Όποιος εξακολουθεί να αναλύει τη σημερινή φάση της εκεχειρίας ΗΠΑ-Ιράν, η οποία βέβαια διακόπτεται συχνά με ανταλλαγές πυρών, βλέπει πως παραμένει στις δημόσιες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ και σε εκείνες των κύριων συνεργατών του, ένα μοντέλο χερσαίας εισβολής. Όπου χωρίς να θεωρείται απόλυτα δεδομένη, αν συμβεί, θα είναι μια περιορισμένη γεωγραφικά επέμβαση, και πιο εύκολο να προβληθεί επικοινωνιακά, ως “ελεγχόμενη”.

Σήμερα μάλιστα είχαμε μια ακόμη σχετική απειλή, με τον Τραμπ να δηλώνει στο Truth Social πως “απόψε θα σφυροκοπηθεί το Ιράν”, αλλά και πως “…σε κάποιο σημείο, όχι πολύ μακριά χρονικά, θα πάρουμε το νησί Χάργκ και άλλα που έχουν πετρελαϊκές υποδομές, οπότε θα αναλάβουμε τον πλήρη έλεγχο της -ιρανικής- αγοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως κάναμε στη Βενεζουέλα”!

Ο Τράμπ έτσι αναφέρεται και στα Στενά του Ορμούζ και στο νησί Χάργκ πιο βόρεια στον Περσικό, που είναι από πλευράς υποδομών η μεγάλη πετρελαϊκή έξοδος του Ιράν. Σε αυτά τα σημεία συναντώνται η παγκόσμια αγορά ενέργειας, το αμερικανικό πολιτικό κόστος στο εσωτερικό από την άνοδο των τιμών των καυσίμων, η δυνατότητα της Τεχεράνης να χρηματοδοτεί το καθεστώς της αλλά και να κρατά τη διεθνή ναυσιπλοΐα σε καθεστώς διαρκούς εκβιασμού.

Τα Στενά είναι από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη, επειδή από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η αναταταχή εκεί, η πολεμική δράση, το κλείσιμο τους ή η μείωση της κίνησης όπως συμβαίνει εδώ και μήνες, επηρεάζει το κόστος της ενέργειας διεθνώς, τα ασφάλιστρα, τη ναυσιπλοΐα, τις μεταφορές, τα χρηματιστήρια, τον πληθωρισμό, και βέβαια το πολιτικό κλίμα μέσα στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τον Τραμπ αυτό έχει πολύ χειροπιαστή σημασία. Κάθε άνοδος στην τιμή της βενζίνης μετατρέπεται σε άμεση πίεση επάνω στον Λευκό Οίκο. Έτσι, τα Στενά και η από εκεί ροή (ή όχι) των υδρογονανθράκων, μετατρέπεται σε αμερικανικό εσωτερικό πρόβλημα πρώτου μεγέθους.

Τα Στενά του Ορμούζ με τα μικρά νησιά τους προς τον Περσικό, που όλα είναι σημεία “στραγγαλισμού” της ναυτιλιακής κίνησης.

Τα νησιά που βρίσκονται μέσα ή γύρω από το ίδιο το Ορμούζ έχουν επίσης βαρύτητα. Το Κεσμ, το Άμπου Μούσα και τα Μεγάλο και Μικρό Τουνμπ, λειτουργούν ως προκεχωρημένα στηρίγματα ελέγχου, παρατήρησης, παρενόχλησης και απειλής. Από τέτοιες θέσεις το Ιράν μπορεί να στηρίζει δίκτυα επιτήρησης, να διευκολύνει παράκτιες απειλές, να μετακινεί ταχύπλοα, να αναπτύσσει αισθητήρες και να μετατρέπει ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα σε ζώνη μόνιμης αβεβαιότητας. Γι’ αυτό και κάθε σοβαρή συζήτηση περί «ανοίγματος» του Ορμούζ οδηγεί αναγκαστικά σε αυτά τα σημεία.

Το Χάργκ είναι άλλο ένα κομμάτι αυτής της εξίσωσης. Πρόκειται για το βασικό εξαγωγικό κόμβο του ιρανικού πετρελαίου, λόγω μεγάλων υποδομών αποθήκευσης και κυρίως ταυτόχρονης φόρτωσης μεγάλων τάνκερ. Οπότε, όποιος ελέγχει το νησί χτυπά κατευθείαν το ταμείο του καθεστώτος. Άρα η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται να προελάσει μέχρι την… ιρανική πρωτεύουσα για να οδηγήσει την κυβέρνηση του Ιράν σε ασφυξία. Της αρκεί να κλείσει, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, τη βασική βαλβίδα από την οποία εισέρχεται το πετρελαϊκό έσοδο.

