Σύμφωνα με ρεπορτάζ της UNITED24 της 5ης Οκτωβρίου, περισσότερα από δώδεκα συστήματα Sky Sentinel με πολυβόλο 12,7 χιλιοστών και ηλεκτροοπτικό σύστημα στόχευσης προστατεύουν το Κίεβο, ενώ άλλα οκτώ προβλέπεται να αναπτυχθούν στην περιφέρεια της πόλης. Ο εκπρόσωπος της ουκρανικής Αεροπορίας Γιούρι Ιχνάτ δήλωσε ότι ρομποτικοί πυργίσκοι αυτού του τύπου έχουν καταρρίψει και αεριωθούμενα ρωσικά ντρόουν, περιλαμβανομένου του Geran-5. Οπότε ένα βαρύ πολυβόλο των 12,7 χιλιοστών, όταν εντάσσεται σε σωστή αλυσίδα αισθητήρα και ελέγχου πυρός, μπορεί να αναλάβει μέρος της κοντινής άμυνας απέναντι σε στόχους που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν υπερβολικά γρήγοροι ή μικροί για τόσο απλό όπλο.


Η μεγάλη δυσκολία πριν την βολή
Ένα βλήμα 12,7 χιλιοστών διαθέτει αρκετή κινητική ενέργεια για να καταστρέψει κινητήρα, πτέρυγα, δεξαμενή ή ηλεκτρονικά ενός drone. Η δυσκολία είναι να οδηγηθεί το βλήμα στο σωστό σημείο, την κατάλληλη στιγμή. Σε έναν μικρό στόχο που αλλάζει γωνία και διασχίζει το πεδίο με εκατοντάδες χιλιόμετρα την ώρα, τα λίγα δέκατα του δευτερολέπτου μεταξύ μέτρησης και βολής μετατρέπονται σε μέτρα σφάλματος.
Το ηλεκτροοπτικό σύστημα μπορεί να προσφέρει υψηλή γωνιακή ακρίβεια στην τελική φάση. Η αναζήτησή του όμως γίνεται πολύ αποτελεσματικότερη όταν ένα τρισδιάστατο ραντάρ περιορίζει εγκαίρως τον χώρο εμπλοκής. Η ΠΤΗΣΗ έχει παρουσιάσει την κατάρριψη Shahed με πολυβόλο M134 και την εμφάνιση γρηγορότερων αεριωθούμενων Geran. Και στις δύο περιπτώσεις το όπλο είναι μόνο το τελευταίο τμήμα μιας αλυσίδας που πρέπει να βλέπει χαμηλά, μέσα σε clutter και με ελάχιστη καθυστέρηση.
Γιατί το ραντάρ αλλάζει την οικονομία της εμπλοκής
Η οικονομία μιας τέτοιας άμυνας αρχίζει από την έγκαιρη προειδοποίηση. Το ραντάρ πρέπει να ξεχωρίζει μικρούς και χαμηλούς στόχους μέσα σε επιστροφές από έδαφος και κτίρια, να δημιουργεί σταθερό ίχνος και να κατευθύνει εγκαίρως το ηλεκτροοπτικό. Η επιλογή του εξαρτάται από την ακρίβεια, την καθυστέρηση διαβίβασης και τη διασύνδεση με τον σταθμό όπλου. Οπότε η απόδοση του σταθμού όπλου κρίνεται μαζί με το δίκτυο που του δίνει στόχους.
Η αξία ενός τέτοιου αισθητήρα δεν είναι ότι «πατά τη σκανδάλη». Είναι ότι παραδίδει στον τοπικό σταθμό όπλου αρκετά νωρίς μια προβλεπόμενη διαδρομή, ώστε το ηλεκτροοπτικό να κοιτάξει στο σωστό και περιορισμένο τμήμα του ουρανού. Η ακρίβεια, η συνέχεια του ίχνους και ο ρυθμός ανανέωσης καθορίζουν το μέγεθος της ριπής. Καλύτερο ίχνος σημαίνει λιγότερα πυρομαχικά ανά στόχο, μικρότερη διασπορά και περισσότερο διαθέσιμο απόθεμα πυρομαχικών απέναντι στο επόμενο κύμα επίθεσης.
