Μετά την επίσκεψη Μακρόν στην Αθήνα και την ανανέωση της ελληνογαλλικής αμυντικής συνεργασίας, οι πιθανότητες να μπει σοβαρά στο τραπέζι η λύση των γαλλικών υποβρυχίων Blacksword Barracuda για το Πολεμικό Ναυτικό έχουν αυξηθεί εκθετικά. Όχι επειδή η Ελλάδα πρέπει αυτομάτως να αγοράσει ό,τι προτείνει η Γαλλία, ούτε επειδή η γεωπολιτική σχέση Αθήνας και Παρισιού αρκεί από μόνη της για να κρίνει ένα τόσο σοβαρό εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Η αύξηση των πιθανοτήτων προκύπτει από κάτι βαθύτερο. Η Ελλάδα έχει ήδη αποκτήσει Rafale, έχει επιλέξει τις φρεγάτες FDI HN, έχει οικοδομήσει μια αμυντική σχέση με τη Γαλλία που ξεπερνά το επίπεδο της απλής προμήθειας υλικού, και έχει υπογράψει συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση για ένα μεγάλο γαλλικό υποβρύχιο παύει να είναι μεμονωμένη εξοπλιστική κίνηση και μετατρέπεται σε κομμάτι ενός ευρύτερου γαλλοελληνικού αεροναυτικού οικοσυστήματος.

Σχεδιαστική απεικόνιση του ολλανδικού υποβρυχίου Orka, της νέας σχεδίασης που βασίζεται στην οικογένεια Barracuda της Naval Group.

Η συζήτηση χρειάζεται να γίνει επειδή το Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη εξαιρετική εμπειρία από τα γερμανικής τεχνολογίας υποβρύχια και ειδικά από τα Type 214HN με αναερόβια πρόωση. Τα ελληνικά AIP παραμένουν από τα ισχυρότερα μέσα αποτροπής στο Αιγαίο και έχουν δώσει στη χώρα πραγματικό ποιοτικό πλεονέκτημα. Άρα η ανάλυση για Barracuda δεν ξεκινά από την απόρριψη της γερμανικής σχολής. Αρχίζει από το ερώτημα αν η επόμενη γενιά ελληνικών υποβρυχίων θα υπηρετήσει μόνο το γνωστό αιγαιακό δόγμα, ή αν θα πρέπει να ανοίξει μια νέα κατηγορία αποστολών με επίκεντρο την Ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο, τη Λιβύη, την Ερυθρά Θάλασσα και τη δυνατότητα παρουσίας πολύ μακριά από τις ελληνικές βάσεις.

Η γαλλική σχεδίαση έχει μια ιδιαιτερότητα. Το Blacksword Barracuda δεν είναι ένα ακόμη συμβατικό υποβρύχιο σχεδιασμένο αποκλειστικά για εξαγωγές. Προέρχεται από την οικογένεια πυρηνοκίνητων επιθετικών υποβρυχίων Barracuda/Suffren, με τεχνογνωσία που η Γαλλία δεν προσφέρει παντού και σε όλους. Η σχεδίαση αυτή έχει πίσω της τεχνολογίες υψηλής διαβάθμισης, μεγάλο μέρος των οποίων παραμένει φυσικά απόρρητο. Το σημαντικό είναι ότι η γαλλική πρόταση για την Ελλάδα, φέρνει στη συμβατική κατηγορία στοιχεία φιλοσοφίας από ένα απαιτητικό περιβάλλον — μεγάλο κύτος, αυξημένη αυτονομία, ισχυρούς αισθητήρες, μεγάλη χωρητικότητα όπλων, δυνατότητα ειδικών αποστολών και σχεδιασμό για δράση σε ανοιχτές θάλασσες.

Το γαλλικό πυρηνοκίνητο υποβρύχιο Suffren σε δοκιμές καταδύσεως στον Ατλαντικό το 2020, πριν από την επιχειρησιακή του ένταξη.

Τι είδαν οι Αυστραλοί στο Shortfin Barracuda

Η αυστραλιανή εμπειρία είναι χρήσιμη επειδή η Αυστραλία δεν επέλεξε το γαλλικό Shortfin Barracuda Block 1A από συναισθηματισμό ή επειδή αγνοούσε τις άλλες λύσεις. Η Αυστραλία εξέτασε ουσιαστικά τρεις προτάσεις — τη γαλλική της τότε DCNS (σήμερα Naval Group) με το Shortfin Barracuda, τη γερμανική με Type 216 της TKMS και την ιαπωνική που βασιζόταν στην κλάση Soryu. Κάθε επιλογή είχε πλεονεκτήματα και ρίσκα. Οι Γερμανοί έφεραν στο τραπέζι το βάρος της τεράστιας εμπειρίας σε συμβατικά υποβρύχια με τεχνολογία αναερόβιας πρόωσης (AIP). Οι Ιάπωνες είχαν μια ώριμη εθνική σχεδίαση, μεγάλη και αθόρυβη. Οι Γάλλοι όμως είχαν κάτι διαφορετικό — την ικανότητα να μεταφέρουν τη λογική ενός πυρηνοκίνητου επιθετικού υποβρυχίου σε μια συμβατική εκδοχή.

