Το M61 Vulcan είναι ένα από τα μακροβιότερα αεροπορικά πυροβόλα. Με έξι περιστρεφόμενες κάννες, διαμέτρημα 20 χιλιοστών και ρυθμό βολής που φθάνει τις 6.000 βολές το λεπτό, έγινε επίσης ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα όπλα της μεταπολεμικής περιόδου και συνδέθηκε με ορισμένα από τα σημαντικότερα δυτικά μαχητικά.
Από το F-104 έως το F-16, το Vulcan διέσχισε την εποχή των τζετ. Ενδιάμεσα εξόπλισε και το F-4E Phantom II. Για την Πολεμική Αεροπορία έχει ξεχωριστή σημασία, επειδή συνόδευσε διαδοχικές γενιές αεροσκαφών και παραμένει σήμερα στα ελληνικά F-16.

Από τον Gatling στο «Project Vulcan»
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ταχύτητες περιόρισαν δραματικά τον χρόνο σκόπευσης. Ένα αντίπαλο αεριωθούμενο μπορούσε να περάσει από το σκοπευτικό μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, αφήνοντας ελάχιστο περιθώριο για μια αποτελεσματική ριπή.
Τα μονόκαννα πυροβόλα αδυνατούσαν να δημιουργήσουν εύκολα την απαιτούμενη πυκνότητα πυρός. Η επιδίωξη υψηλότερου ρυθμού επέφερε υπερβολική θέρμανση και φθορά. Η αμερικανική αεροπορία χρειαζόταν ένα όπλο που θα έστελνε πολλά βλήματα στον στόχο κατά τη σύντομη στιγμή της διέλευσης.

Στο «Project Vulcan», η General Electric επανέφερε την αρχή του Gatling για περιστρεφόμενο πολυβόλο πολλών καννών. Η ιδέα είχε κατοχυρωθεί από τον Richard Gatling τον 19ο αιώνα. Η χειροκίνητη περιστροφή έδωσε όμως τη θέση της σε εξτρά μηχανισμό και το όλο συγκρότημα προσαρμόστηκε στις διαστάσεις, τις επιταχύνσεις και τις απαιτήσεις ενός μαχητικού.
Οι δοκιμές πρωτοτύπων οδήγησαν στο M61 στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Το νέο πυροβόλο μπήκε τότε σε υπηρεσία, συνδυάζοντας πολύ υψηλό ρυθμό βολής με ελεγχόμενη θερμική καταπόνηση και προσφέροντας την πυκνότητα πυρός που ζητούσε η υπερηχητική εποχή.

Το F-104 υπήρξε ένας από τους πρώτους σημαντικούς φορείς του Vulcan. Η εγκατάστασή του απέδειξε ότι ένα συμπαγές εξάκαννο πυροβόλο μπορούσε να λειτουργήσει μέσα σε ένα λεπτό, υπερηχητικό αεροσκάφος χωρίς να θυσιάζει την ταχύτητα ή την αεροδυναμική του.
Σύντομα ακολούθησε το M61A1 με τροφοδοσία χωρίς μεταλλικούς συνδέσμους, ώστε να μειωθούν οι εμπλοκές. Οι χρησιμοποιημένοι κάλυκες επέστρεφαν στο σύστημα αντί να απορρίπτονται ανεξέλεγκτα, μια κρίσιμη βελτίωση για την ασφάλεια και την αξιοπιστία της εγκατάστασης. Η πιο ηχηρή δικαίωσή του ήρθε στο Βιετνάμ. Οι πρώτες εκδόσεις του F-4 σχεδιάστηκαν χωρίς εσωτερικό πυροβόλο, επειδή οι σχεδιαστές πίστευαν ότι οι πύραυλοι θα κυριαρχούσαν. Όμως οι κανόνες εμπλοκής, η αξιοπιστία των τότε βλημάτων και οι μάχες μικρής απόστασης οδήγησαν στο F-4E με ενσωματωμένο M61A1.

Έξι κάννες, εκατό βολές το δευτερόλεπτο
Οι έξι κάννες περιστρέφονται ως ενιαία δέσμη γύρω από έναν άξονα. Κάθε κάννη περνά διαδοχικά από τα στάδια τροφοδοσίας, θαλάμωσης, πυροδότησης, εξαγωγής και επιστροφής, ενώ σε κάθε στιγμή πυροδοτείται μόνο μία.
Ο ρυθμός φθάνει τις 4.000 ή 6.000 βολές το λεπτό. Η τιμή εξαρτάται από τη ρύθμιση της εγκατάστασης. Η θερμότητα και η μηχανική καταπόνηση μοιράζονται σε έξι κάννες αντί να συγκεντρώνονται σε μία, περιορίζοντας τη φθορά.

Η κίνηση παρέχεται από υδραυλικό, ηλεκτρικό ή πνευματικό σύστημα, ανάλογα με την εγκατάσταση, επιτρέποντας την απομάκρυνση ενός προβληματικού φυσιγγίου και τη συνέχιση του κύκλου λειτουργίας.
Το γυμνό M61A1 ζυγίζει περίπου 112 κιλά. Το βλήμα εγκαταλείπει την κάννη με ταχύτητα κοντά στα 1.030 μέτρα το δευτερόλεπτο. Η νεότερη έκδοση M61A2 διατηρεί τη βασική αρχιτεκτονική, αλλά μειώνει αισθητά το βάρος για σύγχρονα αεροσκάφη.

