Την 11η Σεπτεμβρίου 2001, δύο χειριστές της 121 Fighter Squadron της D.C. Air National Guard απογειώθηκαν από την αεροπορική βάση Andrews με F-16C Block 30. Ο αντισμήναρχος Marc H. Sasseville και η υποσμηναγός Heather «Lucky» Penney ανέλαβαν να προστατεύσουν την Ουάσιγκτον από κάθε νέο εχθρικό αεροσκάφος. Τα μαχητικά τους έφυγαν χωρίς πραγματικούς πυραύλους αέρος προς αέρος και οι ίδιοι είχαν ήδη συζητήσει τον εμβολισμό ως έσχατη λύση.

Ο πυρήνας της γνωστής ιστορίας είναι αληθινός, όμως η δραματική διαδικτυακή εκδοχή συμπυκνώνει κρίσιμες λεπτομέρειες. Οι δύο χειριστές απογειώθηκαν με γενική αποστολή άμυνας της αμερικανικής πρωτεύουσας και αγνοούσαν την ονομαστική σύνδεση με την United Airlines 93. Η πτήση είχε ήδη συντριβεί κοντά στο Shanksville της Πενσιλβάνιας. Το ζεύγος Caps 1 και Caps 2 απογειώθηκε περίπου στις 10.42, σχεδόν 39 λεπτά μετά την πρόσκρουση της UA93 στις 10.03.11.

Χρόνια αργότερα η Penney θυμήθηκε το σχέδιο με τις φράσεις «I’m going to go for the cockpit» και «I’ll take the tail». Η συνομιλία αποτελεί μεταγενέστερη μαρτυρία των δύο χειριστών, χωρίς σύγχρονη ηχογράφηση από την ημέρα των επιθέσεων.

Μια μονάδα έξω από το δίκτυο άμεσης επιφυλακής

Η 113th Wing βρισκόταν δίπλα στην Ουάσιγκτον και διέθετε μαχητικά F-16 Fighting Falcon, όμως τότε λειτουργούσε ως τακτική μονάδα με καθημερινό πρόγραμμα πτήσεων. Η 121 Fighter Squadron βρισκόταν έξω από το δίκτυο μονάδων άμεσης εναέριας επιφυλακής της North American Aerospace Defense Command, της αμερικανοκαναδικής διοίκησης αεράμυνας που είναι γνωστή ως NORAD. Η μόνιμη αποστολή προστασίας της πρωτεύουσας και η αντίστοιχη αλυσίδα επικοινωνιών δημιουργήθηκαν μετά τις επιθέσεις.

Μετά την πρόσκρουση της American Airlines 77 στο Πεντάγωνο στις 9.37, η Secret Service ζήτησε μαχητική κάλυψη της National Capital Region. Το αίτημα έφθασε στον ταξίαρχο David Wherley, διοικητή της 113th Wing, μέσα από δίαυλο έξω από την κανονική αλυσίδα του NORAD. Η επιλογή των αεροσκαφών, των πληρωμάτων, των τομέων περιπολίας και των κανόνων εμπλοκής εξελίχθηκε μέσα σε λίγα λεπτά, ενώ έφθαναν συγκεχυμένες αναφορές για πρόσθετες αεροπειρατείες. Η επίσημη δημόσια ακρόαση της Επιτροπής της 11ης Σεπτεμβρίου καταγράφει ένα πρώτο F-16 της Andrews στον αέρα στις 10.38 και τις επόμενες απογειώσεις από τις 10.42.

Τα F-16 της καθημερινής εκπαίδευσης συνήθως πετούσαν χωρίς πραγματικά όπλα, για την ασφάλεια του προσωπικού εδάφους, των τεχνικών και των ίδιων των εκπαιδευτικών αποστολών. Οι AIM-9 Sidewinder μάχης της μονάδας αποτελούσαν πολεμικό απόθεμα και βρίσκονταν στην αποθήκη πυρομαχικών. Η εγκατάσταση απείχε περίπου δύο μίλια από τη γραμμή πτήσεων και η μεταφορά απαιτούσε περιμετρική διαδρομή γύρω από τη νότια πλευρά της βάσης.

