Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σαουδική Αραβία βρίσκονται ένα βήμα πριν από την ολοκλήρωση μιας στρατηγικής συμφωνίας πολιτικής πυρηνικής συνεργασίας, γνωστής ως «123 Agreement», βάσει της  αμερικανικής νομοθεσίας Atomic Energy Act.

Η συμφωνία, η οποία έχει ήδη εγκριθεί από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και αναμένεται να ανακοινωθεί επίσημα το προσεχές διάστημα πριν υποβληθεί στο Κογκρέσο για έλεγχο, αποσκοπεί στην υποστήριξη του σαουδαραβικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, δίνοντας παράλληλα προτεραιότητα στη συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών.

Η νέα συμφωνία βασίζεται στην Κοινή Διακήρυξη που υπεγράφη τον Νοέμβριο του 2025 κατά την επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου Mohammed bin Salman στην Ουάσιγκτον και προβλέπεται να έχει διάρκεια περίπου 30 ετών. Η συνολική της αξία εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, δημιουργώντας σημαντικές ευκαιρίες για την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία μέσω της κατασκευής αντιδραστήρων, της ανάπτυξης υποδομών και της παροχής τεχνογνωσίας.

Για τη Σαουδική Αραβία, η συμφωνία αποτελεί βασικό πυλώνα του προγράμματος οικονομικού μετασχηματισμού Vision 2030, καθώς το Ριάντ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτηση τα οικονομίας του από το πετρέλαιο, να ενισχύσει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και να αξιοποιήσει τα εγχώρια κοιτάσματα ουρανίου. Στο πλαίσιο αυτό σχεδιάζεται αρχικά η κατασκευή δύο πυρηνικών αντιδραστήρων, ενώ η χώρα επιθυμεί να αναπτύξει και τμήματα του κύκλου πυρηνικού καυσίμου, συμπεριλαμβανομένου του εμπλουτισμού ουρανίου.

Το τελευταίο σημείο αποτελεί και το πλέον αμφιλεγόμενο στοιχείο της συμφωνίας. Αν και το κείμενο περιλαμβάνει διμερή συμφωνία διασφαλίσεων με πρόσθετους μηχανισμούς επαλήθευσης από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA) για δραστηριότητες όπως ο εμπλουτισμός, η μετατροπή, η κατασκευή καυσίμου και η επανεπεξεργασία, δεν υιοθετεί το λεγόμενο «gold standard» που εφαρμόστηκε στη συμφωνία των ΗΠΑ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Δηλαδή, η Σαουδική Αραβία δεν δεσμεύεται να παραιτηθεί οριστικά από τον εμπλουτισμό ουρανίου ή την επανεπεξεργασία πυρηνικών υλικών, ούτε προβλέπεται υποχρεωτική εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της IAEA, που επιτρέπει εκτενέστερες επιθεωρήσεις.

Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η στενή εμπλοκή των ΗΠΑ στο σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα θα διασφαλίσει υψηλά πρότυπα ασφάλειας και μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, περιορίζοντας παράλληλα την επιρροή ανταγωνιστών όπως η Κίνα και η Ρωσία, οι οποίες επίσης επιδιώκουν να συμμετάσχουν σε μεγάλα πυρηνικά έργα στη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, η συμφωνία προκαλεί αντιδράσεις στο Κογκρέσο και στους κύκλους ελέγχου των εξοπλισμών. Οι επικριτές εκφράζουν φόβους ότι η ανάπτυξη δυνατοτήτων εμπλουτισμού ουρανίου θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Ριάντ τις τεχνολογικές βάσεις για την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα παλαιότερων δηλώσεων του Mohammed bin Salman ότι η Σαουδική Αραβία θα επιδιώξει να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο εάν το Ιράν αναπτύξει πυρηνικά όπλα.

Μετά την επίσημη κατάθεσή της, η συμφωνία θα εισέλθει σε περίοδο εξέτασης 90 ημερών από το αμερικανικό Κογκρέσο, το οποίο διατηρεί τη δυνατότητα να την απορρίψει μέσω σχετικής νομοθετικής διαδικασίας. Παρότι δεν θεωρείται βέβαιο ότι θα συγκεντρωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία για την ανατροπή της, η συμφωνία αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο έντονης πολιτικής συζήτησης, καθώς αγγίζει τόσο ζητήματα γεωπολιτικής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή όσο και το ευρύτερο καθεστώς μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.