Το IAI Kfir έχει αφήσει το δικό του “σημάδι” στην αεροπορική ιστορία, ως το βασικό ισραηλινό μαχητικό που σχεδιάστηκε, κατασκευάστηκε και υπηρέτησε επιχειρησιακά στη χώρα. Το Kfir, μια εξέλιξη του γνωστού σε όλους Mirage III της Dassault, προέκυψε από συγκεκριμένη ανάγκη, καθώς το Ισραήλ χρειαζόταν ένα μαχητικό που να μπορεί να κατασκευάζει, να συντηρεί και να αναβαθμίζει το ίδιο.

Το Ισραήλ είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία από τα Mirage IIICJ, που αποτέλεσαν για χρόνια την αιχμή του δόρατος της Αεροπορίας του. Η γαλλική σχεδίαση της πτέρυγας τύπου Δέλτα, οι καθαρές αεροδυναμικές γραμμές και η υψηλή ταχύτητα ταίριαξαν εξαιρετικά με την ισραηλινή επιχειρησιακή κουλτούρα. Όταν οι γαλλοϊσραηλινές σχέσεις διακόπηκαν από το εμπάργκο και τα Mirage 5 που είχε παραγγείλει η χώρα παρέμειναν σε γαλλικό έδαφος, το Ισραήλ βρέθηκε μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα. Ή θα έμενε εξαρτημένο από εξωτερικούς προμηθευτές, αλλάζοντας την εξωτερική του πολιτική ή θα αξιοποιούσε όση τεχνογνωσία είχε συγκεντρώσει εκείνα τα χρόνια για να δημιουργήσει δική του γραμμή μαχητικών.

Το πρώτο βήμα ήταν το Nesher, ουσιαστικά η ισραηλινή εκδοχή του Mirage 5. Το επόμενο και πιο φιλόδοξο βήμα ήταν το Kfir. Η μεγάλη αλλαγή βρισκόταν στο εωστερικό αεροσκάφους, όχι στην εξωτερική μορφή που παρέμενε αναγνωρίσιμη ως συγγενική με το Mirage ΙΙΙ. Η Israel Aircraft Industries ενσωμάτωσε τον General Electric J79, έναν ισχυρό αμερικανικό κινητήρα που είχε ήδη αποδείξει την αξία του σε πολύ απαιτητικές πλατφόρμες όπως το F-4 Phantom. Η επιλογή αυτή έδινε στο Kfir πολύ περισσότερη ώση και προοπτική εξέλιξης, ζητούσε όμως ριζικές αλλαγές στην άτρακτο, στις εισαγωγές αέρα, στην ψύξη και στην εσωτερική διάταξη των υποσυστημάτων του.
Έτσι η προσαρμογή του J79 ήταν αληθινή μηχανολογική πρόκληση. Ο αμερικανικός κινητήρας είχε τελείως διαφορετικές θερμικές απαιτήσεις, άλλη συμπεριφορά απόδοσης και διαφορετική ανάγκη αερισμού από τον γαλλικό Atar. Το Kfir απέκτησε έτσι πρόσθετες εισαγωγές αέρα, δομικές ενισχύσεις στην άτρακτο και πολλές ακόμη αλλαγές. Έτσι γεννήθηκε ένα αεροσκάφος που εξωτερικά θύμιζε Mirage, εσωτερικά όμως ήταν ισραηλινή κατασκευή με νέο κέντρο βάρους, νέα θερμική σχεδίαση και διαφορετικό φάκελο πτήσης.

Το πρωτότυπο πέταξε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και το Kfir μπήκε σε υπηρεσία στα μέσα της ίδιας δεκαετίας. Η πρώτη επιχειρησιακή μορφή, το Kfir C.1, έφερε τον ισχυρό J79 και ισραηλινά ηλεκτρονικά. Σύντομα, ωστόσο, έγινε σαφές ότι χρειαζόταν βελτίωση στη συμπεριφορά σε χαμηλότερες ταχύτητες και στους ελιγμούς. Η απάντηση ήρθε με το Kfir C.2, την έκδοση που έδωσε στον τύπο την μετέπειτα αναγνωρίσιμη εικόνα του. Τα μικρά canards μπροστά από την πτέρυγα, μαζί με αεροδυναμικές επεμβάσεις στο ρύγχος και στις εισαγωγές, βελτίωσαν τον έλεγχο, την ευστάθεια και τη συμπεριφορά σε γωνίες προσβολής που είχαν μεγάλη βαρύτητα στην αερομαχία και στην προσγείωση.
Σε διαστάσεις, το Kfir έμεινε κοντά στο πρότυπο. Μήκος περίπου 15,6 μέτρα, εκπέτασμα περίπου 8,2 μέτρα, κενό βάρος πάνω από 7 τόνους στις τελευταίες του εκδόσεις και μέγιστο βάρος απογείωσης από 14 έως 15 τόνους, ανάλογα με τη διαμόρφωση. Η μέγιστη ταχύτητα ξεπερνούσε το Mach 2 σε μεγάλο ύψος. Ο οπλισμός περιλάμβανε δύο πυροβόλα DEFA των 30 χιλιοστών και εξωτερικούς φορείς για βόμβες, ρουκέτες, δεξαμενές καυσίμου, ατρακτίδια και πυραύλους αέρος αέρος. Έγινε έτσι ενα μονοκινητήριο μαχητικό/βομβαρδιστικό με ισχυρή έμφαση στην κρούση, χωρίς να χάνει την ταχύτητα και τη μαχητική ταυτότητα της γαλλικής καταγωγής του.