Η διάκριση ανάμεσα σε ίχνος επιτήρησης και ίχνος βολής είναι κρίσιμη. Ένα ραντάρ έρευνας μπορεί να δείξει ότι ένας στόχος πλησιάζει έναν προστατευόμενο χώρο και να δώσει έγκαιρο συναγερμό. Ο βαλλιστικός υπολογιστής χρειάζεται πολύ συχνότερες και ακριβέστερες μετρήσεις θέσης, ταχύτητας και επιτάχυνσης, μαζί με γνωστή καθυστέρηση στη ζεύξη. Το ηλεκτροοπτικό αναλαμβάνει συνήθως την τελική επιβεβαίωση και την παρακολούθηση. Η μετάβαση από το πρώτο ίχνος στη λύση βολής πρέπει να μετρηθεί ως ενιαία χρονική αλυσίδα.

Η γεωμετρία του δικτύου επηρεάζει εξίσου την απόδοση. Ένας μόνο αισθητήρας χαμηλά στο έδαφος μπορεί να χάσει ντρόουν πίσω από κτίρια, λόφους ή βλάστηση. Δύο ή περισσότεροι αισθητήρες σε διαφορετικά σημεία μειώνουν τις νεκρές ζώνες και προσφέρουν δεύτερη οπτική όταν το clutter δυσκολεύει την ταξινόμηση. Οι σταθμοί όπλων δεν χρειάζεται να βρίσκονται δίπλα στο κεντρικό ραντάρ, χρειάζονται όμως ασφαλή σύνδεση μαζί του και ακριβή γνώση της δικής τους θέσης.
Επίσης η θέρμανση της κάννης, οι εμπλοκές τροφοδοσίας, η διάρκεια αλλαγής ταινίας, η επαναφορά του ηλεκτροοπτικού και ο χρόνος που απαιτείται για να επιβεβαιωθεί η καταστροφή του στόχου καθορίζουν τον πραγματικό ρυθμό μάχης. Ένας πύργος που πετυχαίνει τον πρώτο στόχο με μεγάλη ριπή μπορεί να βρεθεί προσωρινά εκτός μάχης απέναντι σε δεύτερο που ακολουθεί. Οπότε η κατανομή πολλών σταθμών άμυνας σε επικαλυπτόμενους τομείς προσφέρει βάθος και εφεδρεία.
Ένα άλλο θέμα είναι πως η επιλογή πυρομαχικού αναχαίτισης παραμένει καθοριστική. Το κοινό βλήμα πολυβόλου των 12,7 χιλιοστών προσφέρει χαμηλό κόστος και μεγάλη διαθεσιμότητα, όμως η αποτελεσματική ζώνη κατά μικρού εναέριου στόχου είναι περιορισμένη. Στα 35 χιλιοστά, τα προγραμματιζόμενα πυρομαχικά AHEAD δημιουργούν νέφος υποβλημάτων στο υπολογισμένο σημείο και αυξάνουν την πιθανότητα πλήγματος. Το πολυβόλο κερδίζει στην απλότητα και στην τιμή, το πυροβόλο στη φονικότητα και στην απόσταση. Ένα δίκτυο αεράμυνας μπορεί να χρησιμοποιεί και τα δύο, με το φθηνότερο που επαρκεί για κάθε στόχο.
Τα όρια λειτουργίας
Τα βλήματα που δεν βρίσκουν τον στόχο συνεχίζουν την τροχιά τους. Πάνω από πόλη, η σχεδίαση τομέων βολής, οι ζώνες απαγόρευσης και η εκτίμηση του σημείου πτώσης είναι εξίσου σημαντικές με την κατάρριψη. Οι ριπές πρέπει να διακόπτονται όταν η γεωμετρία οδηγεί προς κατοικημένο χώρο ή φίλια αεροσκάφη. Η αυτοματοποίηση μπορεί να υπολογίζει γρήγορα αυτούς τους περιορισμούς, δεν καταργεί όμως την ευθύνη του διοικητή και τους κανόνες εμπλοκής.
Η αεριωθούμενη απειλή μειώνει επίσης τον διαθέσιμο χρόνο. Όσο αυξάνει η ταχύτητα του στόχου, μικραίνει το παράθυρο βολής και αυξάνεται η ανάγκη εξωτερικής προειδοποίησης. Επίσης ενας στόχος με ισχυρότερη κατασκευή μπορεί να δεχθεί πλήγματα και να συνεχίσει για κρίσιμα δευτερόλεπτα, άρα η άμυνα χρειάζεται επανεμπλοκή ή δεύτερο σταθμό σε βάθος. Τελικά η πραγματική μέτρηση αποτελεσματικότητας δεν είναι η μεμονωμένη κατάρριψη, αλλά πόσους στόχους μπορεί να αναχαιτίσει το δίκτυο σε διαδοχικά κύματα.
