Οι εκλογές στη Σερβία στις 25 Οκτωβρίου αποτελούν σημαντική δοκιμασία για τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς και το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS), που κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της χώρας από το 2012.
Ο Βούτσιτς επιδιώκει την επιστροφή του στην πρωθυπουργία, απέναντι σε ένα ισχυρό φοιτητικό κίνημα που γεννήθηκε από τις μαζικές διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς και έχει εξελιχθεί στη σημαντικότερη πολιτική πρόκληση για την κυβερνώσα παράταξη.
Ο 56χρονος Βούτσιτς, που διετέλεσε πρωθυπουργός την περίοδο 2014-2017, επέλεξε να διεκδικήσει εκ νέου την πρωθυπουργία μέσω πρόωρων βουλευτικών εκλογών. Η επιστροφή του στη θέση αυτή θα του επέτρεπε να διατηρήσει κεντρικό ρόλο στην εκτελεστική εξουσία, καθώς το Σύνταγμα δεν επιτρέπει τρίτη συνεχόμενη προεδρική θητεία.
Η αναμέτρηση διεξάγεται σε κλίμα έντονης πόλωσης, σχεδόν δύο χρόνια μετά την κατάρρευση στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, τον Νοέμβριο του 2024, που προκάλεσε τον θάνατο 16 ανθρώπων. Η τραγωδία πυροδότησε μαζικές κινητοποιήσεις, με τους διαδηλωτές να καταγγέλλουν διαφθορά, κακοδιαχείριση δημόσιων έργων και έλλειψη λογοδοσίας. Οι διαδηλώσεις εξελίχθηκαν σε ένα από τα μεγαλύτερα αντικυβερνητικά κινήματα της σύγχρονης Σερβίας.
Από τις κινητοποιήσεις προέκυψε η εκλογική πρωτοβουλία «Students’ List», με υποψηφίους από τον ακαδημαϊκό χώρο, την επιστημονική κοινότητα και την κοινωνία των πολιτών. Το κίνημα προβάλλει την καταπολέμηση της διαφθοράς, την ανεξαρτησία των θεσμών και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, επιδιώκοντας να μετατρέψει τη δυναμική των διαδηλώσεων σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Η 14χρονη κυριαρχία του SNS
Το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα βρίσκεται στην εξουσία αδιάλειπτα από το 2012, αρχικά ως βασικός εταίρος κυβερνητικού συνασπισμού και από το 2014 ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Στο διάστημα αυτό, ο Βούτσιτς οικοδόμησε ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας, διατηρώντας καθοριστική επιρροή στην κυβερνητική πολιτική ακόμη και μετά τη μετάβασή του από την πρωθυπουργία στην προεδρία το 2017.
Η εκλογική ισχύς του SNS παραμένει σημαντική. Στις βουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου 2023, ο συνασπισμός του εξασφάλισε 129 από τις 250 έδρες της Εθνοσυνέλευσης, διατηρώντας την απόλυτη πλειοψηφία. Η κυριαρχία του κόμματος στηρίζεται επίσης σε ένα εκτεταμένο οργανωτικό δίκτυο, με ισχυρή παρουσία στην τοπική αυτοδιοίκηση και στον κρατικό μηχανισμό.
Ωστόσο, η στενή διασύνδεση κόμματος και κράτους, η επιρροή της κυβέρνησης στα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης και οι καταγγελίες για πελατειακές σχέσεις και πιέσεις σε δημόσιους υπαλλήλους έχουν προκαλέσει επανειλημμένη διεθνή κριτική. Ο ΟΑΣΕ, στις εκθέσεις του για τις σερβικές εκλογές, έχει επισημάνει την άνιση πρόσβαση των πολιτικών δυνάμεων στα μέσα ενημέρωσης, την κατάχρηση δημόσιων πόρων και τη δυσδιάκριτη γραμμή μεταξύ κρατικών και κομματικών δραστηριοτήτων.
Παράλληλα, η Freedom House κατατάσσει τη Σερβία στις «μερικώς ελεύθερες» χώρες, με βαθμολογία 53 στα 100 για το 2026, καταγράφοντας προβλήματα στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και στην ελευθερία του Τύπου. Παρότι η χώρα διατηρεί πολυκομματικό σύστημα και τακτικές εκλογές, οι συνθήκες πολιτικού ανταγωνισμού χαρακτηρίζονται από σημαντικές ανισότητες.
Η μακρόχρονη κυριαρχία του SNS έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο η εναλλαγή στην εξουσία αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη, γεγονός που προσδίδει ξεχωριστή σημασία στη σημερινή εκλογική αναμέτρηση.
Η γεωπολιτική διάσταση
Το αποτέλεσμα των εκλογών έχει ιδιαίτερη σημασία και για τις σχέσεις της Σερβίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Ρωσία και την Κίνα. Ο Βούτσιτς έχει οικοδομήσει μια πολιτική ισορροπιών, διατηρώντας την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, χωρίς να διαρρήξει τις παραδοσιακές σχέσεις με τη Μόσχα και ενισχύοντας παράλληλα την οικονομική και στρατηγική συνεργασία με το Πεκίνο.
Η πολιτική αυτή έχει επιτρέψει στη Σερβία να προσελκύσει σημαντικές κινεζικές επενδύσεις, αλλά έχει προκαλέσει τριβές με τις Βρυξέλλες, ιδιαίτερα λόγω της άρνησης του Βελιγραδίου να ευθυγραμμιστεί με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και της περιορισμένης προόδου στις μεταρρυθμίσεις για το κράτος δικαίου.
Από την άλλη πλευρά, το φοιτητικό κίνημα επικεντρώνεται κυρίως στην εσωτερική πολιτική μεταρρύθμιση, χωρίς να έχει παρουσιάσει εξίσου σαφές πρόγραμμα για τις διεθνείς σχέσεις. Ιδιαίτερα ευαίσθητα παραμένουν τα ζητήματα του Κοσσυφοπεδίου, των σχέσεων με τη Ρωσία και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.