουσίαζε σημαντικές κατασκευαστικές δυσκολίες και οικονομικές επιβαρύνσεις.

Το νέο σχέδιο περιλαμβάνει επίσης την κατασκευή κέντρων ελέγχου εκτόξευσης, την ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών και πρόσθετων υποδομών υποστήριξης. Προβλέπεται ακόμη η δυνατότητα ανεφοδιασμού και επανεξοπλισμού ελικοπτέρων MH-139 Grey Wolf σε επιλεγμένες εγκαταστάσεις.

Κατά τη μετάβαση στο νέο σύστημα, η αμερικανική Πολεμική Αεροπορία επιδιώκει να διατηρήσει επιχειρησιακά 150 σιλό σε καθεμία από τις τρεις περιοχές ανάπτυξης, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της πυρηνικής αποτρεπτικής ικανότητας.

Παράλληλα, η Northrop Grumman συνεχίζει την ανάπτυξη του Sentinel, έχοντας ολοκληρώσει τον Σεπτέμβριο τη δοκιμαστική κατακόρυφη συναρμολόγηση αδρανούς πυραύλου στη βάση Vandenberg της Καλιφόρνιας. Οι πρώτες πτητικές δοκιμές προγραμματίζονται για το 2027, ενώ η αρχική επιχειρησιακή ικανότητα του νέου διηπειρωτικού πυραυλικού συστήματος τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 2030.