To Χάργκ στο βόρειο Περσικό Κόλπο.

Από εδώ προκύπτει και η λογική μιας περιορισμένης αμφίβιας ή αεροκίνητης ενέργειας. Αλλιώς μια εκστρατεία τύπου “Ιράκ το 2003” (στον 2ο πόλεμο του Κόλπου), με μαζική προώθηση εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών προς την ιρανική πρωτεύουσα, με συντριβή κρατικών δομών, κατάρρευση διοίκησης, ανοικτή κατοχή και χρόνια διαχείριση χάους, θα είχε αδιανόητο πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κόστος.

Καθώς θα ενεργοποιούσε αμέσως όλες τις σκοτεινές μνήμες των αμερικανικών επεμβάσεων μετά το 2001 και θα έσπρωχνε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αιματηρότατο πόλεμο, όπου θα έβρισκαν απέναντι τους εκατομμύρια στρατευμένους Ιρανούς, που θα μάχονταν για την ανεξαρτησία της χώρας τους -πέρα δηλαδή από την όποια ταύτιση με το θεοκρατικό καθεστώς. Συν βέβαια την παράλληλη διεθνή αναταραχή με άγνωστες συνέπειες. Αλλά και ακόμη μια τέτοια εκστρατεία να είχε αρχικό “νικηφόρο” αποτέλεσμα (κι αυτό πολύ αμφισβητήσιμο), δεν θα τελείωνε ποτέ, από ένα διαρκή ανταρτοπόλεμο που θα ακολουθούσε.

Αντίθετα, μια επιχείρηση κατά ενός νησιωτικού ή παράκτιου στόχου, με καθαρό γεωγραφικό αντικείμενο, περιορισμένο βάθος και μετρήσιμο πολιτικό αποτέλεσμα, μπορεί να παρουσιαστεί ως σκληρή αλλά υπολογισμένη κίνηση. Μπορεί να εμφανιστεί – έστω στην λογική του συντηρητικού αμερικανικού κοινού- ως αφαίρεση ενός ζωτικού μοχλού από το καθεστώς της Τεχεράνης, και όχι ως νέο σχέδιο κατάληψης μεγάλης χώρας.

Αυτή η λογική ταιριάζει και με το προσωπικό πολιτικό ένστικτο του Τραμπ. Στη Βενεζουέλα, μετά την επιχείρηση κατά του Μαδούρο, το ίδιο του το στρατόπεδο φρόντισε να ξεκαθαρίσει πως η λογική της δράσης ήταν για ταχεία πολιτική και οικονομική απόδοση. Όχι όμως για μόνιμη κατοχή, όχι για nation building (δηλαδή απόπειρα πολιτικής ανασυγκρότησης μιας υπό κατοχή χώρας), όχι για “ατέρμονο πόλεμο”.

Οπότε η ίδια προσέγγιση ταιριάζει αρκετά και στο ιρανικό θέατρο. Ο Τραμπ δείχνει να μελετά το κόψιμο της χρηματοδότησης ενός καθεστώτος που, κατά τη δική του αφήγηση, τρώει τον πλούτο του λαού του, παρά μια ολοκληρωτική συντριβή κρατικών υποδομών που θα γυρνούσε μπούμερανγκ στην αμερικανική οικονομία και στην ίδια τη δική του πολιτική επιβίωση.

Βέβαια οι δημόσιες παλινωδίες του Αμερικανού Προέδρου, δεν βοηθούν να φωτίσουν τι ακριβώς επιδιώκει. Και μάλλον δείχνουν και τη σύγχυση και τη μεγάλη έλλειψη ανάλυσης που είχε εξαρχής η επίθεση στο Ιράν, όπου δεν είχε προβλεφθεί μια εξέλιξη συνεχιζόμενης ιρανικής αντίστασης, έστω και με πολύ μεγάλες απώλειες.

