Υψηλού επιπέδου ανοιχτή συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ΟΗΕ σχετικά με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένου του Παλαιστινιακού ζητήματος έλαβε χώρα στην έδρα του διεθνούς οργανισμού με πρωτοβουλία του Μπαχρέιν, που εκτελεί καθήκοντα προέδρου για τον μήνα Απρίλιο.
Ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ για Μέση Ανατολή, Ευρώπη, Αμερική, Ασία και Ειρηνικό, Χαλίντ Κιάρι, παρουσίασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για τη Μέση Ανατολή, τονίζοντας ότι η περιοχή βρίσκεται σε στιγμή «βαθιάς περιφερειακής έντασης και αστάθειας», με άμεσες επιπτώσεις «στις ζωές και τα μέσα διαβίωσης εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων».
Υπογράμμισε ότι, παρά τη μετατόπιση της διεθνούς προσοχής λόγω των πρόσφατων περιφερειακών εξελίξεων, η κατάσταση στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη επιδεινώνεται σταθερά, καθώς στη Γάζα συνεχίζονται οι ισραηλινές επιθέσεις και οι ανθρωπιστικές ανάγκες παραμένουν δραματικές, ενώ στη Δυτική Όχθη, ανέφερε, η βία εποίκων, οι εκτοπισμοί και η επιτάχυνση της εποικιστικής δραστηριότητας «διαβρώνουν περαιτέρω τις προοπτικές πολιτικής διαδικασίας» στη βάση λύσης δύο κρατών.
Για τη Γάζα, σημείωσε ότι η κατάπαυση πυρός παραμένει «όλο και πιο εύθραυστη», καθώς συνεχίζονται ισραηλινά πλήγματα και ένοπλες δραστηριότητες της Χαμάς και άλλων ομάδων, ενώ οι συνομιλίες για τον αφοπλισμό δεν έχουν ακόμη αποδώσει αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, από την έναρξη της εκεχειρίας περίπου 800 Παλαιστίνιοι, μεταξύ αυτών πάνω από 200 παιδιά, καθώς και επτά εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές αποστολές, έχουν σκοτωθεί. Παράλληλα, περίπου 1,8 εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν εκτοπισμένοι, με βασικές υπηρεσίες όπως νερό, αποχέτευση και υγεία να βρίσκονται «ξανά στο χείλος της κατάρρευσης».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη άμεσης προώθησης σχεδίων ανάκαμψης και ανοικοδόμησης, σημειώνοντας ότι οι ανάγκες για τη Γάζα εκτιμώνται σε 71,4 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Αναφερόμενος στη Δυτική Όχθη, επισήμανε ότι το Ισραήλ ενέκρινε νέα σχέδια για 1.080 οικιστικές μονάδες, ενώ στις 25 Μαρτίου εγκρίθηκαν 34 νέοι ή νομιμοποιούμενοι οικισμοί στην Περιοχή C, χαρακτηρίζοντας την απόφαση ως «την πιο εκτεταμένη σχετική έγκριση μέχρι σήμερα σε μία μόνο κυβερνητική απόφαση». Κατά την περίοδο αναφοράς, 21 Παλαιστίνιοι, ανάμεσά τους έξι παιδιά, σκοτώθηκαν στη Δυτική Όχθη, ενώ η συχνότητα και η ένταση των επιθέσεων εποίκων αυξάνονται, με ολόκληρες κοινότητες να υφίστανται «θανατηφόρα βία, βανδαλισμούς και παρενόχληση». Παράλληλα, περισσότεροι από 33.000 κάτοικοι παραμένουν εκτοπισμένοι από τους προσφυγικούς καταυλισμούς της Τζενίν, της Τουλκάρμ και του Νουρ Σαμς.
Επανέλαβε ότι «δεν υπάρχει στρατιωτική λύση» και ότι «η διπλωματία είναι η οδός προς βιώσιμη ειρήνη». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις απώλειες της UNIFIL, σημειώνοντας ότι έξι κυανόκρανοι –τέσσερις Ινδονήσιοι και δύο Γάλλοι– έχουν σκοτωθεί από τις 2 Μαρτίου, τονίζοντας ότι επιθέσεις κατά ειρηνευτικών επιχειρήσεων είναι «απαράδεκτες» και πρέπει να διερευνώνται άμεσα.
