Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, η ένταξη των μαχητικών F-16 στην Ουκρανική Αεροπορία έχει ήδη αφήσει ένα μετρήσιμο αποτύπωμα στη μάχη. Καθώς το Κίεβο απέκτησε ένα μαχητικό που φέρνει τη δυτική αλυσίδα όπλων, αισθητήρων και υποστήριξης, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος για αποστολές που η Ουκρανία εκτελεί καθημερινά – κυρίως αεράμυνα έναντι πυραύλων/UCAV – ενώ όσο προχωρά η ωρίμανση τακτικών και διαθεσιμοτήτων, και κρούση υψηλής ακρίβειας.
Αυτό έχει σημασία διότι η θεωρητικά πανίσχυρη ρωσική Αεροπορία, με αριθμητική υπεροχή, προηγμένα μαχητικά και ισχυρή αντιαεροπορική ομπρέλα, δεν κατόρθωσε να επιβάλει πλήρη αεροπορική κυριαρχία. Στο πρακτικό πεδίο, η Ρωσία εξακολουθεί να επιχειρεί με προσοχή σε μεγάλο μέρος του μετώπου, καθώς αντιμετωπίζει ένα πλέγμα ουκρανικής αεράμυνας και διασποράς δυνάμεων.

Από την παράδοση στη μάχη
Η «γραμμή εισαγωγής» των ουκρανικών F-16 ξεκίνησε το 2023, όταν οι ΗΠΑ έδωσαν το πράσινο φως για μεταβίβαση παλαιών αεροσκαφών F-16AM από ευρωπαϊκά αποθέματα. Ο πυρήνας του προγράμματος στηρίχθηκε αρχικά σε Δανία και Ολλανδία, που ανέλαβαν καίριο ρόλο τόσο στις παραδόσεις των αεροκαφών, όσο και στην εκπαίδευση των Ουκρανών στον τύπο.
Για τους αριθμούς, η Δανία προσέφερε 19 αεροσκάφη και η Ολλανδία 24, η Νορβηγία 14 και το Βέλγιο 30, όπου τα περισσότερα έχουν παραδοθεί, αν και μερικά δεν βρίσκονται εντός Ουκρανίας, αλλά χρησιμοποιούνται ως εκπαιδευτικά των Ουκρανών χειριστών.

Το κρίσιμο όμως δεν ήταν μόνο ο αριθμός των παραδόσεων. Ήταν η εκπαίδευση και η υποστήριξη, όχι μόνο των πιλότων, αλλά και των τεχνικών. Η μετάβαση από τη σοβιετική φιλοσοφία χρήσης, σε δυτικό μαχητικό, με διαφορετικές διαδικασίες, ορολογία, πρότυπα ασφάλειας κ.ο.κ., απαιτεί χρόνο. Έτσι υιοθετήθηκε ένα μοντέλο πολλών σταδίων προσαρμογής των Ουκρανών, με αρχική προετοιμασία/βασικές δεξιότητες, προχωρημένη φάση εκπαίδευσης και στη συνέχεια επιχειρησιακή διαθεσιμότητα. Σημείο-κλειδί αποτέλεσε το European F-16 Training Center (EFTC) στη Ρουμανία, που σχεδιάστηκε να λειτουργεί ως βασικός κόμβος εκπαίδευσης και διαλειτουργικότητας.
Η επιχειρησιακή ένταξη των F-16 επιβεβαιώθηκε δημόσια το καλοκαίρι του 2024, όταν ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανακοίνωσε ότι οι Ουκρανοί πιλότοι έχουν ήδη ξεκινήσει επιχειρήσεις με τον τύπο. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχαν υπάρξει αναφορές πως η χώρα παρέλαβε μικρό αρχικό αριθμό αεροσκαφών.
Από εκεί και πέρα, άνοιγε το πραγματικό «μέτωπο» της συντήρησης. Τα F-16 είναι ένα οικοσύστημα: κινητήρες, ηλεκτρονικά, δομικές επιθεωρήσεις, ανταλλακτικά, όπλα, επίγεια μέσα, τεχνικοί, λογισμικό αποστολής. Γι’ αυτό έχει αξία ότι οι ΗΠΑ υποστήριξαν την προσπάθεια ακόμη και μέσω ατρκάκτων από τα δικά τους “νεκροταφεία αεροσκαφών”, ως πηγή ανταλλακτικών.
Στο επιχειρησιακό κομμάτι, οι δυτικοί φρόντισαν να υποστηρίξουν την Ουκρανία με αρκετά σταθερή ροή όπλων. Παρότι η πλήρης λίστα παραδόσεων/ενσωματώσεων δεν δημοσιοποιείται, το αποτέλεσμα που έχει καταγραφεί οπτικά και με δημοσιογραφικές αναφορές, είναι ότι τα ουκρανικά F-16 επιχειρούν με πυραύλους AIM-120 AMRAAM και AIM-9 Sidewinder σε αποστολές αεράμυνας, αν και οι ΑΙΜ-120 είναι σχετικά λιγοστοί.

