Η ασιατική χώρα προχωρά σε μια ιδιαίτερα σημαντική επένδυση σε μη επανδρωμένα συστήματα, αποκτώντας συνολικά 2.032 ALTIUS της Anduril, σε ένα πρόγραμμα που ξεχωρίζει περισσότερο για την κλίμακά του παρά για την ίδια την αξία της σύμβασης.
Η προμήθεια περιλαμβάνει 1.554 ALTIUS-700M περιφερόμενα πυρομαχικά και 478 ALTIUS-600ISR για αποστολές συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης. Η συνολική αξία ανέρχεται σε περίπου 847 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.

Για την Ταϊβάν, το ζητούμενο είναι η δημιουργία μιας μεγάλης «μάζας» κατανεμημένων μη επανδρωμένων συστημάτων, ικανών να επιχειρούν σε διαφορετικά σημεία και να εντοπίζουν, παρακολουθούν και προσβάλλουν στόχους. Πρόκειται για δυνατότητα που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην περίπτωση μιας μεγάλης κλίμακας σύγκρουσης, όπου η επιβίωση των δυνάμεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διασπορά και την αδυναμία του αντιπάλου να εξουδετερώσει όλα τα διαθέσιμα μέσα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως και η πλευρά της Anduril. Η εταιρεία έχει επενδύσει σημαντικά στην ιδέα της σχεδίασης οπλικών συστημάτων με βασικό στόχο τη μαζική και σχετικά χαμηλού κόστους παραγωγή. Μια παραγγελία άνω των 2.000 συστημάτων αποτελεί πλέον μια πραγματική δοκιμή αυτής της φιλοσοφίας.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς πόσο κοστίζει κάθε ALTIUS, αλλά πόσο μειώνεται το κόστος επίτευξης του επιθυμητού επιχειρησιακού αποτελέσματος όσο αυξάνεται η παραγωγή. Εάν η Anduril καταφέρει να διατηρήσει την αξιοπιστία και τις επιδόσεις, ενώ ταυτόχρονα μειώνει το κόστος μέσω της κλίμακας παραγωγής, το πρόγραμμα της Ταϊβάν μπορεί να αποδειχθεί σημαντικό πολύ πέρα από τα στενά όρια της συγκεκριμένης παραγγελίας.
Με άλλα λόγια, η συμφωνία των 2.032 ALTIUS δεν είναι απλώς μια μεγάλη παραγγελία. Είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μέχρι σήμερα πειράματα για το κατά πόσο η μαζική παραγωγή μη επανδρωμένων συστημάτων μπορεί να αλλάξει την οικονομία του σύγχρονου πολέμου.