Η ηλεκτρονική παρεμβολή παραμένει χρήσιμη απέναντι σε τηλεχειριζόμενα μέσα, ενώ ο πύραυλος διατηρείται για γρηγορότερες, ψηλότερες ή υψηλότερης αξίας απειλές. Το πολυβόλο και το πυροβόλο αναλαμβάνουν την οικονομική κοντινή ζώνη. Αυτή είναι η ίδια λογική πολυεπίπεδης άμυνας που η ΠΤΗΣΗ έχει συνδέσει με την ανάγκη πολλών δικτυωμένων ραντάρ, καθώς κανένα όπλο δεν καλύπτει μόνο του όλο το φάσμα.
Τι θα μπορούσε να δοκιμάσει η Ελλάδα
Για την προστασία αεροδρομίων, ναυστάθμων, εγκαταστάσεων καυσίμων και κρίσιμων υποδομών, μια ελληνική δοκιμή θα μπορούσε να συνδυάσει υφιστάμενα πολυβόλα ή πυροβόλα με σύγχρονο ραντάρ, ηλεκτροοπτικό αισθητήρα και κοινό λογισμικό διοίκησης. Οι στόχοι πρέπει να περιλαμβάνουν μικρά πολυκόπτερα, FPV, μεγάλα drone τύπου Shahed, αεριωθούμενα drone και περιφερόμενα πυρομαχικά, με διαφορετικές ταχύτητες, ύψη και γωνίες.
Οι μετρήσεις χρειάζεται να καταγράφουν χρόνο από τον εντοπισμό έως τη βολή, ακρίβεια υπόδειξης, μήκος ριπής, κατανάλωση πυρομαχικών ανά επιτυχή προσβολή, επικίνδυνους τομείς και χρόνο επαναγέμισης. Πρέπει επίσης να δοκιμαστεί η ταυτόχρονη αντιμετώπιση πολλών στόχων, η απώλεια ενός αισθητήρα, η παρεμβολή και η νυχτερινή λειτουργία. Έτσι θα φανεί αν το όριο βρίσκεται στο ραντάρ, στο ηλεκτροοπτικό, στο λογισμικό, στην κίνηση του πύργου ή στο ίδιο το όπλο.
Η δοκιμή χρειάζεται δύο ξεχωριστές βαθμολογίες. Η πρώτη αφορά την κατάρριψη, σε ποια απόσταση αποκτήθηκε ο στόχος, πόσο σταθερό ήταν το ίχνος και πόσα φυσίγγια απαιτήθηκαν. Η δεύτερη αφορά την ασφάλεια, πού κατέληξαν τα βλήματα που αστόχησαν, πότε το λογισμικό απαγόρευσε τη βολή και αν ο χειριστής είχε καθαρή εικόνα για φίλια μέσα και κατοικημένες περιοχές. Ένα σύστημα προστασίας κρίσιμης υποδομής πρέπει να αποδεικνύει ταυτόχρονα αποτελεσματικότητα και ελεγχόμενο κίνδυνο στο έδαφος.
Η προμήθεια μπορεί να ακολουθήσει κλιμακωτή πορεία. Μια μικρή πειραματική μονάδα θα συνέδεε υφιστάμενα όπλα με κοινό σύστημα ελέγχου και διοίκησης (C2) και δύο διαφορετικούς τύπους αισθητήρων. Τα αποτελέσματα θα έδειχναν αν αξίζει μεγαλύτερη επένδυση σε τηλεχειριζόμενους πύργους, σε πυρομαχικά αεροδιάρρηξης ή σε περισσότερα ραντάρ. Με αυτό τον τρόπο η Ελλάδα θα αγόραζε πρώτα δεδομένα και θα επέλεγε την τελική αρχιτεκτονική πάνω σε μετρημένη απόδοση.
Το Sky Sentinel στην Ουκρανία δείχνει ότι η χαμηλού κόστους αεράμυνα δεν σημαίνει πρόχειρη αεράμυνα. Ένα γνωστό όπλο αποκτά νέα αξία όταν τροφοδοτείται από ακριβή αισθητήρα, αυτοματοποιημένο έλεγχο και πειθαρχημένους κανόνες βολής.