Πρόσφατη ανάλυση εμπορικών δορυφορικών εικόνων αποκαλύπτει την ανάπτυξη ενός εκτοξευτή αντιαεροπορικού συστήματος S-300PMU-2 και ενός οχήματος ηλεκτρονικού πολέμου Cobra-V8 σε θέσεις νότια της Τεχεράνης, στην περιοχή Χαριζάκ. Η κίνηση αυτή δείχνει να ενισχύει ουσιαστικά την πολυεπίπεδη αεράμυνα της ιρανικής πρωτεύουσας, συνδυάζοντας δυνατότητες μακράς εμβέλειας αναχαίτισης με ισχυρή παρεμβολή στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα. Είναι, όμως, έτσι;
Το S-300 αποτελεί τον «σκληρό» βραχίονα της διάταξης, με ικανότητα εμπλοκής αεροπορικών στόχων σε αποστάσεις που θεωρητικά προσεγγίζουν τα 200 χιλιόμετρα, καθώς και περιορισμένη αλλά υπαρκτή αντιβαλλιστική δυνατότητα. Η επιχειρησιακή του αξία δεν περιορίζεται στους εκτοξευτές, αλλά εξαρτάται από τη διασύνδεση με ραντάρ έρευνας και εμπλοκής, κέντρα διοίκησης και ένα ευρύτερο δίκτυο αεράμυνας.

Το Cobra-V8, που παρουσιάστηκε το 2023, είναι ιρανικής ανάπτυξης σύστημα που εμφανίζει εξωτερικές ομοιότητες με το ρωσικό 1RL257E Krasukha-4, γεγονός που έχει οδηγήσει σε εκτιμήσεις περί τεχνολογικής μεταφοράς ή αντιγραφής. Το σύστημα λειτουργεί ως κινητή πλατφόρμα ηλεκτρονικής επίθεσης και υποστήριξης, στοχεύοντας εχθρικούς αισθητήρες και ζεύξεις δεδομένων. Με πιθανό φάσμα παρεμβολών τα 8–18 GHz το καθιστά ικανό να επηρεάσει ραντάρ ελέγχου πυρός, λειτουργίες SAR και δορυφορικές επικοινωνίες, διαβρώνοντας την αλυσίδα «εντοπισμού-παρακολούθησης-προσβολής» πριν ο αντίπαλος εισέλθει στη ζώνη εμπλοκής.

Ο συνδυασμός των δύο μέσων δημιουργεί ένα επιχειρησιακό δίλημμα για κάθε επιτιθέμενο: πρώτα υποβάθμιση της εικόνας τακτικής κατάστασης μέσω παρεμβολών και κατόπιν απειλή αναχαίτισης από βλήματα μεγάλου βεληνεκούς. Ακόμη και μερική επιτυχία στις παρεμβολές μπορεί να αναγκάσει επιτιθέμενα αεροσκάφη να επιχειρούν εγγύτερα ή με περιορισμένη επίγνωση κατάστασης, αυξάνοντας την έκθεσή τους.
Ωστόσο, αναλυτές που εξέτασαν τις φωτογραφίες αυτές αμφισβητούν την επιχειρησιακή αξία των συστημάτων. Το δίκτυο αεράμυνας του Ιράν αποδείχθηκε πολύ ευάλωτο κατά την δωδεκαήμερη αεροπορική επιχείρηση ΗΠΑ και Ισραήλ το 2025, με μεγάλο μέρος του να καταστρέφεται.
Παρά το γεγονός ότι ο ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, μίλησε τότε για ελάχιστη ζημιά και διατήρηση της ικανότητας άμυνας και επιθετικού πλήγματος του Ιράν, η ίδια η ηγεσία του στρατεύματος τον διέψευσε δημόσια. Τις επόμενες μέρες, ο μηχανισμός προπαγάνδας συνέχισε να διασπείρει το μήνυμα της “αδιάλειπτης” ικανότητας δράσης του Ιράν, ενώ συστήματα S-300 έκαναν την εμφάνισή τους σε παρελάσεις και αναπτυγμένα σε εμφανείς τοποθεσίες. Η ίδια δραστηριότητα παρατηρείται και τώρα ενώ ο Χαμενεΐ και ο αρχηγός των δυνάμεων αεράμυνας, Στρατηγός Εζράντ Ισμαηλί, δηλώνουν πως οι ικανότητες του Ιράν όχι απλά δεν μειώθηκαν αλλά και επαυξήθηκαν στο διάστημα αυτό.

Έτσι είτε το Ιράν θριαμβολογεί χωρίς αντίκρισμα για να αποτρέψει έναν νέο γύρο χτυπημάτων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ή κατόρθωσε όντως να αναπληρώσει τις απώλειες του 2025 διασυνδέοντας εγχώρια συστήματα με ρωσικά μέσα. Πάντως η απουσία συστημάτων ραντάρ και συνοδών οχημάτων στις μονάδες S-300 που παρουσιάζονται αναπτυγμένες, δείχνουν να συνηγορούν περισσότερο με την πρώτη εικασία. Οι εκτοξευτές μπορεί να υπάρχουν, αλλά χωρίς ραντάρ για να τους κατευθύνουν και οχήματα διοίκησης για να τους συντονίσουν, οι δυνατότητες των Ιρανών χειριστών είναι καταδικασμένες.
Κάποιοι αναλυτές διατηρούν αμφιβολίες, σημειώνοντας δορυφορικές φωτογραφίες από το Ισφαχάν, που δείχνουν εκτοξευτές S-300 με ιρανικής ανάπτυξης ραντάρ AESA τύπου Meraj-4. Η παρουσία του τελευταίου, προβλήθηκε έντονα από τα ιρανικά ΜΜΕ ως μέσο που συνεργάζεται και πολλαπλασιάζει την απόδοση του S-300 ήδη από τον Ιανουάριο του 2025.
Δεν είναι γνωστό αν ο ισχυρισμός αυτός έχει κάποια βάση. Όπως έχει αποδειχθεί και στην περίπτωση των “ελληνικών” S-300, η συνεργασία άλλων συστημάτων ραντάρ με το ρωσικής (σοβιετικής) αρχιτεκτονικής σύστημα αεράμυνας είναι μια ιδιαίτερα πολύπλοκη υπόθεση, που απέχει πολύ από το να θεωρείται ιδανική, ώστε να αποδώσει το 100% των δυνατοτήτων που δίνει ο Ρώσος κατασκευαστής.