Του αναγνώστη μας, Οδυσσέα Σακκάτου
Η Συνθήκη της Λωζάνης αποτελεί κατά την άποψη μου τον θεμέλιο νομικό λίθο κυριαρχίας του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Ειδικά στην σημερινή εποχή των τεκτονικών ανακατατάξεων, η Ελλάδα διαθέτει ένα απαράμιλλης ισχύος νομικό τείχος απέναντι σε αναθεωρητικές θέσεις και μεγαλοϊδεατισμούς. Η προσπάθεια μου να αναδείξω την πολύπλευρη ισχύ της συνθήκης συνεχίζεται και με το παρόν άρθρο. Στόχος η αποκάλυψη της ισχύος της πέραν των όσων είναι ευρέως γνωστά και σε απάντηση των όσων σκιάζονται στον δημόσιο διάλογο από τις καθημερινές αναθεωρητικές αιτιάσεις της Τουρκίας. Αιτιάσεις που, επαναλαμβανόμενες, επιχειρούν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση «ανοικτών ζητημάτων κυριαρχίας», εκεί όπου η συνθήκη της Λωζάνης έχει δώσει οριστικές απαντήσεις εδώ και έναν αιώνα.
Στη δημόσια συζήτηση, η Συνθήκη της Λωζάνης αντιμετωπίζεται συχνά αποσπασματικά και επιφανειακά. Στις περισσότερες των περιπτώσεων περιορίζεται σε «ζητήματα» βραχονησίδων, ενώ όταν η συζήτηση μεταφέρεται στην ΑΟΖ, την υφαλοκρηπίδα και τα χωρικά ύδατα, η Λωζάνη παρουσιάζεται περίπου ως κείμενο χωρίς άμεση πρακτική σημασία. Η προσέγγιση αυτή είναι λανθασμένη, και κυρίως επικίνδυνα απλουστευτική.
Σε κάθε διαδικασία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, δηλαδή κυριαρχικών δικαιωμάτων, με βάση το διεθνές δίκαιο, η Συνθήκη της Λωζάνης δεν λειτουργεί ως ιστορικό κειμήλιο αλλά ως διεθνώς αναγνωρισμένος τίτλος κυριαρχίας. Όχι επειδή ρυθμίζει άμεσα τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα ή την ΑΟΖ – κάτι που πράγματι δεν κάνει – αλλά επειδή διαμορφώνει το δεσμευτικό νομικό πλαίσιο εντός του οποίου οποιοδήποτε όργανο είναι υποχρεωμένο να κινηθεί.
Να τονίσουμε πως η Λωζάνη είναι πολυμερής συνθήκη διεθνούς κύρους και όχι απλώς μια διμερής συμφωνία Ελλάδας–Τουρκίας. Φέρει την υπογραφή των μεγάλων δυνάμεων της τότε αλλά και της σημερινής εποχής και κυρίως παραμένει εφαρμοζόμενη αδιαλείπτως επί έναν και πλέον αιώνα.
Κυριαρχία: το αδιαπραγμάτευτο σημείο εκκίνησης
Κάθε διαδικασία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών ξεκινά, αδιαπραγμάτευτα, από το ζήτημα της κυριαρχίας. Η χάραξη των θαλασσίων ζωνών δεν είναι εφικτή αν δεν έχει πρώτα αποσαφηνιστεί το σπουδαιότερο, δηλαδή το ποιο κράτος ασκεί νόμιμη κυριαρχία επί του εδάφους που παράγει θαλάσσιες ζώνες.
Απόσπασμα από την εισαγωγή του δικαίου των θαλασσών(UNCLOS 1982), όπως έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον Νόμο 2321/1995: «Αναγνωρίζοντας την ανάγκη εγκαθίδρυσης μέσω της παρούσας Σύμβασης, και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την κυριαρχία όλων των Κρατών, έννομης τάξης σχετικά με τις θάλασσες και τους ωκεανούς η οποία θα διευκολύνει την διεθνή επικοινωνία και θα προαγάγει τις ειρηνικές χρήσεις των θαλασσών και ωκεανών, τη δίκαιη και αποτελεσματική χρησιμοποίηση των πόρων τους τη διατήρηση των ζωντανών πλουτοπαραγωγικών πόρων τους και την μελέτη, προστασία και διαφύλαξη του θαλάσσιου περιβάλλοντος…».
