Η απόκτηση των εκτοξευτών ρουκετών/πυραύλων, PULS, από τον Ελληνικό Στρατό ανήκει στις κινήσεις που αλλάζουν ουσιαστικά την εικόνα του Πυροβολικού και γενικότερα της διακλαδικής ισχύος πυρός της χώρας. Το συγκεκριμένο σύστημα της ισραηλινής Elbit Systems ξεχωρίζει επειδή συγκεντρώνει σε έναν κοινό εκτοξευτή δυνατότητες που παλαιότερα απαιτούσαν διαφορετικά μέσα, διαφορετικές οργανώσεις μονάδων και άλλη λογική σχεδίασης αποστολών. Στην πράξη, το PULS ενώνει ρουκέτες κορεσμού, κατευθυνόμενα βλήματα ακριβείας, πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και περιπλανώμενα πυρομαχικά, προσφέροντας στο ίδιο όχημα ένα εύρος αποστολών που ξεκινά από την άμεση υποστήριξη και φτάνει έως το πλήγμα σε μεγάλο επιχειρησιακό βάθος.

Αυτό ακριβώς είναι που δίνει στο σύστημα τη μεγάλη του αξία για την Ελλάδα. Το Αιγαίο και ο Έβρος αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικά θέατρα επιχειρήσεων γεωγραφικά, με διαφορετική πυκνότητα στόχων, άλλο ρυθμό μάχης και άλλη απαίτηση σε χρόνο αντίδρασης. Το PULS ταιριάζει και στα δύο, επειδή επιτρέπει στον χρήστη να διαμορφώνει κάθε φορά το όπλο σύμφωνα με την αποστολή. Ένας εκτοξευτής μπορεί να αναλάβει αποστολή άμεσης υποστήριξης μιας προωθημένης μονάδας, ένας δεύτερος να είναι διαμορφωμένος για βολές ακριβείας σε μεσαίο βάθος, και ένας τρίτος να φέρει βλήματα που πιέζουν βαθιά την εχθρική διάταξη. Αυτή η κλιμακούμενη ισχύς πυρός είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του συστήματος και ο βασικός λόγος που η ελληνική επιλογή έχει τόσο μεγάλη σημασία σαν πολλαπλασιαστής ισχύος.

Στην “κλασική” σχολή των ρουκετοβόλων, η επιτυχία προερχόταν από τη μαζική εκτόξευση μεγάλου αριθμού ρουκετών σε μια ολόκληρη περιοχή. Ο στόχος βρισκόταν μέσα στη ζώνη κορεσμού και η καταστροφή του εξαρτιόταν από τον όγκο πυρός και τη διασπορά του. Το PULS αντιπροσωπεύει μια τελείως διαφορετική εποχή. Η λογική του είναι η στοχευμένη κρούση, με οικονομία πυρών. Ο χρήστης επιλέγει συγκεκριμένο στόχο, επιλέγει το κατάλληλο βλήμα και επιδιώκει αποτέλεσμα με πολύ μικρότερο αριθμό βολών. Γι’ αυτό και, σε πραγματικούς επιχειρησιακούς όρους, ένας εκτοξευτής PULS με κατευθυνόμενα πυρομαχικά μπορεί να αποδώσει σε σημειακούς στόχους αποτέλεσμα που παλαιότερα απαιτούσε είκοσι ή τριάντα ρουκετοβόλα παλαιάς γενιάς.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται και μια απλή εξήγηση του όρου CEP, επειδή πρόκειται για βασικό στοιχείο κατανόησης των σύγχρονων πυρομαχικών. Το CEP είναι ουσιαστικά η απόκλιση ενός βλήματος από το σημείο που έχει στοχευθεί. Όσο μικρότερο είναι το CEP, τόσο πιο κοντά πέφτει το βλήμα εκεί όπου πρέπει. Όταν ένα βλήμα κινείται σε επίπεδα δέκα μέτρων CEP, αυτό σημαίνει πολύ υψηλή ακρίβεια για κατηγορία όπλου που παλαιότερα συνδεόταν κυρίως με κορεσμό περιοχής. Αυτή η ακρίβεια είναι που μετατρέπει το PULS από εντυπωσιακό όπλο ομοβροντίας σε πολλαπλασιαστή ισχύος.

