Ένα τουρκικής προέλευσης μη επανδρωμένο Akinci των Σουδανικών Ενόπλων Δυνάμεων κατέρριψε με πύραυλο αέρος-αέρος ένα κινεζικής προέλευσης CH-95 που ανήκε στις αντιμαχόμενες Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (Rapid Support Forces – RSF) στο δυτικό Σουδάν ενώ κατέστρεψε κι άλλο ένα UAV στο έδαφος. Τα δύο περιστατικά αποτελούν ευκαιριακές ειδήσεις αν απομονωθούν από το κύριο θέμα που είναι η κατάσταση στο Σουδάν, μια από τις μεγαλύτερες και φτωχότερες χώρες της Αφρικής όπου ο πόλεμος ουσιαστικά δεν έχει σταματήσει εδώ και εβδομήντα χρόνια.
EXCLUSIVE: Sudan Army’s Bayraktar AKINCI drone shot down a Chinese-made CH-95 drone supplied by the UAE to the RSF terror group, using an air-to-air missile. pic.twitter.com/29qBhcLfrS
— Clash Report (@clashreport) July 13, 2026
Πραγματικά, η ιστορική πορεία του Σουδάν από την ανεξαρτησία του μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται από έναν αέναο κύκλο πολιτικής αστάθειας, γεωπολιτικών ανταγωνισμών και αιματηρών εσωτερικών συγκρούσεων. Μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υπό τον έλεγχο των Αιγυπτίων, η περιοχή του Σουδάν γνώρισε το κίνημα του Μαχντί το 1881, που κήρυξε την ενότητα των διαφόρων φυλών και την ανεξαρτησία, πετυχαίνοντας την ίδρυση ενός βραχυχρόνιου μουσουλμανικού καθεστώτος. Το 1899 με παρέμβαση βρετανικών στρατευμάτων η χώρα βρέθηκε υπό αγγλοαιγυπτιακή συγκυριαρχία, για να καταφέρει την ανεξαρτησία της, την περίοδο της κατάρρευσης της αποικιοκρατίας, το 1956. Ωστόσο, η χαρά της ανεξαρτησίας επισκιάστηκε γρήγορα από βαθιές εσωτερικές διαιρέσεις. Το Σουδάν ήταν διχασμένο από τις τεράστιες ανισότητες μεταξύ του αραβόφωνου, μουσουλμανικού Βορρά, ο οποίος συγκέντρωνε την πολιτική και οικονομική εξουσία, και του χριστιανικού ή ανιμιστικού Νότου, ο οποίος περιθωριοποιήθηκε συστηματικά από την κεντρική διοίκηση.
Αυτές οι ανισότητες οδήγησαν σε δύο μακροχρόνιους και εξαιρετικά καταστροφικούς εμφύλιους πολέμους. Ο πρώτος (1955–1972) και ο δεύτερος (1983–2005) ερήμωσαν την ύπαιθρο και κόστισαν τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ η χώρα ζούσε μια διαρκή πολιτική αναταραχή με πραξικοπήματα, παρεμβάσεις ξένων, αλλά και συγκρούσεις με γειτονικές χώρες, όοπως το Τσαντ. Η μακρά αυτή σύγκρουση τερματίστηκε επίσημα το 2011, με την ιστορική απόσχιση του Νότιου Σουδάν μετά από δημοψήφισμα, παίρνοντας μαζί του το μεγαλύτερο μέρος των πλούσιων πετρελαϊκών κοιτασμάτων της χώρας. Παράλληλα, από το 2003, η περιοχή του Νταρφούρ στα δυτικά βίωνε τη δική της αιματηρή γενοκτονία, με την κυβέρνηση του Χαρτούμ να επιστρατεύει τις διαβόητες αραβικές πολιτοφυλακές Τζαντζαουίντ για να καταστείλει τους τοπικούς αφρικανικούς πληθυσμούς.