Τα όρια της κυριαρχίας στο θαλάσσιο χώρο
Η Συνθήκη της Λωζάνης με το άρθρο 12 θέτει τον σαφή και δεσμευτικό κανόνα των 3 ναυτικών μιλίων της Τουρκικής νησιωτικής κυριαρχίας: «Εκτός αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συνθήκης, αι νήσοι αι κείμεναι εις απόστασιν μικροτέραν των τριών ναυτικών μιλίων από των ασιατικών ακτών παραμένουσιν υπό τουρκικήν κυριαρχίαν».
Η αναφορά στα 3 ναυτικά μίλια θα συνιστούσε απλή αναφορά στην αιγιαλίτιδα ζώνη της εποχής, αν δεν χρησιμοποιούταν από τους συντάκτες της συνθήκης ως νομικό εργαλείο αποτύπωσης των ορίων της Τουρκικής κυριαρχίας (όπως αναφέρει το άρθρο επί λέξη), επί των νησιών που βρίσκονται εντός αυτού του εύρους. Ο κανόνας εγγύτητας των 3 ν. μιλίων αποτελεί για τους συντάκτες της συνθήκης μέθοδο για την απονομή κυριαρχίας, χωρίς να απαιτείται ρητή απαρίθμηση κάθε γεωγραφικού στοιχείου που εμπεριέχεται σε αυτό το όριο.
Στο άρθρο 15 αναγράφεται ακόμη πως«η Τουρκία παραιτείται εις διά παντός από πάσης κυριαρχίας ή δικαιώματος επ’ αις νήσους ή νησίδας, αι οποίαι κατά το άρθρον 12 ανήκουν εις την Ιταλίαν, καθώς και από πάσης διεκδικήσεως επί αυτών.» Άρα εδώ έχουμε παραίτηση κυριαρχίας ειδικώς υπέρ της Ιταλίας.
Στο άρθρο 16 όμως η διατύπωση «Ἡ Τουρκία δηλοῖ ὅτι παραιτεῖται παντός τίτλου καὶ δικαιώματος πάσης φύσεως ἐπί τῶν ἐδαφῶν ἤ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἑδάφη ἅτινα κείνται πέραν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῆς παρούσης Συνθήκης ὁρίων, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν νήσων». δεν περιορίζεται σε μερική παραίτηση υπέρ ενός κράτους ή σε συγκεκριμένα εδάφη ή νήσους, αλλά εισάγει μια γενική και καθολική ρήτρα παραίτησης από κάθε τίτλο και δικαίωμα κυριαρχίας πέραν των ορίων επικράτειας που της αποδίδονται από την Συνθήκη.
Η έννοια των «ορίων» εμφανίζεται λεκτικά εδώ στο άρθρο 16 μετά τον κανόνα των 3 ναυτικών μιλίων του άρθρου 12, αποκλειστικά για την Τουρκική πλευρά, επικυρώνοντας το πλαίσιο εντός του οποίου υφίσταται η Τουρκική κυριαρχία και η επικράτειά της, ενώ εκτός αυτού του ορίου η Τουρκία παραιτείται ρητώς και ανεπιφυλάκτως από οποιαδήποτε αξίωση επί εδαφών και νήσων. Κατά συνέπεια, η παραίτηση εκ του άρθρου 16 έχει οριζόντιο χαρακτήρα, καλύπτοντας κάθε έδαφος που δεν περιλαμβάνεται ρητώς υπέρ αυτής στο πλαίσιο της Συνθήκης.
