O Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας (EDA), κρίνει ότι τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επανεξοπλίζονται αρκετά γρήγορα ή αποτελεσματικά, ώστε να επιτύχουν αμυντική ετοιμότητα έως το 2030. Συγκεκριμένα η πρώτη ετήσια Έκθεση Αμυντικής Ετοιμότητας καταγράφει πρόοδο στις δαπάνες, αλλά ζητεί αποφασιστική αλλαγή στην κλίμακα και στον ρυθμό ανάπτυξης πραγματικών δυνατοτήτων.
Έτσι τα σημερινά εθνικά σχέδια δεν φαίνεται να καλύπτουν τα κρίσιμα κενά που έχουν συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η έκθεση κατονομάζει την αεράμυνα και την αντιπυραυλική άμυνα, τις χερσαίες δυνάμεις μάχης, τις ναυτικές δυνατότητες, τα αποθέματα πυρομαχικών και τα μη επανδρωμένα συστήματα. Αυτά είναι πεδία στα οποία απαιτούνται διαθέσιμες μονάδες, επαρκείς ποσότητες και κοινά πρότυπα, όχι μόνο νέα προγράμματα.
Η EDA αναγνωρίζει βελτίωση στην αύξηση των προϋπολογισμών, στην ανάπτυξη δυνατοτήτων, στη βιομηχανική ετοιμότητα και στη συνεργασία με εταίρους, ιδιαίτερα με την Ουκρανία. Η συνολική εικόνα παραμένει όμως ανεπαρκής. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις εξακολουθούν να χρειάζονται μεγαλύτερη δυνατότητα άμεσης ανάπτυξης, παρατεταμένης υποστήριξης και διαλειτουργικότητας μεταξύ χωρών.
Η απόσταση ανάμεσα στη χρηματοδότηση και στο επιχειρησιακό αποτέλεσμα φαίνεται στα ίδια τα στοιχεία της Υπηρεσίας. Οι αμυντικές δαπάνες των κρατών μελών ανήλθαν σε 418 δισ. ευρώ το 2025 και προβλέπεται να φθάσουν τα 454 δισ. το 2026. Οι επενδύσεις αυξάνονται, όμως οι κοινές προμήθειες αντιπροσώπευαν μόλις το 24% της συνολικής αξίας το 2025.
Το πρόβλημα είναι κυρίως ο κατακερματισμός. Παράλληλες εθνικές αγορές μπορούν να αυξάνουν τις δαπάνες χωρίς να εξασφαλίζουν κοινά πυρομαχικά, συμβατές επικοινωνίες ή επαρκή παραγωγική κλίμακα. Η EDA επισημαίνει ότι η στενότερη συνεργασία στον σχεδιασμό και στις προμήθειες είναι απαραίτητη ώστε τα νέα κονδύλια να μετατραπούν σε δυνάμεις που μπορούν να επιχειρήσουν μαζί.
Έτσι η έκθεση ζητεί κάτι πέρα από περισσότερα κονδύλια— γρηγορότερη μετατροπή τους σε παραγωγή, αποθέματα και διαθέσιμους σχηματισμούς.