Στις κάλπες προσέρχονται την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου οι Σουηδοί, σε μια αναμέτρηση που μπορεί να επαναφέρει τους Σοσιαλδημοκράτες στην εξουσία ή να ανοίξει για πρώτη φορά την πόρτα της κυβέρνησης στους ακροδεξιούς, αποκαλούμενους Σουηδούς Δημοκράτες (Sverigedemokraterna). Παράλληλα, οι καταγγελίες για φιλορωσικά δίκτυα παραπληροφόρησης προσθέτουν μια διάσταση ασφάλειας στην προεκλογική αντιπαράθεση, στις πρώτες βουλευτικές εκλογές της χώρας μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ.  

Ο πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον, επικεφαλής του κόμματος των Μετριοπαθών, διεκδικεί δεύτερη θητεία. Η κυβέρνησή του αποτελείται από τους Μετριοπαθείς, τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Φιλελευθέρους, με κοινοβουλευτική στήριξη από τους Σουηδούς Δημοκράτες του Γίμι Όκεσον. Αυτή τη φορά, όμως, ο σχεδιασμός προβλέπει τη συμμετοχή και του τελευταίου κόμματος στο υπουργικό συμβούλιο. Απέναντί τους βρίσκεται η πρώην πρωθυπουργός Μαγκνταλένα Άντερσον, η οποία επιδιώκει την επιστροφή των Σοσιαλδημοκρατών στην κυβέρνηση.  

Καθώς οι κάλπες πλησιάζουν, η μάχη έχει γίνει πιο αμφίρροπη. Στη μέτρηση του Ινστιτούτου  Novus, που δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου και πραγματοποιήθηκε στις 6–8 Σεπτεμβρίου, τα τέσσερα κόμματα της αντιπολίτευσης συγκέντρωναν 50,7%, έναντι 48,1% των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση. Το ίδιο το ινστιτούτο επισημαίνει ότι η διαφορά βρίσκεται εντός του στατιστικού περιθωρίου σφάλματος. Καθοριστική είναι η επίδοση των Φιλελευθέρων, οι οποίοι εμφανίζονται στο 5,8%, πάνω από το εθνικό εκλογικό όριο του 4%, ενισχύοντας τις πιθανότητες επιβίωσης της κυβερνητικής συμμαχίας.

Η πιθανή είσοδος των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών στην κυβέρνηση αποτελεί κεντρικό διακύβευμα. Ο Κρίστερσον προβάλλει την ανάγκη σταθερής πλειοψηφίας, ενώ η Άντερσον προειδοποιεί για την επιρροή που θα αποκτούσε το κόμμα σε κρίσιμους τομείς πολιτικής. Ωστόσο, ούτε μια νίκη της αντιπολίτευσης εγγυάται εύκολο σχηματισμό κυβέρνησης: το Κόμμα του Κέντρου απορρίπτει τη συγκυβέρνηση με το Κόμμα της Αριστεράς, ενώ υπάρχουν διαφωνίες για τη φορολογία και την πυρηνική ενέργεια.  

Η σημασία της αναμέτρησης για την Ευρώπη συνδέεται με τη νέα στρατηγική θέση της Σουηδίας. Η χώρα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ στις 7 Μαρτίου 2024, ενώ η περιοχή Γκότλαντ αποτελεί σημαντικό σημείο για την άμυνα της Βαλτικής και της βορειοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας. Συνεπώς, η σταθερότητα της επόμενης κυβέρνησης έχει σημασία και για την υλοποίηση των συμμαχικών υποχρεώσεων της Στοκχόλμης.  

Οι καταγγελίες για ρωσική παρέμβαση έχουν συγκεκριμένο υπόβαθρο. Στις 19 Αυγούστου, η δημόσια τηλεόραση SVT αποκάλυψε ότι επτά πλαστά βίντεο είχαν αναρτηθεί στο Χ μέσα σε μία ώρα το προηγούμενο βράδυ. Περιείχαν ψευδείς ισχυρισμούς περί εκλογικής νοθείας και κατηγορίες κατά του Κρίστερσον, χρησιμοποιώντας παρανόμως λογότυπα και γραφικά αναγνωρίσιμων ΜΜΕ, μεταξύ τους της SVT, της Dagens Nyheter, του Euronews και του Der Spiegel. Η ομάδα ανάλυσης Antibot4navalny συνέδεσε τις αναρτήσεις με τη φιλορωσική επιχείρηση επιρροής «Matryoshka».  

Σε ξεχωριστή υπόθεση, στις 10 Αυγούστου, η σουηδική υπηρεσία ασφαλείας Säpo ανακοίνωσε ότι έλαβε μέτρα κατά επιχείρησης πληροφοριών την οποία απέδωσε στη ρωσική υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών SVR. Σύμφωνα με τη Säpo, στόχος ήταν ο επηρεασμός της σουηδικής λήψης αποφάσεων και η δυσφήμηση της Σουηδίας, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Η ανακοίνωση αφορά ευρύτερη επιχείρηση επιρροής και δεν τεκμηριώνει παραβίαση της εκλογικής καταμέτρησης.  

Πάντως, η Σουηδική Υπηρεσία Ψυχολογικής Άμυνας (MPF) διατυπώνει μια πιο συγκρατημένη εκτίμηση για την κλίμακα της απειλής. Θεωρεί τη Ρωσία βασικό εξωτερικό παράγοντα κακόβουλης πληροφοριακής επιρροής, αλλά αναφέρει ότι οι σουηδικές εκλογές δεν αποτελούν επί του παρόντος προτεραιότητα της Μόσχας. Εξηγεί ότι η ευρεία συμφωνία στη Σουηδία υπέρ της υποστήριξης της Ουκρανίας περιορίζει τα κίνητρα για εκλογική παρέμβαση, προειδοποιώντας παράλληλα ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει γρήγορα.  Η MPF (Myndigheten för Psykologiskt Försvar ) είναι μια εξειδικευμένη κυβερνητική υπηρεσία της Σουηδίας, η οποία ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 2022 με κύριο σκοπό την προστασία της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας της χώρας από την ξένη παραπληροφόρηση, τα fake news και την ψυχολογική χειραγώγηση.

Οι αρχές εστιάζουν τόσο στην προστασία της διαδικασίας όσο και στη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Η εκλογική αρχή τονίζει ότι η ψηφοφορία και η καταμέτρηση είναι ανοικτές σε δημόσια παρακολούθηση και ότι οι ψήφοι καταμετρώνται επανειλημμένα. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι ψευδείς πληροφορίες για το πότε, πού και πώς ψηφίζει κανείς μπορούν να αποθαρρύνουν τη συμμετοχή ή να υπονομεύσουν την αποδοχή του αποτελέσματος — ακόμη και χωρίς καμία αλλοίωση της κάλπης.