Όπως είχα αναφέρει και στο προηγούμενο άρθρο μου για την συνθήκη της Λωζάνης, τα άρθρα της συνθήκης αφορούν τον περιορισμό της κυριαρχίας της Τουρκίας. Το ανωτέρω γεγονός αποτυπώνεται επί του κειμένου με την θέσπιση των ορίων κυριαρχίας της Τουρκίας στην μετά Οθωμανική εποχή. Η σαφής διατύπωση του άρθρου 16 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 αποφεύγει την εξαντλητική κατονομασία πολυάριθμων νησιωτικών σχηματισμών, (η οποία ελλοχεύει κινδύνους λαθών και παραλείψεων), πρακτική που άλλωστε δεν απαντάται σε καμία διεθνή συνθήκη εδαφικής διευθέτησης, αποκλείοντας έτσι την ύπαρξη «αμφισβητούμενων» εδαφών ή όπως λέγονται σήμερα «γκρίζων ζωνών».
Αν ίσχυε το αντίθετο, τότε εκατοντάδες νησιά και βραχονησίδες στα παράλια της Τουρκίας, τα οποία δεν κατονομάζονται ρητά στη Λωζάνη (με εξαίρεση τις Ίμβρο, Τένεδο και Λαγούσες), θα έπρεπε να θεωρηθούν «αμφισβητούμενα». Σύμφωνα με ανοικτές πηγές, η Άγκυρα ισχυρίζεται πως περίπου 500 νησιά και βραχονησίδες «γκριζάρουν» τα τουρκικά παράλια αν γίνει δεκτό το επιχείρημα της μη κατονομασίας — κάτι που ουδέποτε υποστηρίχθηκε σοβαρά στη διεθνή πρακτική.
Επιπλέον η Συνθήκη δεν εισάγει ειδικό καθεστώς για τα νησιά ούτε διαφοροποιεί την κυριαρχία τους σε σχέση με την ηπειρωτική χώρα. Τα νησιωτικά εδάφη αντιμετωπίζονται ως αναπόσπαστο και ισότιμο τμήμα του κρατικού εδάφους, παράγοντας πλήρη και ενιαία κυριαρχία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο της εποχής, για αυτό και στο επίμαχο άρθρο 16 αναφέρονται ισότιμα: «Ἡ Τουρκία δηλοῖ ὅτι παραιτεῖται παντός τίτλου καὶ δικαιώματος πάσης φύσεως ἐπί τῶν ἐδαφῶν ἤ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἑδάφη ἅτινα κείνται πέραν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῆς παρούσης Συνθήκης ὁρίων, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν νήσων».
Τα άρθρα 15 και 16 της Συνθήκης της Λωζάνης, εντάσσονται στη γνωστή διεθνή πρακτική των υπολειμματικών ρητρών, οι οποίες εκκαθαρίζουν οριστικά το πεδίο των εδαφικών τίτλων. Με μια γενική αλλά ανεπιφύλακτη παραίτηση από κάθε δικαίωμα κυριαρχίας πέραν των όσων της αναγνωρίζονται ρητώς, η Τουρκία αποδέχεται ότι οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται στα όρια της Συνθήκης εξέρχεται οριστικά του πεδίου των αξιώσεών της. Αυτή η νομική αποτύπωση επί του κειμένου της συνθήκης δεν είναι ούτε Ελληνική ιδιορρυθμία ούτε «πρωτοτυπία» της Λωζάνης. Αντιθέτως, την απαντάμε σχεδόν αυτούσια στη Συνθήκη Saint-Germain-en-Laye του 1919, όπου η Αυστρία αναγνωρίζει ότι εκτός των ορίων που καθορίζει η Συνθήκη δεν διατηρεί κανένα δικαίωμα κυριαρχίας. Το ίδιο και στη Συνθήκη του Trianon το 1920, με την Ουγγαρία να παραιτείται παντός δικαιώματος και τίτλου επί εδαφών πέραν των νέων συνόρων της.
Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η Συνθήκη δεν απονέμει ρητώς κυριαρχία σε συγκεκριμένο κράτος η Τουρκία παραιτείται ανεπιφύλακτα υπέρ των υπολοίπων ενδιαφερομένων κρατών σύμφωνα πάλι με το άρθρο 16 «τῆς τύχης τῶν ἐδαφῶν καὶ τῶν νήσων τούτων κανονισθείσης ἤ κανονισθησομένης μεταξύ τῶν ἐνδιαφερομένων».