Οι τεχνικοί έπρεπε να ανακτήσουν τα κιβώτια, να μεταφέρουν, να προετοιμάσουν και να αναρτήσουν τους πυραύλους στα αεροσκάφη. Η πλήρης διαδικασία απαιτούσε δεκάδες λεπτά, ενώ η πρωτεύουσα ζητούσε άμεση κάλυψη. Ο Sasseville επέλεξε την ταχεία απογείωση του πρώτου ζεύγους, καθώς η αναμονή για την ολοκλήρωση της φόρτωσης θα κρατούσε τα F-16 στο έδαφος στην πιο αβέβαιη φάση της κρίσης. Η άμεση μαρτυρία του Caine περιγράφει αναλυτικά τη μεταφορά και την προετοιμασία των όπλων στο αποχαρακτηρισμένο αρχείο της Επιτροπής της 11ης Σεπτεμβρίου.

Το πρώτο ζεύγος έφερε το εσωτερικό πυροβόλο M61A1 των 20 χιλιοστών, φορτωμένο όμως με μη εκρηκτικά εκπαιδευτικά φυσίγγια. Τα βλήματα μπορούσαν να βληθούν και να προκαλέσουν διατρήσεις, όμως η κινητική τους δράση προσέφερε αβέβαιο αποτέλεσμα απέναντι σε ένα Boeing 757. Οι επίσημες μαρτυρίες διαφωνούν για τον ακριβή αριθμό των φυσιγγίων, οπότε η αριθμητική αναφορά αποφεύγεται.

Στις 11.09 απογειώθηκαν οι Daniel Caine και Brandon Rasmussen ως Wild 1 και Wild 2, με δύο πραγματικούς AIM-9 σε κάθε F-16. Η μεταγενέστερη ένοπλη απογείωση αποδεικνύει ότι η απουσία πυραύλων από τα αεροσκάφη των Sasseville και Penney οφειλόταν στη στάση ετοιμότητας και στον χρόνο φόρτωσης.

Η Heather Lucky Penney μπροστά από F-16
Η Heather «Lucky» Penney με F-16 στο υπόστεγο. Φωτογραφία U.S. Air Force και National Museum of the U.S. Air Force

Το αυτοσχέδιο σχέδιο για να χτυπήσουν το πιλοτήριο και την ουρά

Ο Sasseville πέταξε ως Caps 1 και η Penney ως Caps 2. Στην αφήγηση που δημοσιοποιήθηκε το 2011, η Penney θυμήθηκε ότι οι δύο χειριστές συζήτησαν πώς θα σταματούσαν ένα μεγάλο επιβατικό αεροσκάφος εάν τα εκπαιδευτικά βλήματα του πυροβόλου αποδεικνύονταν ανεπαρκή. Ο Sasseville θα κατευθυνόταν στο πιλοτήριο και η Penney θα χτυπούσε την ουρά, ώστε να χαθούν ο έλεγχος και η αεροδυναμική ευστάθεια του Boeing.

Για τους δύο χειριστές ο εμβολισμός σήμαινε αποστολή με ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης. Ο χρόνος για εκτίναξη πριν από την πρόσκρουση θα ήταν ελάχιστος και η έκβαση απρόβλεπτη. Το σχέδιο υπήρξε δική τους αυτοσχέδια λύση, ενώ η ανώτερη επιχειρησιακή εντολή αφορούσε την άμυνα της πρωτεύουσας. Οι Sasseville και Penney προετοιμάστηκαν να προστατεύσουν τον Λευκό Οίκο και το Καπιτώλιο από κάθε αεροσκάφος που θα αναγνωριζόταν ως απειλή.

Το 2004 ο Sasseville κατέθεσε ότι περίμενε την εμφάνιση επιβατικού αεροσκάφους από τον βορειοδυτικό τομέα. Αγνοούσε την ονομαστική σύνδεση της αποστολής του με την United 93. Η αποχαρακτηρισμένη καταγραφή της συνέντευξής του διαχωρίζει την πραγματική εικόνα μέσα στο πιλοτήριο από τη μεταγενέστερη, συμπυκνωμένη αφήγηση. Οι δύο χειριστές αναζητούσαν κάθε πιθανή νέα απειλή προς την πρωτεύουσα.