Εδώ πρέπει να τονιστεί κάτι που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: σε πόλεμο φθοράς, η αξία ενός F-16 δεν μετριέται μόνο στις «αερομαχίες». Μετριέται στο πόσα κύματα drones και πυραύλων καταφέρνει να απορροφήσει/μειώσει πριν φτάσουν στις ουκρανικές πόλεις, άρα και πόσες φορές «σώζει» ακριβά επίγεια αντιαεροπορικά αποθέματα και πόσο πιέζει τον αντίπαλο να αλλάξει τακτικές.
Η πιο χαρακτηριστική δράση που έχει γίνει γνωστή, αφορά αποστολές αναχαίτισης πυραύλων cruise. Τον Ιανουάριο του 2025, ουκρανικά μέσα ανέφεραν ότι τον Δεκέμβριο είχε σημειωθεί κατάρριψη πολλαπλών cruise από ένα F-16, ακόμη και με χρήση του πυροβόλου για μέρος των εμπλοκών – ένας ισχυρισμός που παρουσιάστηκε ως ιστορικός, για «πρώτη φορά» για το συγκεκριμένο αεροσκάφος.
Εδώ όμως έχουμε και εγχώρια προσαρμογή τακτικών. Ουκρανικές πηγές περιγράφουν ότι η εκπαίδευση στη Δύση ήταν προσανατολισμένη σε άλλο περιβάλλον, οπότε αναγκάστηκαν να φτιάξουν δικές τους διαδικασίες μάχης, υπό την απειλή ενός πυκνού ρωσικού πλέγματος αντιαεροπορικών και ηλεκτρονικού πολέμου.
Η ένταξη στη μάχη αναμενόμενα είχε και κόστος, ζωών και αεροσκαφών. Η πρώτη καταγεγραμμένη πτώση F-16 ανακοινώθηκε τον Αύγουστο του 2024, όταν αεροσκάφος συνετρίβη κατά την προσπάθεια απόκρουσης μεγάλης ρωσικής επίθεσης, με απώλεια του χειριστή. Το περιστατικό προκάλεσε έντονη συζήτηση στην Ουκρανία και διεθνές ενδιαφέρον, με δημοσιεύματα να αναφέρουν ακόμη και πιθανότητα κατάρριψης από φίλια πυρά – κάτι που ίσως να δημιούργησε και πολιτική σύγκρουση στο Κίεβο ενώ συνδέθηκε με αλλαγές στη διοίκηση της Αεροπορίας.

Το Μάιο του 2025, η Ουκρανία έχασε άλλο F-16 μετά από «συμβάν επί του αεροσκάφους», με τον πιλότο να εκτινάσσεται με ασφάλεια. Τον Ιούνιο του 2025, σε μια από τις μεγαλύτερες ρωσικές επιθέσεις με drones και πυραύλους, ανακοινώθηκε απώλεια πιλότου, που σύμφωνα με την ουκρανική πλευρά, κατέρριψε επτά εναέριους στόχους πριν το αεροσκάφος χαθεί.
Η ουκρανική εμπειρία για τα ελληνικά Block 30
Η συζήτηση για τα F-16 στην Ουκρανία συχνά εγκλωβίστηκε στο ερώτημα «αν θα κερδίσουν αεροπορική υπεροχή;», κάτι προφανώς πολύ δύσκολο έως αδύνατο. Όμως αυτό το πλαίσιο χάνει το ουσιώδες: τα ουκρανικά F-16 έφεραν τρία πρακτικά πλεονεκτήματα:
Το πρώτο είναι η τυποποίηση όπλων και δεδομένων. Το F-16 είναι ο φυσικός φορέας για όπλα αέρος-αέρος όπως το AIM-120 και για δυτικά συστήματα επικοινωνιών/τακτικής εικόνας, οπότε δεν χρειάζεται αυτά να προσαρμόζονται πρόχειρα πάνω σε ρωσικής τεχνολογίας μαχητικά που ακόμη διαθέτει η Ουκρανία. Το δεύτερο είναι ότι προσφέρει έναν ευέλικτο “ιπτάμενο σταθμό άμυνας”. Σε κάθε μαζική ρωσική επίθεση, η Ουκρανία καλείται να μοιράσει τους στόχους ανάμεσα σε επίγεια πυραυλικά συστήματα (Patriot, NASAMS, IRIS-T, SAMP/T κ.α.) και σε πιο “οικονομικά” μέσα αεράμυνας (αντιαεροπορικά πυροβόλα, φορητοί πύραυλοι, ηλεκτρονική παρεμβολή). Εδώ ένα F-16 που περιπολεί, έχοντας καλή καθοδήγηση από επίγεια ραντάρ/δικτύωση, μπορεί να «θερίσει» στόχους που αλλιώς θα κατανάλωναν σπάνιους και ακριβούς πυραύλους.