Το πλήρες οπλικό σύστημα είναι βαρύτερο από το ίδιο το πυροβόλο. Είναι και πολυπλοκότερο, καθώς περιλαμβάνει τύμπανο πυρομαχικών, οδηγούς τροφοδοσίας, σύστημα κίνησης, μονάδες ελέγχου και θυρίδες πρόσβασης για φόρτωση, εκφόρτωση και τεχνική επιθεώρηση.
Το φυσίγγιο 20×102 χιλιοστών παράγεται σε εκρηκτικές-εμπρηστικές, ημιδιατρητικές και εκπαιδευτικές εκδόσεις. Η επιλογή εξαρτάται από την αποστολή: αερομαχία, προσβολή ελαφρών ή θωρακισμένων στόχων εδάφους και εκπαίδευση σε πεδίο βολής.

Ο εντυπωσιακός ρυθμός βολής υπηρετεί σύντομες, ελεγχόμενες ριπές. Ένα F-16 μεταφέρει περίπου 510 φυσίγγια, ποσότητα που αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από πέντε δευτερόλεπτα συνεχούς βολής στον μέγιστο ρυθμό.
Στην πράξη, ο χειριστής χρησιμοποιεί σύντομες και πειθαρχημένες ριπές. Βασίζεται στο σύστημα ελέγχου πυρός για τη λύση σκόπευσης. Το πυροβόλο προσφέρει αμεσότητα και πολλά πλήγματα σε ελάχιστο χρόνο, αλλά απαιτεί μικρή απόσταση και σωστή θέση μάχης.

Το M61 με το ελληνικό εθνόσημο
Η ΠΑ γνώρισε το Vulcan το 1964 με τα F-104G Starfighter. Στην άτρακτο ενός μονοθέσιου μαχητικού σχεδιασμένου γύρω από την ταχύτητα, το M61A1 αποτελούσε το άμεσο όπλο μικρής απόστασης και έγραψε το πρώτο ελληνικό κεφάλαιο της ιστορίας του. Τα ελληνικά Starfighter υπηρέτησαν για σχεδόν τρεις δεκαετίες, έως το 1993. Η ιστορία των ελληνικών F-104 αποτυπώνει την είσοδο της ΠΑ στην υπερηχητική εποχή, όταν το Vulcan έγινε μέρος της καθημερινότητας χειριστών και οπλουργών.
Τα πρώτα έξι F-4E έφθασαν στην Ανδραβίδα στις 5 Απριλίου 1974. Μαζί τους, το M61A1 πέρασε σε έναν ισχυρό φορέα πολλαπλού ρόλου. Η τοποθέτησή του κάτω από το ρύγχος ήταν αποτέλεσμα των διδαγμάτων του Βιετνάμ, όπου αποδείχθηκε η αξία του εσωτερικού πυροβόλου.
Το Vulcan παρέμεινε και μετά τον εκσυγχρονισμό στο πρότυπο AUP. Η συμπλήρωση πενήντα ετών υπηρεσίας των F-4E ανέδειξε και τη διάρκεια μιας οπλικής εγκατάστασης που γεννήθηκε πολύ νωρίτερα.

Η ένταξη των A-7H Corsair II άρχισε το 1975. Τα αεροσκάφη ήταν προσανατολισμένα στην κρούση και την εγγύς υποστήριξη. Το M61A1 συμπλήρωνε βόμβες, ρουκέτες και κατευθυνόμενα όπλα με ακριβείς ριπές κατά στόχων ευκαιρίας, ενώ αργότερα εξόπλισε και τα ελληνικά A-7E. Το Corsair II αποσύρθηκε οριστικά το 2014. Είχε συμπληρώσει σχεδόν σαράντα χρόνια ελληνικής υπηρεσίας. Η αναλυτική παρουσίαση του A-7 Corsair II θυμίζει πόσο στενά συνδέθηκε ο ήχος του Vulcan με τις αποστολές κρούσης της ΠΑ.
Με τα πρώτα F-16C/D Block 30 άρχισε το σημαντικότερο ελληνικό κεφάλαιο. Από την άφιξη του πρώτου ελληνικού F-16 το 1989, το M61A1 βρέθηκε στην ρίζα της αριστερής πτέρυγας του Fighting Falcon. Οι Block 50, Block 52+, Block 52+ Advanced και οι αναβαθμισμένες εκδόσεις Viper διατήρησαν το πυροβόλο.
Η μακροβιότητά του οφείλεται στην αξιοπιστία και τη μεγάλη πυκνότητα πυρός. Πίσω από κάθε βολή βρίσκεται σχολαστική εργασία: έλεγχος καννών, λίπανση, ρύθμιση τροφοδοσίας, επιθεώρηση του τυμπάνου και ασφαλής φόρτωση εκατοντάδων φυσιγγίων. Για τον Έλληνα χειριστή, το Vulcan συμπληρώνει τους πυραύλους ως άμεση εφεδρεία όταν η απόσταση κλείσει. Από το Starfighter έως το Viper, έγινε ένας σταθερός κρίκος στην εξέλιξη της ελληνικής αεροπορικής ισχύος.
