Το Γερμανικό Ναυτικό κινείται προς μια ουσιαστική αναμόρφωση των τεσσάρων φρεγατών κλάσης Baden-Württemberg, γνωστών ως F125. Η προβλεπόμενη προσθήκη 32 κατευθυνόμενων αντιαεροπορικών πυραύλων IRIS-T SLM Naval σε κάθε πλοίο καλύπτει το σοβαρότερο κενό της αρχικής σχεδίασης και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογείται η κλάση. Ένα πλοίο μεγάλου εκτοπίσματος, με υψηλή διαθεσιμότητα, προηγμένους αισθητήρες, ισχυρό πυροβόλο και μεγάλη ικανότητα παραμονής στη θάλασσα αποκτά επιτέλους αεράμυνα μέσου βεληνεκούς, χωρίς την πολύπλοκη εγκατάσταση ενός συμβατικού συστήματος κατακόρυφης εκτόξευσης μέσα στο κύτος του πλοίου.
Η Diehl Defence προτείνει συγκεκριμένα δύο μονάδες εκτόξευσης επάνω από το κατάστρωμα, πίσω από τον κύριο ιστός, καθεμία με 16 βλήματα σε κατακόρυφα κάνιστρα. Οι μονάδες θα συνδέονται με το σύστημα διαχείρισης μάχης και θα διαθέτουν πλάκες εκτροπής των καυσαερίων στη βάση τους, οπότε η όλη παρέμβαση ναυπηγικά θα είναι ελάχιστη.

Η εξέλιξη ακολουθεί την επιτυχημένη πρώτη ναυτική δοκιμή του IRIS-T SLM από τη φρεγάτα Baden-Württemberg το 2025. Ο εκτοξευτής αναπτύχθηκε σε εξαιρετικά μικρό χρόνο και απέδειξε ότι το βλήμα, η ζεύξη δεδομένων, το κέντρο επιχειρήσεων και το κύριο ραντάρ του πλοίου μπορούν να λειτουργήσουν ως ενιαία αλυσίδα εμπλοκής μέσα στο απαιτητικό θαλάσσιο περιβάλλον.
Το πρόγραμμα έχει αξία και για την Ελλάδα, καθώς είχε προταθεί παλαιότερα για τις φρεγάτες ΜΕΚΟ200ΗΝ, με 16 IRIS-T SLM σε ανεξάρτητη μονάδα επάνω από το υπόστεγο του ελικοπτέρου.
Η μεταμόρφωση της μέτριας εξοπλισμένης φρεγάτας
Η F125 σχεδιάστηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι γερμανικές επιχειρησιακές προτεραιότητες αφορούσαν κυρίως αποστολές επίδειξης σημαίας, επιτήρησης θαλάσσιων περιοχών, ελέγχου εμπάργκο, υποστήριξης ειδικών δυνάμεων και παρατεταμένης παρουσίας μακριά από τις βάσεις τους. Οπότε η σχεδίαση έδωσε βάρος στη διαθεσιμότητα, στον αυτοματισμό, στη μειωμένη επάνδρωση και στην αντοχή της πλατφόρμας.

