Για πρώτη φορά, μαχητικά Eurofighter Typhoon της Βασιλικής Αεροπορίας (RAF) συμμετείχαν σε γαλλική άσκηση πυρηνικής αποτροπής, συνοδεύοντας Rafale σε προσομοιωμένη αποστολή πυρηνικής κρούσης πάνω από τη Μεσόγειο.

Η άσκηση, με την ονομασία Rummy, πραγματοποιήθηκε στις 20–21 Οκτωβρίου 2026 και ανακοινώθηκε επισήμως στις 23 Οκτωβρίου, σηματοδοτώντας ένα νέο επίπεδο επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των δύο ευρωπαϊκών πυρηνικών δυνάμεων.

Τα γαλλικά Rafale B των Στρατηγικών Αεροπορικών Δυνάμεων (Forces Aériennes Stratégiques – FAS) απογειώθηκαν από την αεροπορική βάση Saint-Dizier, στη βορειοανατολική Γαλλία, μαζί με βρετανικά Typhoon FGR4. Στη διάρκεια της αποστολής, τα βρετανικά μαχητικά ανέλαβαν την προστασία του σχηματισμού, ενώ τα Rafale προσομοίωσαν την εκτέλεση πυρηνικού πλήγματος. Στην άσκηση συμμετείχαν επίσης αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού A330 MRTT, υποστηρίζοντας την επιχείρηση μεγάλης ακτίνας δράσης.

Δεν φορτώθηκαν  πραγματικά πυρηνικά όπλα, ενώ τα Typhoon δεν είχαν ρόλο φορέα πυρηνικών όπλων. Η αποστολή τους ήταν συμβατική: να εξασφαλίσουν την προστασία των Rafale από εχθρικά αεροσκάφη, επιτρέποντας στον σχηματισμό κρούσης να συνεχίσει προς τον στόχο του. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα συμβατικής υποστήριξης πυρηνικών επιχειρήσεων, κατά την οποία μαχητικά, ιπτάμενα τάνκερ και άλλα μέσα συμβάλλουν στην επιτυχή εκτέλεση μιας αποστολής πυρηνικής αποτροπής χωρίς να μεταφέρουν τα ίδια πυρηνικά όπλα.

Η άσκηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή οι γαλλικές FAS, από τη συγκρότησή τους τη δεκαετία του 1960, βασίζονταν στην εθνική αυτονομία για την εκτέλεση των αποστολών τους. Η συμμετοχή βρετανικών μαχητικών αποδεικνύει ότι η Γαλλία είναι πλέον διατεθειμένη να ενσωματώσει συμμαχικές συμβατικές δυνάμεις στην υποστήριξη της αεροπορικής συνιστώσας της πυρηνικής αποτροπής της, διατηρώντας πάντως αποκλειστικά τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων και της απόφασης χρησιμοποίησής τους.

Η Rummy αποτελεί εφαρμογή της Διακήρυξης του Northwood, την οποία υπέγραψαν τον Ιούλιο του 2025 ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ. Με αυτήν, Παρίσι και Λονδίνο συμφώνησαν να ενισχύσουν τον συντονισμό των ανεξάρτητων πυρηνικών τους δυνάμεων, αναγνωρίζοντας ότι μια σοβαρή απειλή κατά της ευρωπαϊκής ασφάλειας θα αφορούσε και τις δύο χώρες. Τονίζεται ότι η συμφωνία δεν δημιουργεί κοινή διοίκηση πυρηνικών δυνάμεων ούτε προβλέπει μεταβίβαση εθνικών αρμοδιοτήτων.

Η συνεργασία είχε αρχίσει να αποκτά πρακτικό περιεχόμενο τον Δεκέμβριο του 2025, όταν Βρετανοί αξιωματούχοι παρακολούθησαν για πρώτη φορά τη γαλλική άσκηση πυρηνικής αποτροπής Poker. Με τη Rummy, η βρετανική συμμετοχή πέρασε από την παρακολούθηση στην ενεργό επιχειρησιακή υποστήριξη. Αντίστοιχα, τον Ιούλιο του 2026, γαλλικά Rafale και γερμανικά Eurofighter είχαν πραγματοποιήσει κοινή εκπαιδευτική δραστηριότητα, στο πλαίσιο της διεύρυνσης της ευρωπαϊκής συνεργασίας γύρω από τη γαλλική πυρηνική αποτροπή.

Η Γαλλία διαθέτει τόσο υποβρύχια με βαλλιστικούς πυραύλους όσο και αεροπορική συνιστώσα, με διθέσια Rafale B που μπορούν να μεταφέρουν τον πυρηνικό πύραυλο cruise ASMP-A. Αντίθετα, η βρετανική πυρηνική αποτροπή βασίζεται σήμερα αποκλειστικά στα υποβρύχια κλάσης Vanguard με βαλλιστικούς πυραύλους Trident II D5, καθώς η RAF εγκατέλειψε τον αεροπορικό πυρηνικό ρόλο το 1998, με την απόσυρση των βομβών WE177.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το Reuters, η Γαλλία διαθέτει περίπου 290 πυρηνικές κεφαλές και η Βρετανία περίπου 225. Παρά το μικρότερο μέγεθος των οπλοστασίων τους σε σύγκριση με εκείνα των ΗΠΑ και της Ρωσίας, οι δύο χώρες αποτελούν τις μοναδικές ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ.

Το Λονδίνο σχεδιάζει πάντως να αποκτήσει 12 F-35A, προκειμένου να συμμετάσχει στην αποστολή πυρηνικής αποτροπής του ΝΑΤΟ με αμερικανικές βόμβες B61-12.

Η νέα προσέγγιση συνδέεται και με την προσπάθεια του Παρισιού να αναπτύξει την έννοια της «προωθημένης αποτροπής» (forward deterrence), προσφέροντας σε Ευρωπαίους εταίρους δυνατότητες συμμετοχής σε ασκήσεις και ενδεχομένως προσωρινής φιλοξενίας γαλλικών αεροσκαφών με πυρηνικό ρόλο. Η πρωτοβουλία αντανακλά τις αυξημένες ανησυχίες για τη ρωσική απειλή και τις συζητήσεις σχετικά με τον μελλοντικό ρόλο της αμερικανικής πυρηνικής εγγύησης στην Ευρώπη.