Το North American F-86D Sabre Dog για την Πολεμική Αεροπορία αποτέλεσε το πρώτο πραγματικό αναχαιτιστικό παντός καιρού και το πρώτο ελληνικό μαχητικό με ραντάρ και το αεροσκάφος που εισήγαγε τη λογική της αναχαίτισης με καθοδήγηση από το έδαφος, ημέρα και νύχτα.

Η φήμη της οικογένειας Sabre χτίστηκε κυρίως με τις εκδόσεις F-86A, F-86E και F-86F στον πόλεμο της Κορέας. Το F-86D, όμως, είχε διαφορετικό ρόλο. Σχεδιάστηκε σε μια εποχή όπου οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ανησυχούσαν πρωτίστως για μαζικές σοβιετικές επιδρομές βομβαρδιστικών. Έτσι, το ζητούμενο δεν ήταν ένα ακόμη μαχητικό ημέρας, αλλά ένα αεροσκάφος που θα απογειωνόταν άμεσα, θα κατευθυνόταν προς τον στόχο από σταθμούς ελέγχου και θα ολοκλήρωνε μόνο του την αναχαίτιση, ακόμη και σε κακές καιρικές συνθήκες.

F-86D της ΠΑ σε καμουφλάζ ύστερης υπηρεσίας. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία, μέσω Εκπροσώπου Τύπου ΓΕΑ

Παρότι έφερε την ονομασία F-86, το Sabre Dog ήταν στην πράξη ένα αρκετά διαφορετικό αεροσκάφος από τις προηγούμενες εκδόσεις του τύπου. Είχε μεγαλύτερη άτρακτο, διαφορετική διαμόρφωση ρύγχους, με μικρό radome πάνω από την εισαγωγή αέρα, ισχυρότερο κινητήρα με μετάκαυση και αποστολή την ταχεία αναχαίτιση στόχων που θα εντοπίζονταν από το σύστημα αεράμυνας.

Ακόμη ένα ελληνικό F-86D στη τυπική μεταλλική του όψη. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία

Το αεροσκάφος υπηρέτησε κυρίως στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στη Νότια Κορέα, στην Ταϊβάν, στις Φιλιππίνες, στη Δανία, στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα ενώ η παραγωγή του έφθασε σχεδόν τα 2.900 αντίτυπα. Δεν απέκτησε πολεμική φήμη, όπως τα πρώιμα Sabre της Κορέας, αλλά έγραψε πάρα πολλές ώρες πτήσης σε όλο τον κόσμο.

Ελληνικό F-86D σε τροχοδρόμηση. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία

Ραντάρ, σύστημα ελέγχου πυρός και 24 Mighty Mouse

Το πλεονέκτημα του F-86D ήταν το σύστημα αποστολής του. Το αεροσκάφος διέθετε ραντάρ αναχαίτισης της Hughes, AN/APG-36, ενώ καρδιά του συστήματος ηλεκτρονικών ήταν το σύστημα ελέγχου πυρός Hughes E-4. Η αναχαίτιση ξεκινούσε με καθοδήγηση από το έδαφος και, από τη στιγμή που το F-86D έμπαινε στη σωστή θέση, το δικό τους ραντάρ και ο υπολογιστής ελέγχου πυρός αναλάμβαναν να δώσουν λύση προσβολής. Για τα δεδομένα της εποχής, αυτό ήταν ένα τεράστιο βήμα προς την αυτοματοποίηση της αναχαίτισης.

Χειριστής επιβιβάζεται στο πιλοτήριο F-86D. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία.

Εξίσου ιδιαίτερος ήταν και ο οπλισμός. Το F-86D δεν έφερε πολυβόλα, ούτε πυροβόλα. Αντί γι’ αυτά χρησιμοποιούσε 24 μη κατευθυνόμενες ρουκέτες FFAR Mighty Mouse των 2,75 ιντσών, τοποθετημένες σε ανασυρόμενο κοιλιακό φορέα. Η λογική ήταν να εξαπολύεται μια πυκνή ομοβροντία εναντίον ενός μεγάλου στόχου, συνήθως βομβαρδιστικού, στην κατάλληλη στιγμή. Το σύστημα ήταν εντυπωσιακό, αλλά είχε και προφανή όρια, αφού οι ρουκέτες παρέμεναν μη κατευθυνόμενες.

Οι επιδόσεις του ήταν ιδιαίτερα καλές για την εποχή. Με τον κινητήρα General Electric J47 με μετάκαυση, το F-86D έφθανε περίπου τα 1.100-1.220 χλμ/ώρα, είχε οροφή περί τα 50.000 πόδια και εμβέλεια κάπου 500 χιλιόμετρα. Είχε μήκος 12,3 μέτρα, εκπέτασμα 11,3 μέτρα ενώ το βάρος κενό ήταν 6.130 κιλά και το μέγιστο απογείωσης τα 9.000 κιλά.

Το ελληνικό F-86D με κωδικό 16234 και εξωτερικές δεξαμενές καυσίμου. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία

Η ελληνική υπηρεσία σε Μοίρες Αναχαίτισης Παντός Καιρού

Για την τότε ελληνική Βασιλική Αεροπορία, το F-86D αντιπροσώπευε ποιοτικό άλμα. Η Ελλάδα διέθετε ήδη εμπειρία στα F-86E, αλλά το Δέλτα έφερνε έναν νέο κόσμο τεχνολογίας, τακτικής και διαδικασιών. Τα πρώτα F-86D (μεταχειρισμένα) έφθασαν στην Ελλάδα στις 17 Μαΐου 1960, αφού προηγουμένως είχαν περάσει από γενική συντήρηση στις εγκαταστάσεις της Fiat. Συνολικά υπηρέτησαν 35 αεροσκάφη στην περίοδο 1961-1967.