Έτσι στις αρχές Μαρτίου του 2026 η συζήτηση κινούνταν γύρω από την αμερικανική στήριξη στις ασφαλιστικές εταιρείες της παγκόσμιας ναυτιλίας, όπως και στην πιθανή διενέργεια πολεμικής συνοδείας των δεξαμενόπλοιων. Στα μέσα Μαρτίου ο Τραμπ άρχισε να πιέζει συμμάχους να στείλουν πολεμικά πλοία για συνοδείες και εξέφρασε εκνευρισμό όταν αρκετοί απάντησαν αρνητικά. Στις 26 Μαρτίου έδωσε εντολή για παύση επιθέσεων σε ιρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις για δέκα ημέρες, λέγοντας πως οι συνομιλίες πάνε πολύ καλά. Λίγες ημέρες αργότερα η φρασεολογία του μετατοπίστηκε πάλι προς το σκληρότερο. Έφτασε να λέει πως “οι άλλες χώρες ας πάνε μόνες τους στο Ορμούζ να το πάρουν”. Κατόπιν μίλησε για πόλεμο που μπορεί να τελειώσει μέσα σε δύο ή τρεις εβδομάδες, μετά για αμερικανική γρήγορη έξοδο από το ιρανικό μέτωπο, και τελικά για δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ανοίξουν το Ορμούζ, να πάρουν το πετρέλαιο και να βγάλουν μια περιουσία! Ενώ έφτασε να απειλεί με ριζική καταστροφή των κρίσιμων υποδομών του Ιράν, με βαριές ύβρεις, καταλήγοντας τις ημέρες του Πάσχα σε εκεχειρία αρχικά λίγων ημερών, η οποία κρατιέται ακόμη και τώρα, με μικρές “αναλαμπές” ανταλλαγής πυρών.

Αυτές οι αντιφατικές δηλώσεις δείχνουν πως ο Τραμπ μετακινεί συνεχώς το πλαίσιο της συζήτησης κάτι που έστω και χαοτικά και τελείως αντί-διπλωματικά, επιτρέπει να μένουν ταυτόχρονα ανοικτές τέσσερις επιλογές. Η πρώτη είναι η διαπραγμάτευση με το Ιράν, που βλέπουμε σήμερα. Η δεύτερη είναι η πίεση στους συμμάχους να αναλάβουν μέρος του κόστους επίλυσης της σύρραξης. Η τρίτη είναι η απειλή άμεσης κλιμάκωσης (επίσης εφαρμόζεται). Η τέταρτη είναι η προετοιμασία του ακροατηρίου για ένα χτύπημα περιορισμένου βάθους. Με αυτή τη μέθοδο (αν υπάρχει βέβαια “μέθοδος” μελετημένη), ο Τραμπ δοκιμάζει αντιδράσεις, μετρά τα όρια της αγοράς, ακούει τους συμμάχους, ελέγχει το εσωτερικό του ακροατήριο και κρατά την επιλογή της νέας σύρραξης έτοιμη.

A U.S. Marine Corps Amphibious Combat Vehicle with Alpha Company, 2nd Assault Amphibian Battalion, 2nd Marine Division, launches from the beach during a shore-to-ship movement to the San Antonio-class amphibious transport dock ship USS Arlington (LPD-24) as part of Type Commander’s Amphibious Training 26.1 at Marine Corps Base Camp Lejeune, N.C., March 3, 2026. (U.S. Marine Corps photo by Sgt. Jorge Borjas)

Η στρατιωτική εικόνα, όπως έχει εξελιχθεί στο πεδίο, έχει ακόμη μεγαλύτερο βάρος από τη ρητορική. Πάνω σε μια ήδη μεγάλη αμερικανική παρουσία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, μπορεί να προστεθεί από την Νότια Σινική Θάλασσα το σκάφος υποστήριξης αποβατικών επιχειρήσεων USS Boxer με την 11η Εκστρατευτική Μονάδα Πεζοναυτών του (κάπου 2.500 προσωπικό), το αντίστοιχο USS Wasp (είναι στην Ισπανία αυτές τις μέρες), στοιχεία της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας, όπως και νέα πολεμικά πλοία. Αυτές οι ενισχύσεις μπορεί να φθάσουν σύντομα καθώς οι παραπάνω δυνάμεις είναι σε σχετικά κοντινά σημεία. Επίσης κοντά στο Ιράν παραμένουν επιθετικά αεροσκάφη Α-10, που ως φιλοσοφία δράσης, ταιριάζουν σε ένα σενάριο υποστήριξης αποβατικής ενέργειας. Όπου μπορεί να λειτουργήσουν ως ιπτάμενο πυροβολικό για τμήματα πεζοναυτών, να προσβάλουν ταχύπλοα, οχήματα, πρόχειρες θέσεις μάχης και διάσπαρτες ομάδες, να παραμένουν ώρα πάνω από τη ζώνη επαφής.

