Σε μια εξέλιξη που αιφνιδίασε ακόμη και έμπειρους παρατηρητές της καναδικής αμυντικής πολιτικής, η Οτάβα άφησε για πρώτη φορά ανοιχτό το ενδεχόμενο εμπλοκής της στο Global Combat Air Programme (GCAP), το φιλόδοξο πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού 6ης γενιάς που υλοποιείται από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία και την Ιαπωνία.

Η δήλωση του Καναδού υπουργού Άμυνας David McGuinty, μετά από συνάντηση στο Τόκιο με τον Ιάπωνα ομόλογό του Shinjiro Koizumi, σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη μετατόπιση σε μια χώρα που επί δύο δεκαετίες παλεύει να καταλήξει σε μια συνεκτική στρατηγική για την αντικατάσταση των γερασμένων CF‑188.

Ο McGuinty, μιλώντας σε δημοσιογράφους, χαρακτήρισε το GCAP «πολλά υποσχόμενη πρωτοβουλία» και παραδέχθηκε ότι ο Καναδάς «ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα» για το πρόγραμμα, προσθέτοντας ότι θα θέσει το θέμα για περαιτέρω αξιολόγηση. Η δήλωση αυτή, αν και πολύ προσεκτικά διατυπωμένη, αποτελεί την πρώτη δημόσια αναφορά υψηλόβαθμου Καναδού αξιωματούχου σε πιθανή εμπλοκή της χώρας σε ένα πρόγραμμα μαχητικού 6ης γενιάς.

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Οτάβα, ως γνωστόν εξετάζει πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο ενός «split fighter buy», δηλαδή την προμήθεια του αμερικανικού F‑35 (πρόγραμμα στο οποίο ο Καναδάς είναι εξ’ αρχής εταίρος) σε συνδυασμό με έναν δεύτερο τύπο μαχητικού.

Η σκέψη αυτή έχει ενισχυθεί από την αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις Καναδά–ΗΠΑ, μια ρωγμή που έχει αρχίσει να επηρεάζει και τον αμυντικό τομέα. Η αναζήτηση εναλλακτικών επιλογών πέραν της Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται στα μαχητικά: ο Καναδάς έχει ήδη στραφεί σε ευρωπαϊκές και ασιατικές εταιρείες για μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, όπως τα νέα υποβρύχια, δείχνοντας μια ευρύτερη τάση στρατηγικής διαφοροποίησης.

Το GCAP, με επίκεντρο το μαχητικό Tempest, βρίσκεται σε φάση επιταχυνόμενης ανάπτυξης. Το αρχικό πρωτότυπο  επίδειξης τεχνολογιών κατασκευάζεται ήδη από τη BAE Systems στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η Ιαπωνία έχει αναλάβει κρίσιμους τομείς όπως αισθητήρες και προηγμένα συστήματα αποστολής. Η Ιταλία, από την πλευρά της, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι το πρόγραμμα είναι ανοιχτό σε νέους εταίρους. Μάλιστα, ο Ιταλός υπουργός Άμυνας Guido Crosetto ανέφερε πρόσφατα ότι ο Καναδάς είναι «η χώρα με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή», μια δήλωση που πλέον αποκτά νέο βάρος.

Η πιθανή συμμετοχή της Οτάβα δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει άμεσα ως πλήρης εταίρος. Σύμφωνα με ιαπωνικές πηγές, η ιδέα ένταξης του Καναδά στο πρόγραμμα με καθεστώς «παρατηρητή» είχε ήδη συζητηθεί σε προηγούμενη συνάντηση McGuinty–Koizumi τον Μάρτιο. Ένα τέτοιο καθεστώς θα έδινε στον Καναδά πρόσβαση σε τεχνικές πληροφορίες και εξελίξεις του προγράμματος, χωρίς όμως τις δεσμεύσεις και το κόστος πλήρους συμμετοχής. Παράλληλα, θα λειτουργούσε ως προθάλαμος για πιθανή μελλοντική αναβάθμιση του ρόλου του, εφόσον η Οτάβα αποφάσιζε ότι το GCAP ταιριάζει στις μακροπρόθεσμες ανάγκες της.

Η διεθνής συγκυρία ευνοεί τέτοιες κινήσεις. Με το ευρωπαϊκό FCAS/SCAF να έχει ουσιαστικά καταρρεύσει λόγω ανυπέρβλητων διαφορών μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας και Ισπανίας, το GCAP έχει αναδειχθεί στο μοναδικό ενεργό και συνεκτικό πρόγραμμα μαχητικού 6ης γενιάς στην Ευρώπη. Η πιθανή προσχώρηση μιας χώρας όπως ο Καναδάς θα ενίσχυε όχι μόνο τη χρηματοδότηση, αλλά και τη γεωπολιτική βαρύτητα του προγράμματος, δημιουργώντας έναν νέο άξονα αμυντικής συνεργασίας που θα εκτείνεται από τον Ατλαντικό μέχρι τον Ινδο‑Ειρηνικό.

Για τον Καναδά, η συμμετοχή στο GCAP θα αποτελούσε μια στρατηγική επένδυση σε τεχνολογίες αιχμής, από προηγμένα συστήματα αισθητήρων και τεχνητή νοημοσύνη μέχρι συνεργατικές επιχειρήσεις επανδρωμένων‑μη επανδρωμένων πλατφορμών. Θα ενίσχυε επίσης την αμυντική του βιομηχανία, η οποία αναζητά τρόπους να παραμείνει ανταγωνιστική σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογική πολυπλοκότητα αυξάνεται εκθετικά.

Παρά ταύτα, η Οτάβα θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντικρουόμενες προτεραιότητες. Η απόκτηση F‑35 βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, ενώ η συμμετοχή σε ένα δεύτερο, πολύ πιο φιλόδοξο πρόγραμμα θα απαιτούσε σημαντικούς πόρους και πολιτική βούληση. Επιπλέον, η επιλογή ενός ευρωπαϊκο‑ιαπωνικού μαχητικού ως συμπληρωματικού ή μελλοντικού διαδόχου του F‑35 θα συνιστούσε μια σαφή απομάκρυνση από την παραδοσιακή εξάρτηση του Καναδά από τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της αεροπορικής ισχύος.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η δήλωση McGuinty δεν ήταν μια τυπική διπλωματική φιλοφρόνηση. Αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη ότι ο Καναδάς εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να τοποθετηθεί εγκαίρως σε ένα πρόγραμμα που θα καθορίσει την αεροπορική ισχύ των επόμενων δεκαετιών.

Το GCAP, που μέχρι πρόσφατα παρουσιαζόταν ως μια τριμερής πρωτοβουλία, φαίνεται πλέον να εξελίσσεται σε μια πλατφόρμα ευρύτερης διεθνούς συνεργασίας. Και ο Καναδάς, μετά από χρόνια αβεβαιότητας και καθυστερήσεων, ίσως να έχει βρει επιτέλους μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του στο μέλλον της αεροπορικής τεχνολογίας.