Το 18305 σε φυσικό μέταλλο, όπως εμφανίζονταν πολλά ελληνικά F-86D στα πρώτα χρόνια υπηρεσίας. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία

Η αρχική ένταξη έγινε στην 337 Μοίρα Αναχαίτισης Παντός Καιρού στην Ελευσίνα. Οι χειριστές της προέρχονταν σε σημαντικό βαθμό από την κοινότητα των F-86E και γνώριζαν ήδη την πλατφόρμα Sabre, όμως έπρεπε τώρα να περάσουν σε μια διαφορετική αποστολή. Η αναχαίτιση δεν βασιζόταν μόνο στο μάτι και στην πτητική ικανότητα. Απαιτούσε συνεργασία με τα ραντάρ εδάφους, πειθαρχία στη διαδικασία GCI (Ground-controlled interception) και εξοικείωση με ένα πολύπλοκο ραντάρ εντός του αεροσκάφους.

Σειρά ελληνικών F-86D στην πίστα. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία

Τον Μάιο του 1961, στελέχη της 337 μετακινήθηκαν για να υποστηρίξουν τη μετάπτωση της 343 ΜΑΠΚ στο νέο αεροσκάφος. Έτσι, οι δύο Μοίρες έγιναν οι βασικοί χρήστες του τύπου στην ΠΑ. Στην ελληνική εμπειρία καθοριστική ήταν και η συνεργασία με το ραντάρ της Πάρνηθας, το γνωστό MAMBO, που αναλάμβανε την επίγεια καθοδήγηση.

Λεπτομέρεια ουραίων επιφανειών και σημάνσεων ελληνικών F-86D. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία

Η καθημερινότητα του Sabre Dog στην Ελλάδα δεν ήταν απλή. Το αεροσκάφος απαιτούσε καλή τεχνική υποστήριξη, πειθαρχία διαδικασιών και προσωπικό ικανό να υποστηρίζει γρήγορους κύκλους readiness.

Ανεφοδιασμός ελληνικού F-86D στην πίστα. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία

Γιατί έμειναν λίγο στην ΠΑ και ποια ήταν η κληρονομιά τους

Η σχετικά σύντομη καριέρα του F-86D στην Ελλάδα δεν οφειλόταν σε αποτυχία του τύπου, αλλά στον ρυθμό με τον οποίο άλλαζε η τεχνολογία. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, τα πρώτης γενιάς αναχαιτιστικά της δεκαετίας του ’50 άρχισαν να ξεπερνιούνται από νεότερα υπερηχητικά μαχητικά, πιο προηγμένα ραντάρ και τη σταδιακή μετάβαση στα κατευθυνόμενα βλήματα αέρος-αέρος. Το Sabre Dog ήταν πολύ σύγχρονο όταν σχεδιάστηκε, αλλά γέρασε γρήγορα μέσα στο σκληρό περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου.

Η 343 ΜΑΠΚ άφησε πρώτη το F-86D, καθώς από το 1966 άρχισε να υποδέχεται F-5A/B Freedom Fighter. Στη συνέχεια, η 337 ξεκίνησε τη μετακίνησή της στη Νέα Αγχίαλο και τον επανεξοπλισμό της με τον ίδιο τύπο, με αποτέλεσμα τα τελευταία F-86D της να αποσυρθούν τον Μάιο του 1967. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένα αεροσκάφη, περίπου 6 έως 7, φαίνεται ότι διατηρήθηκαν σε επιχειρησιακή ετοιμότητα έως το 1969, μέχρι να αναλάβουν νεότερα μέσα όπως τα F-102A Delta Dagger.

Το διατηρημένο F-86D FU212 θυμίζει τη σύντομη αλλά ουσιαστική παρουσία του τύπου στην Ελλάδα. Πηγή: Πολεμική Αεροπορία.

Η υπηρεσία του τύπου στην Ελλάδα είχε και τραγική στιγμή, το δυστύχημα του Σμηναγού Νικολάου Τυροβολά στις 24 Ιουλίου του 1961, όταν κατέπεσε στην περιοχή της Νέας Αγχιάλου, σε μια περίοδο που η ΠΑ μάθαινε ακόμη τις απαιτήσεις της νέας μορφής αναχαίτισης.

Το F-86D υπήρξε ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην πρώτη αεριωθούμενη εποχή και στην ώριμη ψυχροπολεμική αεράμυνα. Έμαθε στην ΠΑ τι σημαίνει οργανικό ραντάρ, τι σημαίνει επιφυλακή παντός καιρού, τι σημαίνει καθοδήγηση από επίγειο δίκτυο και τι σημαίνει ο πιλότος να λειτουργεί ως ο μοναδικός διαχειριστής ενός πολύ πιο απαιτητικού συστήματος όπλου. Με αυτή την έννοια, το F-86D έμεινε λίγο, αλλά έπαιξε ρόλο πολύ μεγαλύτερο από τη διάρκεια της υπηρεσίας του.