Οι αισθητήρες και τα ηλεκτρονικά εξελίχθηκαν σταδιακά. Οι πρώτες εκδόσεις έδιναν έμφαση στην αξιοπιστία, στη ναυτιλία, στη σκόπευση, στην εργονομία του χειριστή και στη χρήση ισραηλινών όπλων, χωρίς όμως να διεκδικούν εξοπλισμό μαχητικού παντός καιρού με ραντάρ. Στις επόμενες εκδόσεις, ιδίως με το Kfir C.7 και στις εξαγωγικές αναβαθμίσεις, προστέθηκαν ανώτερα συστήματα αποστολής, περισσότερα σημεία ανάρτησης, βελτιωμένος εξοπλισμός σκόπευσης και δυνατότητες αξιοποίησης πιο σύγχρονων πυραύλων και όπλων ακριβείας.
Το Kfir C.7 υπήρξε η πιο ώριμη ισραηλινή παραλλαγή. Βελτιωμένος κινητήρας J79, ενισχυμένη ικανότητα μεταφοράς φορτίων, δύο επιπλέον σημεία ανάρτησης σε σχέση με προηγούμενες εκδόσεις, καλύτερα ηλεκτρονικά και σημαντικά αναβαθμισμένο πιλοτήριο για τα δεδομένα της εποχής. Η γκάμα όπλων εκτεινόταν από βόμβες ελεύθερης πτώσης και κατευθυνόμενες βόμβες μέχρι πυραύλους Python. Στην πράξη, το C.7 μετατόπισε το Kfir ακόμη περισσότερο προς το ρόλο του τακτικού μαχητικού κρούσης, με δυνατότητα όμως αυτοπροστασίας και αερομαχίας ημέρας, δηλαδή εκεί που η ισραηλινή εμπειρία είχε δείξει πως ήταν το κύριο βάρος των αποστολών.

Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν η παραλλαγή Kfir RC.2, η αναγνωριστική διαμόρφωση με ειδικό ρύγχος φωτοαναγνώρισης. Η ισραηλινή λογική ήταν να αξιοποιηθεί η ταχύτητα και η εμβέλεια δράσης για αποστολές παρακολούθησης, με κάμερες που επέτρεπαν λήψεις υπό διαφορετικές γωνίες και αποστάσεις που περιόριζαν την έκθεση στην εχθρική αεράμυνα.
Η σταδιοδρομία του Kfir στην Ισραηλινή Αεροπορία ήταν σημαντική, αν και ο ρόλος του στην πρώτη γραμμή περιορίστηκε σχετικά γρήγορα, καθώς το αεροσκάφος μπήκε σε υπηρεσία ακριβώς τη στιγμή που άρχιζαν να φτάνουν τα νεότερα αμερικανικά μαχητικά F-16A. Η πραγματική του αξία βρισκόταν κυρίως στην κρούση. Ανέλαβε αποστολές στον Λίβανο ενώ η κατάρριψη συριακού MiG-21 από Kfir C.2 το 1979 παραμένει η μοναδική αεροπορική νίκη του τύπου στην ισραηλινή υπηρεσία.

Το Kfir ήταν επίσης σημαντικό επειδή έδωσε στην ισραηλινή βιομηχανία εμπειρία ολοκλήρωσης μαχητικού υψηλών επιδόσεων. Οπότε η “γραμμή” Mirage, Nesher, Kfir δημιούργησε την τεχνική και οργανωτική βάση πάνω στην οποία χτίστηκε αργότερα το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα, του Lavi (το οποίο όμως ποτέ δεν μπήκε σε παραγωγή).
Η εξαγωγική διαδρομή του Kfir ήταν ενδιαφέρουσα αλλά περιορισμένη από πολιτικούς παράγοντες. Ο J79 ήταν αμερικανικής προέλευσης, άρα κάθε εξαγωγή απαιτούσε αμερικανική έγκριση, κάτι που απέκλεισε κάποιες πιθανές πωλήσεις. Παρ’ όλα αυτά, το Kfir βρήκε χρήστες στην Κολομβία, στον Ισημερινό και στη Σρι Λάνκα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες το χρησιμοποίησαν με την ονομασία F-21A, όπου κρίθηκε κατάλληλο να λειτουργεί ως αντίπαλος σε σενάρια εναέριας μάχης (aggressor).