Με εκτόπισμα περίπου 7.200 τόνων και μήκος 149,5 μέτρων, η F125 είναι μια πολύ μεγάλη φρεγάτα. Διαθέτει σύστημα πρόωσης CODLAG, μέγιστη ταχύτητα άνω των 26 κόμβων, πλήρωμα 126 ατόμων και καμπίνες για περίπου 70 ακόμη στελέχη. Οι πρόσθετοι χώροι προορίζονται για πληρώματα ελικοπτέρων, ομάδες νηοψίας, ειδικές δυνάμεις, υγειονομικό προσωπικό και άλλες ομάδες αποστολής. Τα τέσσερα μεγάλα ταχύπλοα, τα διπλό υπόστεγο ελικοπτέρων και οι εκτεταμένες υποδομές διοίκησης δίνουν στο πλοίο πολύ μεγάλη επιχειρησιακή ευελιξία.
Ο αρχικός αντιαεροπορικός οπλισμός του πλοίου περιοριζόταν σε δύο εκτοξευτές RAM των 21 βλημάτων. Το κύριο πυροβόλο των 127 χιλιοστών μπορεί να χρησιμοποιεί πυρομαχικά αυξημένου βεληνεκούς και ακριβείας VULCANO, προσφέροντας δυνατότητα προσβολής παράκτιων στόχων σε αποστάσεις άνω των 80 χιλιομέτρων. Δύο πυροβόλα των 27 χιλιοστών και πέντε τηλεχειριζόμενοι σταθμοί των 12,7 χιλιοστών καλύπτουν το πλοίο απέναντι σε ταχύπλοα, μικρά μη επανδρωμένα μέσα και απειλές πολύ μικρής απόστασης.
Οπότε με την εγκατάσταση των IRIS-T SLM το σκάφος θα αποκτήσει άλλα 32 αντιαεροπορικά βλήματα με εμβέλεια 40 χιλιομέτρων και μέγιστο ύψος εμπλοκής έως 20 χιλιόμετρα.
Έτσι μια F125 θα μπορεί να εμπλέκει αεροσκάφη, ελικόπτερα, πυραύλους κρουζ, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλα αεροδυναμικά μέσα πριν φθάσουν στην τελική φάση της επίθεσης. Οι δύο εκτοξευτές RAM διατηρούνται για όσα όπλα περάσουν από την εξωτερική ζώνη ή εμφανιστούν αιφνιδιαστικά σε μικρή απόσταση. Συνολικά η αεράμυνα του σκάφους αποκτά πλέον διαδοχικές ζώνες εμπλοκής και 74 αντιαεροπορικά βλήματα.
Σε διαφορετική περίπτωση, αν επιλεγόταν η εγκατάσταση ενός κατακόρυφου εκτοξευτή τύπου Mk 41 ή άλλου παρόμοιου, αυτός απαιτεί σημαντικό χώρο σε βάθος, κάτω από το κατάστρωμα. Οπότε θα χρειαζόταν μετακίνηση σωληνώσεων, αεραγωγών, καλωδιώσεων, χώρων ενδιαίτησης και βοηθητικών μηχανημάτων. Άρα σε αρκετά πλοία ο απαιτούμενος εσωτερικός όγκος απουσιάζει ή το κόστος της μετασκευής γίνεται υπερβολικό.
Υπάρχουν φυσικά τεχνικές απαιτήσεις και για την απλούστερη εγκατάσταση των IRIS-T. Το πρόσθετο βάρος τοποθετείται ψηλότερα, άρα χρειάζεται μελέτη ευστάθειας. Η μονάδα εκτόξευσης είναι εκτεθειμένη στο θαλάσσιο περιβάλλον και απαιτεί προστασία από διάβρωση, κύματα, θραύσματα και θερμικές καταπονήσεις. Πρέπει επίσης να διατηρούνται ασφαλή τόξα εκτόξευσης ως προς ιστούς, κεραίες, σωσίβιες λέμβους και άλλα συστήματα του πλοίου. Η εξωτερική θέση επηρεάζει και την ηλεκτρομαγνητική υπογραφή και χρειάζεται κατάλληλη διαμόρφωση του περιβλήματος.
Οι απαιτήσεις αυτές είναι όμως απολύτως διαχειρίσιμες σε ένα πλοίο του μεγέθους της F125, οπότε η Diehl προσφέρει μια πραγματική λύση ταχείας ενίσχυσης της αεράμυνας και όχι ένα θεωρητικό σχέδιο.

Σε ότι αφορά το θέμα των αντιπλοϊκών βλημάτων τα σκάφη διαθέτουν δύο τετραπλούς εκτοξευτές RGM-84 Harpoon. Αλλά είναι πιθανό αυτοί να αντικατασταθούν από βλήματα NSM της Kongsberg, μιας και προς αυτά βαδίζει το Γερμανικό Ναυτικό στις νέες κλάσεις που ετοιμάζει.