Η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας πρέσβυς Αγ. Μπαλτά κατά την τοποθέτηση της εξέφρασε αλληλεγγύη προς το Μπαχρέιν εν μέσω των παράνομων και αδικαιολόγητων επιθέσεων του Ιράν εναντίον του.
Εξέφρασε επίσης την ελπίδα ότι η παράταση της κατάπαυσης των εχθροπραξιών στο Λίβανο θα εδραιωθεί, τονίζοντας ότι η Ελλάδα ενίσχυσε τη στήριξή της προς τον Λίβανο την ώρα της μεγάλης ανάγκης, στηρίζοντας πλήρως τον Πρόεδρο Αούν.
Η κ. Μπαλτά καταδίκασε την αυξανόμενη και άνευ προηγουμένου βία των εποίκων εναντίον του παλαιστινιακού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των χριστιανικών κοινοτήτων, ζητώντας την παύση της και επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση της Ελλάδας για μια λύση δύο κρατών.
Χαιρέτισε επίσης την καθιέρωση επαφών μεταξύ της Παλαιστινιακής Αρχής και της Εθνικής Επιτροπής για τη Διοίκηση της Γάζας (NCAG – National Committee for the Administration of Gaza), τονίζοντας ότι η Χαμάς πρέπει να αφοπλιστεί πλήρως.
Ο πρώην πρωθυπουργός του Ην. Βασιλείου και μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου του Συμβουλίου Ειρήνης, Τόνι Μπλερ που συμμετείχε στη συνεδρίαση κάλεσε τα μέλη του ΣΑ ΟΗΕ να κινητοποιήσουν πόρους για την ανθρωπιστική ανταπόκριση και την ανάκαμψη στη Γάζα μέσω του ΟΗΕ και της Παγκόσμιας Τράπεζας σε πλήρη συντονισμό με την Εθνική Επιτροπή για τη Διοίκηση της Γάζας (NCAG), η οποία υποστηρίζεται από το Συμβούλιο Ειρήνης.
«Ο λόγος που το ειρηνευτικό σχέδιο του προέδρου Τραμπ πέτυχε να οδηγήσει στον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα ήταν ότι βασίστηκε σε ένα στρατηγικά συνεκτικό πλαίσιο», ανέφερε.
Παρουσιάζοντας τρία βασικά στοιχεία του σχεδίου, υπογράμμισε ότι «η Χαμάς με τη σημερινή της μορφή, δεν μπορεί να έχει κανέναν ρόλο στη διακυβέρνηση της Γάζας».
Το σχέδιο προβλέπει επίσης ότι, εφόσον υπάρξει αφοπλισμός, θα αρθεί το πλέγμα περιορισμών στην είσοδο και έξοδο προσώπων και αγαθών στη Γάζα. «Αυτό είναι ένα τεράστιο όφελος για τον λαό της Γάζας», ανέφερε.
«Όμως, επειδή η εμπιστοσύνη είναι χαμηλή και ο σκεπτικισμός υψηλός, απαιτείται μεταβατική περίοδος. Χρειαζόμαστε η Χαμάς να συμφωνήσει με τη διαδικασία αποστρατιωτικοποίησης της Γάζας και να τηρήσει τους όρους της. Και χρειαζόμαστε το Israel να τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο ίδιο αυτό πλαίσιο», πρόσθεσε.
Όπως ανέφερε, μόλις επιτευχθεί συμφωνία, θα καταστεί δυνατή άμεσα ουσιαστική πρόοδος για τον πληθυσμό της Γάζας: πρόσθετη ανθρωπιστική βοήθεια και υλικά, νέες ιατρικές εγκαταστάσεις, μεγαλύτερη ελευθερία διέλευσης στα περάσματα, συπεριλαμβανομένης της Ράφα, σταδιακή αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων και είσοδος της NCAG στη Γάζα.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, πρόσθεσε, θα υπάρξει πλήρης αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και ελευθερία για τον λαό της Γάζας.
«Η Γάζα είναι η δοκιμασία. Για όλους μας. Το αν θα επαναλάβουμε την ιστορία ή θα την αλλάξουμε», τόνισε.
Γ. Γαραντζιώτη