Με τα μικρά canards και τροποποιήσεις για καλύτερη συμπεριφορά, έδιναν στους Αμερικανούς χειριστές έναν αντίπαλο με πτέρυγα δέλτα και ισχυρό κινητήρα, διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο στο αμερικανικό οπλοστάσιο. Αργότερα, η ιδιωτική αγορά εκπαίδευσης συνέχισε να αξιοποιεί Kfir σε ρόλους aggressor, δείχνοντας ότι η πλατφόρμα κρατούσε πρακτική αξία πολλά χρόνια μετά την αποχώρησή της από την ισραηλινή υπηρεσία.
Η Κολομβία έγινε ο πιο μακροχρόνιος διεθνής χρήστης του τύπου. Αρχικά παρέλαβε μεταχειρισμένα ισραηλινά αεροσκάφη, στη συνέχεια όμως προχώρησε σε εκσυγχρονισμούς, με τις εκδόσεις C.10 και C.12 να αποκτούν νεότερα ηλεκτρονικά. Η πιο εντυπωσιακή αναβάθμιση ήταν η εγκατάσταση ραντάρ EL/M-2052 AESA σε μέρος του στόλου, με δυνατότητα αξιοποίησης σύγχρονων όπλων όπως Python 5 και I-Derby ER. Ένα αεροσκάφος με ρίζες στη δεκαετία του 1970 συνέχισε έτσι να φέρει προηγμένους αισθητήρες, έστω με τους δεδομένους περιορισμούς.

Στον Ισημερινό, το Kfir απέκτησε πολεμική εμπειρία στη σύγκρουση του Cenepa το 1995. Η αεροπορία της χώρας το χρησιμοποίησε σε αποστολές αναχαίτισης και κάλυψης, με ένα Kfir C.2 να καταρρίπτει περουβιανό A-37B με πύραυλο Shafrir 2.Οι μεταγενέστερες αναβαθμίσεις σε Kfir CE έδωσαν καλύτερη εργονομία και νεότερα ισραηλινά όπλα, αν και ο στόλος περιορίστηκε σταδιακά από ατυχήματα και το αυξανόμενο κόστος υποστήριξης.
Στη Σρι Λάνκα, το Kfir πολέμησε σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Η Πολεμική Αεροπορία της χώρας απέκτησε Kfir C.2, C.7 και διθέσια TC.2 και τα χρησιμοποίησε στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον των Ταμίλ, κυρίως σε αποστολές κρούσης, αλλά σε περιβάλλον χωρίς εχθρική αεροπορία.

Οι εξαγωγικές αναβαθμίσεις του Kfir δείχνουν ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την αντοχή του σχεδίου. Το Kfir 2000, το C.10, το C.12, το Block 60 και οι προτάσεις Kfir NG προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανή την πλατφόρμα μέσα από νέα ραντάρ, σύγχρονες ζεύξεις δεδομένων, καλύτερη αυτοπροστασία και δυνατότητα χρήσης όπλων μεγαλύτερης ακρίβειας. Σε ορισμένες παραλλαγές η IAI πρότεινε πλήρως ανακατασκευασμένα αεροσκάφη με μηδενισμένες ώρες σε κρίσιμα συγκροτήματα.
Η δύναμη του Kfir ήταν πάντα η ισορροπία. Ισχυρός κινητήρας, ταχύτητα, μεταφορική ικανότητα, γνωστή αεροδυναμική βάση, ισραηλινή λογική ολοκλήρωσης όπλων και ικανότητα εκσυγχρονισμού. Οι αδυναμίες του ήταν γνωστές: Η βασική σχεδίαση του Mirage ΙΙΙ είχε πλέον μεγάλη ηλικία, η πτέρυγα δέλτα δυσκόλευε στις χαμηλές ταχύτητες, ο J79 ήταν ισχυρός αλλά εξαιρετικά “θερμός” και παλαιός κινητήρας.

Το Kfir δεν ήταν ένα τέλειο αεροσκάφος και δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως τέτοιο. Ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας, απέδωσε στη μάχη, πήρε πολεμικές περγαμηνές εκτός Μέσης Ανατολής και συνεχίζει να πετά κάπου 50 χρόνια μετά την εμφάνιση του.