Το PULS είναι εκτοξευτής με δύο pod, δηλαδή δύο ανεξάρτητα συγκροτήματα μεταφοράς και εκτόξευσης πυρομαχικών. Κάθε pod μπορεί να δεχθεί διαφορετική οικογένεια βλημάτων. Άρα, ο εκτοξευτής μπορεί να φέρει ένα συνδυασμό φόρτου, ώστε να αποκτά ταυτόχρονα ικανότητα κορεσμού, ακριβούς προσβολής και πλήγματος βάθους. Αυτή η αρχιτεκτονική δίνει εξαιρετική ευελιξία στον τοπικό διοικητή που αιτείται υποστήριξης από τα PULS, επειδή του επιτρέπει να σχεδιάζει αποστολές με πολλαπλά επίπεδα ισχύος και πολλαπλές αποστάσεις εμπλοκής χωρίς αλλαγή πλατφόρμας. Στο ελληνικό περιβάλλον αυτό είναι πολύ σημαντικό, επειδή η τακτική κατάσταση μπορεί να μεταβληθεί γρήγορα και να απαιτήσει μέσα σε λίγα λεπτά μετάβαση από μια “απλή” αποστολή υποστήριξης, σε αποστολή προσβολής κρίσιμης υποδομής σε μεγαλύτερο βάθος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο φορέας του ελληνικού συστήματος, το όχημα δηλαδή πάνω στο οποίο θα “κουμπώσει” το ρουκετοβόλο. Αν και η τελική διαμόρφωση θα γίνει γνωστή κατά την υπογραφή της σύμβασης, η εκτίμηση είναι πως θα έχουμε φορέα φορτηγό IVECO, 8×8. Ένας τέτοιος φορέας προσφέρει υψηλή κινητικότητα, καλή συμπεριφορά σε οδικό δίκτυο, ευκολότερη μεταφορά και γενικά μια πιο ευέλικτη παρουσία σε νησιωτικό και ηπειρωτικό περιβάλλον. Για τον Ελληνικό Στρατό, μια λύση αυτού του τύπου θα έχει ιδιαίτερη αξία, επειδή θα επιτρέψει γρήγορη αλλαγή θέσης, μικρό χρόνο παραμονής στο σημείο βολής και καλύτερη επιβίωση απέναντι σε αντίπαλα μέσα εντοπισμού και αντεπίθεσης πυροβολικού.

Το PULS μπορεί να δεχθεί και πιο “κλασικούς” φόρτους, όπως μη κατευθυνόμενες ρουκέτες 122 και 160 χιλιοστών. Αυτή η διάσταση έχει τη σημασία της, επειδή διατηρεί την ικανότητα μαζικού πυρός υποστήριξης εκεί όπου η τακτική εικόνα απαιτεί κάλυψη μεγαλύτερης περιοχής, φράγμα πυρός ή γρήγορη βολή σε ευρύτερη ζώνη. Βέβαια τα κλασικά αυτά πυρομαχικά να έχουν μια περιορισμένη επιχειρησιακή αξία σε ορισμένα σενάρια.

Το πρώτο βήμα όμως στην εξελιγμένη φιλοσοφία κατευθυνόμενων πυρών ακριβείας, είναι το Accular 122. Πρόκειται για κατευθυνόμενη ρουκέτα ακριβείας διαμετρήματος 122 χιλιοστών, με εμβέλεια έως περίπου 35 χιλιόμετρα. Έχει σχεδιαστεί για την κατηγορία αποστολών όπου ο χρήστης θέλει να πλήξει συγκεκριμένο στόχο γρήγορα και με οικονομία πυρός. Στα ελληνικά δεδομένα, το Accular 122 θα είναι εξαιρετικά χρήσιμο απέναντι σε θέσεις πυροβολικού, ραντάρ, χώρους συγκέντρωσης, αποθήκες εφοδίων, προωθημένους σταθμούς διοίκησης, ελαφρά οχυρωμένες εγκαταστάσεις και γενικά σημειακούς ή μικρούς στόχους υψηλής αξίας κοντά στη γραμμή επαφής.

Το Accular 122 είναι, με άλλα λόγια, το βλήμα που κάνει το PULS πραγματικά “βιώσιμο” ως τακτικό σύστημα μάχης. Η εικόνα ενός όπλου μεγάλου βεληνεκούς είναι εντυπωσιακή, όμως στον πραγματικό πόλεμο η φθορά του αντιπάλου παράγεται συχνά από πλήγματα μικρού και μεσαίου βάθους, επαναλαμβανόμενα, ακριβή και γρήγορα. Εκεί το Accular 122 θα μπορούσε να αποδειχθεί το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο κατευθυνόμενο πυρομαχικό της ελληνικής προμήθειας.

Το επόμενο επίπεδο είναι το Accular 160. Εδώ η λογική μένει ίδια, όμως η ισχύς του πλήγματος μεγαλώνει αισθητά. Με εμβέλεια περίπου 40 χιλιομέτρων και μεγαλύτερη πολεμική κεφαλή σε σχέση με το 122 χιλιοστών, το Accular 160 αποτελεί τη βαριά έκδοση της βολής ακριβείας. Είναι το βλήμα που προορίζεται για πιο ανθεκτικούς στόχους, για μεγαλύτερες συγκεντρώσεις, για υποδομές που απαιτούν πιο δυνατό χτύπημα και γενικά για αποστολές όπου ο χρήστης χρειάζεται σαφώς ισχυρότερο αποτέλεσμα πάνω στον στόχο χωρίς να περάσει ακόμη στη ζώνη των μεγάλων πυραύλων. Για τα ελληνικά δεδομένα, είναι πολύτιμο ιδιαίτερα σε αποστολές νησιωτικής άμυνας και στήριξης προωθημένων σχηματισμών, επειδή συνδυάζει μεγάλη ακρίβεια με αισθητά ανώτερη καταστροφική ισχύ.