Το 1989, την εξουσία κατέλαβε με στρατιωτικό πραξικόπημα ο Ομάρ αλ-Μπασίρ, εγκαθιδρύοντας ένα αυταρχικό, ισλαμιστικό καθεστώς που διήρκεσε τρεις δεκαετίες. Η πτώση του Μπασίρ ήρθε το 2019 μετά από μαζικές, ειρηνικές λαϊκές διαδηλώσεις. Η μεταβατική όμως κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών κατέρρευσε το 2021, όταν ο στρατός ανέτρεψε πλήρως τους πολιτικούς εγκαθιστώντας εκ νέου δικτατορία. Η εύθραυστη συμμαχία μεταξύ των δύο ισχυρότερων στρατιωτικών ηγετών της χώρας διαλύθηκε οριστικά στις 15 Απριλίου 2023, βυθίζοντας το Σουδάν στον σημερινό ολοκληρωτικό -τρίτο κατά σειρά- εμφύλιο πόλεμο.
Στη σύγχρονη αυτή σύγκρουση αντιμάχονται δύο κύριες πλευρές: οι Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις (SAF), που θεωρούνται οι “κυβερνητικές” υπό τον στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ αλ-Μπουρχάν, και οι Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF) υπό τον στρατηγό Μοχάμεντ Χαμντάν Νταγκάλο, γνωστό ως «Χεμέντι». Οι RSF αποτελούν την επίσημη μετεξέλιξη των πολιτοφυλακών Τζαντζαουίντ του Νταρφούρ, τις οποίες το κράτος είχε κάποτε νομιμοποιήσει ως αυτόνομο παραστρατιωτικό σώμα. Δεν υπάρχει κάποιο ιδεολογικό υπόβαθρο στην τρέχουσα σύγκρουση, αλλά πρόκειται για έναν απροκάλυπτο πόλεμο ισχύος για τον έλεγχο των κρατικών πόρων, των εύφορων εδαφών, των υποδομών και των πλούσιων ορυχείων της χώρας.

Ο πόλεμος αυτός έχει μετατραπεί σε ένα κλασικό πεδίο σύγκρουσης δι’ αντιπροσώπων (proxy war), καθώς ξένες δυνάμεις τροφοδοτούν τη σύρραξη για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Οι Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF) υποστηρίζονται από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), τα οποία παρέχουν εξελιγμένο οπλισμό, drones και χρήματα, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα τον έλεγχο των σουδανικών εξαγωγών χρυσού.

Παράλληλα, η ρωσική μισθοφορική οργάνωση Βάγκνερ (που πλέον αποκαλείται Africa Corps) έχει προσφέρει στρατιωτική υποστήριξη και αντιαεροπορικά συστήματα στις RSF, με σκοπό τη διασφάλιση των δικών της οικονομικών προνομίων στα ορυχεία και την ενίσχυση της επιρροής της Μόσχας στην υποσαχάρια Αφρική. Εδώ όμως τα τελευταία χρόνια η Μόσχα έχει βρει και σημεία επαφής με τις δυνάμεις του SAF, ζητώντας την δημιουργία μιας ναυτικής βάσης στην Ερυθρά Θάλασσα..

Από την άλλη πλευρά, οι Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις (SAF) απολαμβάνουν τη σταθερή στήριξη της Αιγύπτου, η οποία θεωρεί τον τακτικό στρατό ως τον μόνο νόμιμο εγγυητή της σταθερότητας στα νότια σύνορά της και της ασφάλειας για τα νερά του Νείλου. Επιπλέον, το Ιράν έχει προμηθεύσει τις SAF με προηγμένα μαχητικά drones (τύπου Mohajer-6) που άλλαξαν τις ισορροπίες στο πεδίο των μαχών γύρω από το Χαρτούμ, επιδιώκοντας να αποκτήσει ναυτικά ερείσματα στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ αντίστοιχα πράττει και η Κίνα που ήδη έχει κατασκευάσει ένα μεγάλο εμπορικό λιμάνι στο Port Sudan. Η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία επιχειρούν επίσης να διατηρήσουν διπλωματικούς διαύλους, με το Ριάντ να ανησυχεί έντονα για την αυξανόμενη επιρροή των Εμιράτων στην ευρύτερη περιοχή.

Η εκτεταμένη ξένη παρέμβαση έχει παρατείνει τη σύγκρουση και έχει τορπιλίσει κάθε διεθνή ειρηνευτική πρωτοβουλία. Το αποτέλεσμα είναι μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική καταστροφή. Οδήγησε σε 9 με 11 εκατομμύρια εκτοπισμένους, εκτεταμένο λιμό και πλήρη κατάρρευση των υποδομών αφήνοντας 150.000 νεκρούς και 30 εκατομμύρια πολιτών σε ανάγκη βοήθειας σε έναν συνολικό πληθυσμό 47 εκατομμύριων αποδεικνύοντας ότι το μέλλον του Σουδάν παραμένει διαχρονικά όμηρος των εσωτερικών φιλοδοξιών και των διεθνών ανταγωνισμών.