Επιπροσθέτως η συνθήκη δεν περιορίζει την Ελληνική νησιωτική κυριαρχία σε κανένα σημείο της συνθήκης. Αντιθέτως επικυρώνει την αναγνωρισμένη από το 1914 κυριαρχία της Ελλάδος στην Ανατολική Μεσόγειο ως εξής: «Ἡ ἀπόφασις ἡ ληφθεῖσα τῇ 13ῃ Φεβρουαρίου 1914 ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Ρωσίας, τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Γερμανίας, καὶ γνωστοποιηθεῖσα τῇ Ὀθωμανικῇ Κυβερνήσει τῇ 13ῃ Φεβρουαρίου 1914, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κυριαρχίαν τῶν νήσων τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, ἐπικυροῦται, ἐκτός τῶν διατάξεων τῆς παρούσης Συνθήκης».
Η κυριαρχία στον υπερκείμενο εναέριο χώρο
Το άρθρο 13 της Συνθήκης εισάγει μια πρόσθετη ρύθμιση. Στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι «…θα απαγορευθή εις την Ελληνικήν στρατιωτικήν αεροπλοΐαν να υπερίπταται του εδάφους της ακτής της Ανατολίας. Αντιστοίχως, η Οθωμανική Κυβέρνησις θα απαγορεύση εις την στρατιωτικήν αεροπλοΐαν αυτής να υπερίπταται των ρηθεισών νήσων».
Η διάταξη αυτή καθιερώνει αμοιβαία απαγόρευση υπερπτήσεων άνωθεν των εδαφών εκάστου κράτους, επιβεβαιώνοντας ότι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου αποτελούν κυρίαρχο Ελληνικό έδαφος στου οποίου τον εναέριο χώρο απαγορεύεται να κάνει πτήσεις η Τουρκία. Το άρθρο 13 λειτουργεί συμπληρωματικά και επιβεβαιώνει το υφιστάμενο εδαφικό καθεστώς ορίων κυριαρχίας, όπως αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί από τις διατάξεις της Συνθήκης και στον υπερκείμενο εναέριο χώρο.
Η έννοια της κυριαρχίας στο διεθνές δίκαιο τον 19ο & 20ο αιώνα
Κατά το διεθνές δίκαιο, όπως αυτό είχε παγιωθεί ήδη από τον 19ο αιώνα, το κρατικό έδαφος περιλάμβανε την ηπειρωτική χώρα και τα νησιά, χωρίς καμία διάκριση ως προς την ποιότητα ή την έκταση της κυριαρχίας. Κάθε φυσικό έδαφος που τελεί υπό τη σταθερή εξουσία κράτους αποτελεί ενιαίο αντικείμενο κυριαρχίας.
Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται ρητά στα βασικά εγχειρίδια διεθνούς δικαίου της εποχής. Ο Lassa Oppenheim ορίζει το κρατικό έδαφος ως το σύνολο της χερσαίας επιφάνειας που υπάγεται στην κυριαρχία του κράτους, συμπεριλαμβανομένων των νησιών. Ο Dionisio Anzilotti διατυπώνει με σαφήνεια ότι η κυριαρχία είναι ενιαία και δεν επιδέχεται γεωγραφικές διαβαθμίσεις, ενώ ο Hersch Lauterpacht υπογραμμίζει ότι δεν υφίσταται έννοια μερικής εδαφικής κυριαρχίας στο γενικό διεθνές δίκαιο.
Και σε ότι αφορά τον μύθο των αποστρατικοποιημένων νησιών, η νομολογία επιβεβαιώνει την ίδια αρχή. Στην υπόθεση Wimbledon (1923), το Μόνιμο Διεθνές Δικαστήριο έκρινε ότι η αποδοχή περιορισμών μέσω συνθήκης συνιστά άσκηση — και όχι παραίτηση — της κυριαρχίας. Το σημείο αυτό επιβεβαιώνεται και από το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των Στενών του Βοσπόρου στην ειδική συνθήκη που υπογράφηκε μαζί με την συνθήκη της Λωζάνης, ως «Σύμβαση περί του Καθεστώτος των Στενών». Η αποστρατιωτικοποίηση τότε δεν αφαίρεσε την Τουρκική κυριαρχία στα στενά, αλλά περιόρισε συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Αποστρατιωτικοποίηση δεν σημαίνει απώλεια κυριαρχίας.