Το πλοίο υποστήριξης αποβατικών επιχειρήσεων USS Wasp του Αμερικανικού Ναυτικού

Υπάρχει, ασφαλώς, και η άλλη όψη της εικόνας. Η ιρανική πλευρά διατηρεί επαρκή ικανότητα για να πληγώσει ακριβά μια αμερικανική δύναμη που θα επιχειρήσει να πατήσει σε νησί ή σε παράκτια ζώνη της. Η εγγύτητα της ενδοχώρας, οι δυνατότητες κορεσμού με μη επανδρωμένα αεροχήματα, οι πυραυλικές απειλές, τα μικρά σκάφη και η ναρκοθέτηση καθιστούν την κατάληψη ενός σημείου πιθανώς απλούστερη από τη διατήρησή της κατοχής. Άλλωστε το πιο δύσκολο κομμάτι μιας αποβατικής επιχείρησης αρχίζει μετά την πρώτη επιτυχία, όταν ο επιτιθέμενος θα πρέπει να κρατήσει, να ανεφοδιάσει και να προστατεύσει το προγεφύρωμα του, ενώ έρχονται κύματα αντεπιθέσεων.

U.S. Marine Corps amphibious combat vehicles assigned to Battalion Landing Team 3/5, 11th Marine Expeditionary Unit, approach the well deck of amphibious dock landing ship USS Comstock (LSD 45), Feb. 25, 2026. (U.S. Navy photo by Mass Communication Specialist 1st Class Nadia James)

Αν η Ουάσιγκτον κινηθεί προς μια τέτοια επιχείρηση, η τακτική της είναι λίγο πολύ αναμενόμενη. Θα προηγηθεί νέα φάση καταστολής όσων ιρανικών αισθητήρων, παράκτιων θέσεων, μικρών ναυτικών απειλών και συστημάτων άρνησης περιοχής έχουν απομείνει γύρω από τον επιλεγμένο στόχο. Θα ακολουθήσει προσωρινή απομόνωση της ζώνης με μαχητικά, UAV, ηλεκτρονικό πόλεμο, επιθετικά ελικόπτερα και πολεμικά πλοία. Στη συνέχεια θα εισαχθεί στην εξίσωση το χερσαίο στοιχείο, αποβατικό και αεροκίνητο, με αποστολή όχι να ανοίξει μέτωπο για προετοιμασία βαθιάς προέλασης, αλλά να καταλάβει την οποία λιμενική εγκατάσταση, τα υψώματα, τον κόμβο ελέγχου υπάρχει.

Το ποιος στόχος θα επιλεγεί εξαρτάται από το αποτέλεσμα που θέλει περισσότερο ο Τραμπ. Αν τον απασχολεί πρωτίστως το οικονομικό σοκ, τότε το Χάργκ είναι το προφανές και για αυτό το αναφέρει. Το πρόβλημα με το Χαργκ όμως είναι πως βρίσκεται στο βάθος του Περσικού Κόλπου, άρα η ναυτική πρόσβαση σε αυτό απαιτεί τη “διάρρηξη” των Στενών, ώστε να προσεγγίσουν τα αμερικανικά αποβατικά σκάφη. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει, μόνο με αεραπόβαση μπορεί να καταληφθεί, από την απέναντι ακτή των χωρών του Κόλπου, οπότε θα έχει προηγηθεί και μετακίνηση πολλών μεταγωγικών αεροσκαφών και ελικοπτέρων. Σε κάθε περίπτωση η κατάληψη του είναι μεγάλης δυσκολίας.

Αν προέχει το γεωπολιτικό μήνυμα ότι αφαιρείται από το Ιράν ο έλεγχος ενός θαλάσσιου περάσματος παγκόσμιας σημασίας, τότε μεγαλύτερη αξία αποκτούν το Κεσμ, το Άμπου Μούσα και τα δύο Τουνμπ στο Ορμούζ. Το ιδανικό αποτέλεσμα για τον Τραμπ θα ήταν να μπορεί να πει στο εσωτερικό του ακροατήριο και στη διεθνή αγορά πως ταυτόχρονα έκοψε τη χρηματοδότηση του καθεστώτος και αμφισβήτησε έμπρακτα την ιρανική λαβή πάνω στο Ορμούζ.