Έτσι με τη νέα διαμόρφωση η F125 θα γίνει πολύ πιο κατάλληλη για συνοδεία εμπορικών και στρατιωτικών πλοίων, για προστασία μιας ναυτικής δύναμης και για επιχειρήσεις σε περιοχές όπου υπάρχουν μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πύραυλοι κρουζ. Η κλάση εξακολουθεί να μην αποτελεί εξειδικευμένη ανθυποβρυχιακή φρεγάτα, καθώς η κύρια ανθυποβρυχιακή της ισχύς στηρίζεται στα οργανικά ελικόπτερα και απουσιάζει ένα πλήρες οργανικό σύνολο σόναρ και τορπιλών. Για τους ρόλους επιφανείας, κρούσης, διοίκησης, συνοδείας και παρατεταμένης παρουσίας, το πλοίο μετατρέπεται σε σαφώς πληρέστερη μονάδα μάχης.
TRS-4D, ο αισθητήρας που δίνει αξία στο νέο όπλο
Η προσθήκη ενός βλήματος μέσου βεληνεκούς αποδίδει μόνο όταν το πλοίο διαθέτει αισθητήρα ικανό να εντοπίσει έγκαιρα την απειλή και να υποστηρίξει την εμπλοκή μέχρι να ενεργοποιηθεί ο ερευνητής του όπλου. Οι F125 διαθέτουν ήδη ένα από τα καταλληλότερα ευρωπαϊκά ραντάρ για αυτή την αποστολή. Συγκεκριμένα το TRS-4D της Hensoldt με τέσσερις σταθερές κεραίες ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης (AEsA).

Το σύστημα λειτουργεί στη ζώνη C, η οποία αντιστοιχεί στη ζώνη G κατά την ορολογία του ΝΑΤΟ. Οι μονάδες εκπομπής και λήψης βασίζονται σε τεχνολογία νιτριδίου του γαλλίου. Η τεχνολογία GaN επιτρέπει υψηλή ισχύ, καλύτερη ενεργειακή απόδοση και αποτελεσματικότερη θερμική διαχείριση. Το ραντάρ σχηματίζει πολλαπλές ψηφιακές δέσμες και μπορεί να εκτελεί ταυτόχρονα έρευνα όγκου, έρευνα επιφανείας, παρακολούθηση στόχων υψηλής προτεραιότητας και υποστήριξη πυρών του πυροβόλου.
Κάθε σταθερή κεραία καλύπτει τομέα περίπου 100 μοιρών. Η αλληλοεπικάλυψη των τεσσάρων τομέων δημιουργεί πλήρη κάλυψη 360 μοιρών και εξαλείφει την αναμονή που συνοδεύει την περιστροφή μιας συμβατικής κεραίας. Ο υψηλός ρυθμός ανανέωσης έχει ιδιαίτερη αξία απέναντι σε χαμηλά ιπτάμενα αντιπλοϊκά βλήματα, μικρά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και στόχους που αλλάζουν γρήγορα πορεία ή ύψος.
Η κατασκευάστρια αναφέρει ακτίνα επιτήρησης έως 250 χιλιόμετρα και δυνατότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης έως 1.000 στόχων σε τρεις διαστάσεις. Το TRS-4D διαθέτει λειτουργίες γρήγορης έναρξης, αυτόματης ταξινόμησης, εντοπισμού πολύ μικρών στόχων, παρακολούθησης παρεμβολέων και εκτίμησης του αποτελέσματος μιας εμπλοκής. Η αρχιτεκτονική του είναι καθοριζόμενη σε μεγάλο βαθμό από λογισμικό, επιτρέποντας νέους τρόπους λειτουργίας και βελτιωμένους αλγορίθμους χωρίς αντικατάσταση του βασικού συγκροτήματος.
Η αξία του TRS-4D αποδείχθηκε στη δοκιμή του IRIS-T SLM. Το ραντάρ εντόπισε και παρακολούθησε τον στόχο, ενώ το σύστημα μάχης υπολόγισε τη λύση βολής και παρείχε τις απαραίτητες ενημερώσεις κατά την πτήση. Ο IRIS-T SLM χρησιμοποιεί αδρανειακή πλοήγηση και ζεύξη δεδομένων στην ενδιάμεση φάση. Στην τελική φάση ενεργοποιείται ο υπέρυθρος ερευνητής υψηλής ανάλυσης. Η τελική καθοδήγηση είναι αυτόνομη και δεν απαιτεί φωτισμό του στόχου από ξεχωριστό ραντάρ ελέγχου πυρός.