Η Αυστραλία χρειαζόταν υποβρύχιο πολύ διαφορετικό από εκείνο που θα επέλεγε μια χώρα με αποστολή αποκλειστικά παράκτιας άμυνας. Οι αποστάσεις στον Ινδοειρηνικό είναι τεράστιες, και ένα αυστραλιανό υποβρύχιο πρέπει να φύγει από τη βάση του, να διανύσει χιλιάδες ναυτικά μίλια, να φτάσει σε περιοχές ενδιαφέροντος κοντά σε κρίσιμα περάσματα, να παραμείνει εκεί για μεγάλο διάστημα και να επιστρέψει χωρίς να έχει εξαντλήσει το επιχειρησιακό του απόθεμα. Αυτό απαιτεί μέγεθος, καύσιμα, ισχυρή ηλεκτρική παραγωγή, μεγάλες μπαταρίες, χώρους για πλήρωμα και όπλα, αντοχή συστημάτων, προηγμένη ακουστική σχεδίαση και πολύ καλή διαχείριση του ίχνους.

Το γαλλικό SNA Suffren κατά τη συμμετοχή του στην άσκηση Varuna 2023, σε εικόνα υψηλής ανάλυσης από το γαλλικό Ναυτικό. (Πηγή: Marine Nationale / Ministère des Armées, Licence Ouverte 2.0)

Εδώ το AIP από μόνο του δεν αρκούσε ως απάντηση. Η αναερόβια πρόωση είναι εξαιρετική όταν το υποβρύχιο βρίσκεται ήδη στην περιοχή ενδιαφέροντος και θέλει να κινείται αργά, αθόρυβα και με μεγάλη παραμονή σε κατάδυση — κρίσιμο σε κλειστές θάλασσες, σε στενά περάσματα και σε περιοχές ενέδρας. Στον Ειρηνικό όμως το πρώτο πρόβλημα είναι η ίδια η μετάβαση. Αν το υποβρύχιο κινείται γρήγορα σε κατάδυση καταναλώνει τεράστια ποσότητα ενέργειας, αν κινείται αργά φτάνει καθυστερημένα, και αν χρησιμοποιεί αναπνευστήρα για φόρτιση μπαταριών μπορεί να εντοπιστεί στην πορεία. Η αυστραλιανή σκέψη αναζητούσε επομένως κάτι πιο σύνθετο από την παραμονή — αναζητούσε συμβατικό υποβρύχιο με όσο γίνεται μεγαλύτερη ωκεάνια ικανότητα.

Το Shortfin Barracuda έδειχνε να απαντά σε αυτή την ανάγκη επειδή ξεκινούσε από μεγαλύτερη σχεδιαστική βάση. Αυτό φυσικά δεν μείωνε τα τεχνικά ρίσκα του αυστραλιανού προγράμματος — ίσα ίσα, η μετατροπή μιας πυρηνοκίνητης φιλοσοφίας σε συμβατική πλατφόρμα ήταν από μόνη της δύσκολη υπόθεση.

Άνω όψη του Suffren, όπου διακρίνεται η μορφή του κύτους και η μετάβαση της γαλλικής σχεδίασης στη νέα γενιά πυρηνοκίνητων υποβρυχίων. Πηγή: Marine Nationale / Ministère des Armées

Η γερμανική πρόταση περί Type 216 είχε το πλεονέκτημα της παράδοσης, παρέμενε όμως και αυτή νέα μεγάλη σχεδίαση, χωρίς προηγούμενη επιχειρησιακή ιστορία σε αντίστοιχο επίπεδο. Η ιαπωνική πρόταση για Soryu είχε ισχυρά τεχνολογικά στοιχεία, η Ιαπωνία ωστόσο στερούνταν εξαγωγικής εμπειρίας, ενώ η προσαρμογή του σκάφους σε αυστραλιανή κατασκευή και υποστήριξη και αμερικανικό σύστημα μάχης δεν ήταν αυτονόητη.

Το γεγονός ότι η Αυστραλία ακύρωσε αργότερα το πρόγραμμα των Shortfin και στράφηκε σε πυρηνοκίνητα υποβρύχια της συμφωνίας AUKUS δεν αποτελεί τεχνική καταδίκη του γαλλικού σκάφους. Η ακύρωση είχε γεωπολιτική λογική. Η Αυστραλία απέκτησε πρόσβαση σε κάτι που προηγουμένως δεν είχε, σε πυρηνική πρόωση μέσω ΗΠΑ και Βρετανίας, και την τριμερή συνεργασία άμυνας στον Ειρηνικό.

Το Suffren σε πλου κοντά στο Cap Brun της Τουλόν, σε στιγμιότυπο που αποτυπώνει τη χαμηλή προβολή του σκάφους στην επιφάνεια.