Η διεθνής αντίδραση

Το διπλωματικό πεδίο όμως παραμένει πολύ δύσκολο. Η Ουάσιγκτον στερείται τη διεθνή νομιμοποίηση για κατάληψη ιρανικού εδάφους και δεν πρόκειται να την λάβει από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ούτε καν από κάποια μεγάλη ομάδα κρατών, που έστω και φραστικά θα στήριζαν τέτοια επιλογή. Το αντίθετο, το κλίμα παγκοσμίως είναι για λήξη της σύρραξης και εύρεση κάποιας συμβιβαστικής λύσης, οπότε αν ο Λευκός Οίκος διαλέξει την κλιμάκωση με επίγεια επίθεση, θα συναντήσει τεράστια δυσαρέσκεια και αποδοκιμασία. Πάντως η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη περιπτώσεις όπου το στρατιωτικό τετελεσμένο προηγήθηκε της πλήρους διπλωματικής επεξεργασίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα αποτελεί το μεγάλο σιωπηλό παράγοντα. Αγοράζει μεγάλο μέρος του όποιου ιρανικού πετρελαίου διακινείται, κάνει οικονομία στα αποθέματα της, βρίσκει νέες πηγές προμήθειας από τη Ρωσία και τη δευτερογενή αγορά. Και αναμένει τις εξελίξεις, “χτίζοντας” στο παρασκήνιο και στο προσκήνιο, το δικό της δίκτυο επιρροής. Όπου καθόλου τυχαίο δεν είναι πως σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το Πεκίνο υποδέχθηκε και τον Τραμπ και τον Πούτιν, που και οι δύο αναζήτησαν την από εκεί στήριξη στις “περιπέτειες” τους (σε Ιράν και Ουκρανία αντίστοιχα), χωρίς να πετύχουν καμμία δέσμευση.

Να διατυπώσουμε όμως εδώ την αντίρρηση μας στις μεγαλοστομίες του Τραμπ περί “πλήρους ελέγχου του πετρελαίου του Ιράν”. Αυτό είναι έως και αδύνατο να συμβεί και δεν θα το δεχθούν ούτε οι άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες ούτε και οι χώρες-μεγάλοι καταναλωτές. Καθώς κανείς δεν θέλει να βρει μπροστά του τις ΗΠΑ τόσο ισχυρές στην συγκεκριμένη αγορά, που να μπορούν να την εκβιάσουν όποτε θέλουν.

Η Ουάσιγκτον όμως μπορεί – ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται- να ελπίζει σε εγκαθίδρυση κάποιας παρέμβασης της στο Ορμούζ. Οπότε όχι να ελέγχει απόλυτα, αλλά τουλάχιστον να επηρεάζει τις από εκεί εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Για μια αμερικανική διοίκηση που σκέφτεται πλέον ταυτόχρονα με όρους Ιράν, Κίνας, άμεσου οικονομικού οφέλους, και μόχλευσης των παγκόσμιων αγορών (όπως ήδη προσπαθεί να κάνει με ένα “πόλεμο” δασμών), αυτό θα είναι ένα διακύβευμα πρώτου μεγέθους.

Με μια φράση, η Ουάσιγκτον δεν “φαντασιώνεται” μια πορεία χερσαίας εισβολής ως την ιρανική πρωτεύουσα, όπως το 2003 προς τη Βαγδάτη. Αλλά μπορεί να μελετά μια ενέργεια περιορισμένου βάθους, η οποία θα αποσκοπεί στο να κόψει το χρήμα του καθεστώτος, να αφαιρέσει από την Τεχεράνη έναν κρίσιμο γεωγραφικό μοχλό και να μετατρέψει την πολεμική ένταση σε απτό στρατηγικό κέρδος.

Αντιαμερικανική τοιχογραφία στην Τεχεράνη, όπου ο “Ιρανός πολεμιστής κατανικά την αμερικανική Λερναία Ύδρα”!

Βέβαια μια κατάληψη μικρών ιρανικών νησιών ή παράκτιων ζωνών στον Περσικό Κόλπο θα προσφέρει και στην Τεχεράνη το δικό της “ιδανικό στόχο”: ένα σημείο μεγάλης συγκέντρωσης εχθρικών στρατευμάτων, που θα σφυροκοπά χωρίς καμία αυτοσυγκράτηση, καθώς θα βρίσκονται στην επικράτεια της. Παράγοντας δηλαδή σκηνικά τα οποία προετοιμάζει μέσω προπαγάνδας εδώ και δεκαετίες, για “επική μάχη με τον αμερικανό Σατανά-εισβολέα”. Οπότε θα ωθήσει τις ΗΠΑ σε έντονο εσωτερικό κλυδωνισμό, από μια κοινωνία που ήδη αποδοκιμάζει στην πλειονότητα της την επέμβαση στη Μέση Ανατολή.