Αυτό το χαρακτηριστικό επιτρέπει ταυτόχρονες εμπλοκές περισσότερων στόχων και μειώνει τον αριθμό των αισθητήρων που πρέπει να αφιερωθούν σε κάθε αναχαίτιση. Το TRS-4D συνεχίζει να δημιουργεί την κοινή εικόνα και να παρέχει ενημερώσεις στα βλήματα που βρίσκονται σε πτήση, ενώ οι υπέρυθροι ερευνητές αναλαμβάνουν την τελική προσέγγιση. Η διαφορετική φυσική αρχή της τερματικής καθοδήγησης προσφέρει επίσης ανθεκτικότητα απέναντι σε ορισμένες μορφές ηλεκτρονικών αντιμέτρων που έχουν σχεδιαστεί κυρίως κατά ενεργών ή ημιενεργών ερευνητών ραντάρ.
Η οικογένεια TRS-4D έχει ήδη δημιουργήσει κοινή βάση αισθητήρων σε διαφορετικές γερμανικές κλάσεις. Εκδόσεις υπηρετούν και στις κορβέτες K130 και μάλλον το ραντάρ θα υιοθετηθεί και στις ΜΕΚΟ που έχει αποφασιστεί να παραγγελθούν. Οπότε η ομοιοτυπία αυτή μειώνει τις ανάγκες εκπαίδευσης, διευκολύνει τη διαχείριση ανταλλακτικών και επιτρέπει στις βελτιώσεις λογισμικού να περνούν σε περισσότερες πλατφόρμες.

Η ελληνική ΜΕΚΟ200ΗΝ
Η εξέλιξη των F125 επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις που είχαν κατατεθεί για τις ελληνικές ΜΕΚΟ200ΗΝ. Όπου η Diehl είχε προτείνει την τοποθέτηση 16 IRIS-T SLM σε ανεξάρτητη μονάδα επάνω από το υπόστεγο του ελικοπτέρου. Η δυνατότητα αυτή είχε παρουσιαστεί από την ΠΤΗΣΗ στο πλαίσιο των επιλογών για τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών φρεγατών.
Η πρόταση είχε λογική. Οι ΜΕΚΟ200ΗΝ διαθέτουν ήδη έναν εκτοξευτή Mk48 με 16 αντιαεροπορικούς πυραύλους ESSM. Η προσθήκη 16 IRIS-T SLM θα διπλασίαζε τον αριθμό των βλημάτων αεράμυνας χωρίς αλλαγή του υφιστάμενου εκτοξευτή. Κάθε πλοίο θα μπορούσε να μεταφέρει δύο διαφορετικές οικογένειες όπλων, με άλλη τερματική καθοδήγηση και λογική εμπλοκής. Ο ESSM θα παρέμενε το βασικό όπλο αεράμυνας και ο IRIS-T SLM θα πρόσθετε αυτόνομο υπέρυθρο ερευνητή και έναν δεύτερο μεγάλο φόρτο βλημάτων.
Η επιχειρησιακή αξία μιας τέτοιας διαφοροποίησης είναι υψηλή. Το σύστημα μάχης μπορεί να κατανέμει τα όπλα ανάλογα με τον τύπο, την απόσταση και τη συμπεριφορά κάθε στόχου. Παράλληλα, η ύπαρξη 32 βλημάτων αντί 16 αυξάνει αισθητά την αντοχή του πλοίου σε παρατεταμένη εμπλοκή.
Το TRS-4D συνδεόταν επίσης με παλαιότερο σχήμα εκσυγχρονισμού. Η αμερικανική πρόταση για τις ΜΕΚΟ200ΗΝ περιλάμβανε το ραντάρ της Hensoldt, μαζί με…
Η συνέχεια στο Naval Defence