Η γαλλική τεχνολογία, το οπλοστάσιο και το ελληνικό οικοσύστημα

Για την Ελλάδα, το τεχνικό ενδιαφέρον του Barracuda βρίσκεται στη συνολική αρχιτεκτονική. Το υποβρύχιο μπορεί να προσφέρει πολύ μεγαλύτερο όγκο από ένα μικρότερο συμβατικό σκάφος, καλύτερες συνθήκες για πλήρωμα σε μακρές αποστολές, μεγαλύτερη χωρητικότητα όπλων, ισχυρότερη ηλεκτρική υποδομή και χώρο για μελλοντικά συστήματα. Η νεότερη γαλλική προσέγγιση με μπαταρίες ιόντων λιθίου αντί για κλασικό AIP έχει διαφορετική φιλοσοφία. Δεν προσφέρει το ίδιο επιχειρησιακό προφίλ με την αναερόβια πρόωση ούτε τις ίδιες μέρες σε κατάδυση, έχει όμως αυξημένη ενεργειακή πυκνότητα, δυνατότητα υψηλής ισχύος για σύντομο διάστημα, γρήγορη φόρτιση και μεγαλύτερη ευελιξία σε αποστολές που απαιτούν αρκετές αλλαγές ταχύτητας, μετακίνηση μεταξύ περιοχών και δυναμική διαχείριση ενέργειας.

Σχεδιαστική απεικόνιση του Shortfin Barracuda, της συμβατικής πρότασης της Naval Group για τα αυστραλιανά υποβρύχια κλάσης Attack.

Το οπλοστάσιο μπορεί να είναι ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της πρότασης. Ένα  Barracuda με έξι τορπιλοσωλήνες των 533 χιλιοστών και μεγάλο απόθεμα όπλων, κάπου 30, μπορεί να μεταφέρει συνδυασμό βαρέων τορπιλών, αντιπλοϊκών πυραύλων, ναρκών, βλημάτων κρούσης και μη επανδρωμένων υποβρύχιων συστημάτων. Η γαλλική οικογένεια Suffren, χρησιμοποιεί τορπίλες F21, αντιπλοϊκούς Exocet SM39 και πυραύλους κρούσης MdCN, με την εξαγωγική διαμόρφωση για κάθε χώρα να εξαρτάται από πολιτικές εγκρίσεις, τεχνική ολοκλήρωση και επιχειρησιακές απαιτήσεις.

Το Duguay-Trouin, δεύτερο υποβρύχιο της κλάσης Suffren/Barracuda, εν πλω κατά τη φάση ένταξης της νέας γενιάς στο γαλλικό Ναυτικό. (Πηγή: Marine Nationale / Ministère des Armées, Licence Ouverte 2.0)

Εδώ εμφανίζεται η σύνδεση με τις ελληνικές FDI HN και το Γαλλικό Ναυτικό. Η Ελλάδα έχει ήδη επιλέξει φρεγάτες με γαλλικό σύστημα μάχης, γαλλικούς αισθητήρες, γαλλική φιλοσοφία αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής, γαλλικά όπλα και στενή τεχνική σχέση με τη Naval Group. Ένα γαλλικό υποβρύχιο θα μπορούσε να ενταχθεί ευκολότερα σε αυτό το οικοσύστημα σε επίπεδο υποστήριξης, εκπαίδευσης, ανταλλαγής τεχνογνωσίας, κοινής επιχειρησιακής γλώσσας και συνεργασίας με το Marine Nationale.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι όλα λύνονται αυτόματα. Η συμβατότητα με τις FDI δεν αποτελεί μαγικό επιχείρημα. Το υποβρύχιο είναι διαφορετικός κόσμος από τη φρεγάτα, χρειάζεται δικό του σύστημα μάχης, δική του υποστήριξη, δικό του απόθεμα ανταλλακτικών, δική του εκπαίδευση πληρωμάτων και ειδική διαχείριση κύκλου ζωής. Η Ελλάδα έχει σήμερα πολλών δεκαετιών εμπειρία στη γερμανική τεχνολογία — έχει ανθρώπους, διαδικασίες, ναυπηγική γνώση, βάσεις και επιχειρησιακή κουλτούρα γύρω από τα Type 209 και Type 214 και έχει κάνει την αντίστοιχη επένδυση η οποία είναι πανάκριβη και πρέπει να αποσβεστεί. Η μετάβαση σε γαλλική υποβρύχια σχολή θα είναι σοβαρή απόφαση, με υψηλό κόστος, ρίσκο, ανάγκη για διατήρηση 2 γραμμών υποστήριξης, ανάγκη για μακροχρόνια υποστήριξη και απαίτηση πραγματικής βιομηχανικής συμμετοχής.

Λεπτομέρεια από το ιστό του Duguay-Trouin, με εμφανή τη διαμόρφωση της υπερκατασκευής της γαλλικής κλάσης Suffren.

Ακριβώς για αυτό η ελληνική αξιολόγηση πρέπει να είναι αυστηρή. Το Barracuda πρέπει να συγκριθεί με γερμανικές, ιταλικές, σουηδικές ή άλλες ευρωπαϊκές λύσεις, με βάση συγκεκριμένες αποστολές. Πόσες ημέρες θέλει το Πολεμικό Ναυτικό να παραμένει το υποβρύχιο στην περιοχή αποστολής, πόσο μακριά θέλει να…

Η συνέχεια στο Naval Defence