Το τρίτο είναι ότι λειτουργεί ως πλατφόρμα κρούσης που σταδιακά ωριμάζει. Ακόμη και όταν οι λεπτομέρειες για συγκεκριμένα όπλα δεν ανακοινώνονται, η εικόνα είναι σαφής: το F-16 επιτρέπει στην Ουκρανία να χρησιμοποιεί δυτικά αποθέματα κατευθυνόμενων όπλων και να αναβαθμίζει την ακρίβεια/απόσταση εμπλοκής σε σχέση με τα ρωσικά αεροσκάφη. Η ίδια η συζήτηση που άνοιξε στις ΗΠΑ για προμήθειες αεροεκτοξευόμενων όπλων μεγαλύτερης εμβέλειας προς την Ουκρανία, δείχνει πως η συνέχεια είναι για αύξηση της ικανότητας πλήγματος με πιο εξελιγμένα stand-off πυρομαχικά.
Έτσι το ουκρανικό παράδειγμα, με παλαιά F-16, που σε μεγάλο βαθμό προορίζονταν για απόσυρση από τις δυτικές αεροπορίες, και τώρα αποδίδουν σε συγκεκριμένες αποστολές, σαφώς έχει επέκταση και στην Ελλάδα. Όπου τα δικά μας F-16 Block 30 (αυτά που θέλουμε να πουλήσουμε…) θα μπορούν να κάνουν χρήση π.χ. πυραύλων αέρος-εδάφους Rampage, αφήνοντας τα πιο σύγχρονα F-16V σε ρόλους εναέριας υπεροχής.
Εδώ μπαίνει το θέμα και του «παλαιού» δικού μας αποθέματος πυραύλων αέρος-αέρος, μικρού βεληνεκούς, Sidewinder AIM-9. Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει τις εκδόσεις AIM-9 L/I, L/I-1 και M. Πρόκειται για βλήματα που τα περισσότερα (εκτός ίσως του -Μ), σε επίπεδο αερομαχίας απέναντι σε προηγμένα μαχητικά, σαφώς δεν είναι η τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Όμως σε πόλεμο τύπου Ουκρανίας (με όψεις που δεν είναι καθόλου μακριά από σενάρια που μας αφορούν), το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσει το F-16AM αερομαχία απέναντι σε Su-35. Είναι να καταρρίψει μη επανδρωμένα τύπου Shahed/Geran, να αναχαιτίσει πυραύλους cruise, να κυνηγήσει μεγάλα αναγνωριστικά UAV που πετάνε για δεκάδες ώρες πάνω από το μέτωπο, να κλείσει «τρύπες» σε επιθέσεις κορεσμού. Εκεί, ένας παλαιός Sidewinder –ιδίως όταν υπάρχει απόθεμα– αποκτά άλλη λογική καθώς λειτουργεί ως εργαλείο αποφόρτισης της ακριβής επίγειας αεράμυνας.
Αν το δούμε ως συνολική αρχιτεκτονική αεράμυνας, ένας ολοκληρωμένος θόλος, όπως η “Ασπίδα του Αχιλλέα” που η Ελλάδα θέλει να δομήσει, απαιτεί πολλαπλά συστήματα, ραντάρ, διοίκηση-έλεγχο, δίκτυα, αποθέματα αναχαιτιστών και συνεχή αναπλήρωση πυρομαχικών. Οπότε ένα F-16 Block 30 που ήδη υπάρχει, με προσωπικό που ήδη το γνωρίζει άριστα, και με στοκ βλημάτων, μπορεί να δώσει ένα μεγάλο ποσοστό θετικού αποτελέσματος στις «ευκολότερες» απειλές.
Αν θέλουμε να το ποσοτικοποιήσουμε ως τάξη μεγέθους, το κόστος ώρας πτήσης ενός F-16 παλιάς έκδοσης, είναι λίγες χιλιάδες δολάρια ανά ώρα. Στον αντίποδα, ένας πύραυλος Patriot PAC-3 MSE κοστίζει περίπου 4 εκατ. δολάρια, οπότε και εδώ το συγκεκριμένο μαχητικό μπορεί να αποδειχθεί και οικονομικότερο ως “επιλογή αναχαίτισης”.
Θα ήταν λοιπόν χρήσιμα τα ελληνικά Block 30 αν βρισκόμασταν στη θέση της Ουκρανίας; Με βάση όσα βλέπουμε στην πράξη, ναι, εφόσον υπάρχει διαθεσιμότητα, γρήγορη αντίδραση, κατάλληλες τακτικές, δικτύωση με επίγεια μέσα, και ένα μίγμα όπλων που δεν εξαντλείται μετά από λίγες ημέρες. Το συμπέρασμα για την Ελλάδα, ειδικά σε συζητήσεις περί «θόλων», είναι απλό: η αεροπορία δεν αντικαθιστά την επίγεια αεράμυνα – τη συμπληρώνει.