Οι ιστορικοί χάρτες αδιάψευστοι μάρτυρες κυριαρχικών ορίων
Οι χάρτες που συνόδευαν την συνθήκη της Λωζάνης αποτελούν ένα από τα πλέον δυσεύρετα στοιχεία (ακόμη και στο διαδίκτυο) παρόλο που η συνθήκη ρητώς τους μνημονεύει. Χάρτης ως παράρτημα συνθήκης σημαίνει γραφική απεικόνιση των συμφωνηθέντων, με το κείμενο πάντα να υπερέχει τυχόν λάθους στην αποτύπωση επί μικρής κλίμακας.
Στο σημερινό άρθρο δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο χάρτης που συνόδευε την συνθήκη της Λωζάνης με τα χαραγμένα όρια κυριαρχίας εκάστου, όπως αυτά συμφωνήθηκαν επί του κειμένου. Για λόγους καλύτερης ανάλυσης επισυνάπτω τον χάρτη που περιέχεται στα ψηφιοποιημένα αρχεία της βιβλιοθήκης των Ηνωμένων Εθνών στην Γενεύη στην τελευταία σελίδα.

Επί των χαρτών της Λωζάνης μία και μόνη σημείωση αναφέρει ότι η Ίμβρος, Τένεδος και Λαγούσες είναι τα μοναδικά νησιά Τουρκικής κυριαρχίας εκτός του ορίου των 3 ναυτικών μιλίων. Η Κρήτη όπως και η ηπειρωτική Ελλάδα δεν εμφανίζεται διότι η κυριαρχία αμφότερων είχε ήδη καθοριστεί προγενέστερα.
Επιπροσθέτως ο παρακάτω χάρτης στο Οθωμανικό – τουρκικό (αραβικό αλφάβητο) αναγράφει χρονολογία 1341 η οποία σύμφωνα με το ισλαμικό ημερολόγιο (Χιτζρέ) αντιστοιχεί στο έτος 1923 του δυτικού ημερολογίου. Η Οθωμανική αραβική γραφή καταργήθηκε το 1928 οπότε έχουμε «κεμαλικό» χάρτη με αραβική γραφή. Ο τίτλος είναι «Χάρτης της Δημοκρατίας της Τουρκίας». Άρα έχουμε τον χάρτη της Τουρκίας στην μετά συνθήκη Λωζάνης εποχή δια χειρός … γειτόνων. Η εκτύπωση συντελέστηκε από έναν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της εποχής (Kitaphane-yi Sûdî, Βιβλιοπωλείο/Εκδοτικός οίκος Σουντί) στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος πρωτοστάτησε την περίοδο στην εκτύπωση κειμένων για την εθνική αναγέννηση των Τούρκων. Σπουδαιότερο όλων για όσους θα δουν τον χάρτη σε μεγαλύτερη ανάλυση, είαι πως η οριοθέτηση των συνόρων στην θάλασσα μέχρι και το Καστελόριζο (Σύμπλεγμα Μεγίστης) γίνεται σε απόλυτη αρμονία με τα προβλεπόμενα στη Συνθήκη της Λωζάνης!


Επίλογος
Η Συνθήκη της Λωζάνης καθορίζει την κυριαρχία εκάστου άρα και τα απορρέοντα κυριαρχικά δικαιώματα σε χωρικά ύδατα υφαλοκρηπίδα και φυσικά την ΑΟΖ. Αποκλείει οποιαδήποτε αμφισβήτηση της Ελληνικής κυριαρχίας, μηδενίζει κάθε προσπάθεια προβολής δικαιωμάτων σε βάρος των νησιών και δεν επιτρέπει εκ των υστέρων αναθεώρηση αποδεκτών δεδομένων. Η ΑΟΖ ως επακόλουθο κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι άμεσα συνυφασμένη με την κυριαρχία μας ως αυτή ορίζεται από την συνθήκη εδώ και ένα αιώνα.