Ο Marc H. Sasseville στο National 9/11 Pentagon Memorial
Ο Marc H. Sasseville στο National 9/11 Pentagon Memorial τον Αύγουστο του 2021. Φωτογραφία EJ Hersom και U.S. Department of Defense

Η Flight 93 και οι ηρωϊκοί επιβάτες, είχαν ήδη δώσει τη μάχη

Η Πτήση United Airlines 93 απογειώθηκε από το Newark στις 8.42 με προορισμό το San Francisco και καταλήφθηκε στις 9.28. Μέσω τηλεφωνικών κλήσεων, επιβάτες και μέλη του πληρώματος έμαθαν για τις προσκρούσεις στη Νέα Υόρκη και στο Πεντάγωνο, συζήτησαν τις επιλογές τους και οργανώθηκαν. Η αντεπίθεσή τους άρχισε περίπου στις 9.57 και συνεχίστηκε έως την πρόσκρουση του Boeing 757 στις 10.03.11 κοντά στο Shanksville, όπως καταγράφει η επίσημη ιστορία του Flight 93 National Memorial.

Στο αεροσκάφος επέβαιναν 33 επιβάτες, επτά μέλη πληρώματος και τέσσερις αεροπειρατές. Τα δεδομένα της έρευνας υποδεικνύουν ως πιθανότερο στόχο το Καπιτώλιο. Η αντίσταση των ανθρώπων της πτήσης ανάγκασε τους αεροπειρατές να εγκαταλείψουν την προσπάθεια συνέχισης προς την Ουάσιγκτον και να ρίξουν το αεροσκάφος. Το γεγονός προηγήθηκε χρονικά από την απογείωση των Caps 1 και Caps 2 και απέκλεισε οποιαδήποτε συνάντηση των F-16 με την UA93.

Η Penney τόνισε αργότερα ότι οι πραγματικοί ήρωες εκείνου του πρωινού ήταν οι επιβάτες και το πλήρωμα της Flight 93. Εκείνοι είχαν ήδη κάνει αυτό για το οποίο οι δύο χειριστές ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους. Το χρονολόγιο της 11ης Σεπτεμβρίου αποτυπώνει την παράλληλη εξέλιξη των τεσσάρων αεροπειρατειών και την πρωτοφανή σύγχυση των αρχών.

Το Wall of Names στο Flight 93 National Memorial
Εθελοντής του Flight 93 National Memorial συνομιλεί με επισκέπτη μπροστά στο Wall of Names, το οποίο τιμά τους επιβάτες και τα μέλη του πληρώματος της πτήσης. Φωτογραφία C. Claycomb και National Park Service

Οι δύο πορείες και η νέα άμυνα της Ουάσιγκτον

Ο Sasseville συνέχισε σε ανώτατες θέσεις της Air National Guard, έφθασε στον βαθμό του αντιπτεράρχου και υπηρέτησε από το 2020 έως το 2024 ως 12ος υπαρχηγός του National Guard Bureau. Η στρατιωτική του διαδρομή περιέλαβε περισσότερες από 3.300 ώρες πτήσης και πολυετή υπηρεσία σε μονάδες F-16, όπως καταγράφει το επίσημο βιογραφικό του Marc H. Sasseville.

Η Penney ήταν η πρώτη γυναίκα χειριστής μαχητικού της D.C. Air National Guard και ανήκε στην πρώτη γενιά Αμερικανίδων που μπορούσαν να ακολουθήσουν απευθείας εκπαίδευση σε μαχητικά. Πέταξε F-16 για περίπου μία δεκαετία, πραγματοποίησε δύο πολεμικές αναπτύξεις στο Ιράκ και συνέχισε στην Air Force Reserve και στην αεροδιαστημική κοινότητα. Η επίσημη παρουσίαση του National Museum of the U.S. Air Force διασώζει τη δική της μαρτυρία για εκείνο το πρωινό.

Μετά τις επιθέσεις, η 113th Wing απέκτησε μόνιμη αποστολή Aerospace Control Alert για την National Capital Region σε εικοσιτετράωρη βάση. Η επίσημη ιστορία της 113 Wing περιγράφει την εξέλιξη αυτής της αποστολής στο πλαίσιο της Operation Noble Eagle. Η ιστορία των Caps 1 και Caps 2 παραμένει μαρτυρία ανθρώπινης ετοιμότητας μέσα σε ένα σύστημα αεράμυνας που εκείνο το πρωί λειτουργούσε με κατακερματισμένη πληροφόρηση και διαδικασίες σχεδιασμένες για έναν εντελώς διαφορετικό τύπο απειλής.