Το πραγματικό άλμα, πάντως, έρχεται με το EXTRA. Ένα πυραυλικό βλήμα διαμέτρου 306 χιλιοστών, με εμβέλεια έως 150 χιλιόμετρα, πολεμική κεφαλή περίπου 120 κιλών και υψηλή ακρίβεια. Με αυτό το πυρομαχικό, ο εκτοξευτής παύει να είναι μόνο εργαλείο τακτικής υποστήριξης και μετατρέπεται σε όπλο επιχειρησιακού βάθους. Το EXTRA απευθύνεται σε στόχους μεγάλης αξίας όπως κέντρα διοίκησης, μεγάλες αποθήκες, κόμβοι διοικητικής μέριμνας, γέφυρες, λιμενικές υποδομές, ραντάρ, συστοιχίες αεράμυνας και γενικά όσα στηρίζουν έναν μηχανισμό επιχειρήσεων πίσω από την άμεση γραμμή μάχης. Για τον Ελληνικό Στρατό, αυτό το βλήμα έχει τεράστια αξία, επειδή δημιουργεί για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα δυνατότητα σοβαρής πίεσης σε βάθος από χερσαίο εκτοξευτή.

Elbit EXTRA

Στο Αιγαίο, το EXTRA αλλάζει τη γεωγραφία της ισχύος πυρός. Με τέτοιο βλήμα, μεγάλα νησιά όπως η Λέσβος, η Χίος και η Λήμνος μετατρέπονται σε πλατφόρμες προσβολής επιχειρησιακού βάθους. Αυτό σημαίνει ότι η απέναντι παράκτια ζώνη και ένα μεγάλο τμήμα του ευρύτερου υποβάθρου της βρίσκονται υπό συνεχή πίεση από σταθερό χερσαίο όπλο ακριβείας. Η σημασία αυτού του στοιχείου είναι διπλή. Από τη μία πλευρά αυξάνει εντυπωσιακά την ικανότητα των νησιωτικών φρουρών να επιδρούν στη μάχη. Από την άλλη υποχρεώνει τον αντίπαλο να σκεφθεί αλλιώς τη διασπορά, τη διοικητική μέριμνα, την οργάνωση των υποδομών του και τη θέση των πιο πολύτιμων συστημάτων του. Ένα όπλο όπως το EXTRA ασκεί πίεση πολύ πέρα από το ίδιο το σημείο πρόσκρουσης. Ασκεί πίεση σε ολόκληρο τον σχεδιασμό του αντιπάλου.

Στον Έβρο, η σημασία του EXTRA είναι το ίδιο μεγάλη, με άλλη όμως μορφή. Εκεί το βλήμα δίνει στο ελληνικό Πυροβολικό δυνατότητα να πλήττει βαθιά το επιχειρησιακό υπόβαθρο της αντίπαλης διάταξης. Χώροι συγκέντρωσης, αποθέματα καυσίμων και πυρομαχικών, κέντρα διοίκησης, κρίσιμα σημεία διέλευσης και βασικές υποδομές υποστήριξης μπαίνουν σε ζώνη απειλής πολύ πιο πίσω από τη γραμμή επαφής. Αυτό έχει άμεση επίδραση στη διάταξη του αντιπάλου. Η ανάγκη για διασπορά μεγαλώνει, ο ρυθμός ενίσχυσης του μετώπου επιβραδύνεται, οι χώροι συγκέντρωσης μικραίνουν και ο συνολικός μηχανισμός επιχειρήσεων αποκτά μεγαλύτερη ευαισθησία.

Στην κορυφή της οικογένειας βρίσκεται το Predator Hawk. Εδώ μιλάμε για πύραυλο 370 χιλιοστών, με εμβέλεια έως 300 χιλιόμετρα και πολεμική κεφαλή περίπου 140 κιλών. Με αυτό το βλήμα, το PULS αποκτά στρατηγική διάσταση για στόχους πολύ υψηλής αξίας. Σε μια σύγχρονη σύγκρουση, τέτοιοι είναι κρίσιμες υποδομές διοίκησης, μεγάλες βάσεις υποστήριξης, νευραλγικά σημεία μεταγωγών, υποδομές αεράμυνας, αεροπορικής υποστήριξης ή διακλαδικής οργάνωσης. Για την Ελλάδα, η ένταξη ενός τέτοιου όπλου σημαίνει ότι το πυραυλικό Πυροβολικό επηρεάζει σοβαρά το συνολικό βάθος του εχθρικού συστήματος επιχειρήσεων.

Εξαπόλυση Predator Hawk

Η αξία του Predator Hawk γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν μεταφερθεί στη συζήτηση για την αντιαεροπορική διάταξη του αντιπάλου. Όσο υπάρχει ένα αξιόπιστο χερσαίο όπλο ακριβείας των 300 χιλιομέτρων, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη γεννάται για μετατόπιση προς τα μετόπισθεν των πιο πολύτιμων και ευαίσθητων εχθρικών μέσων. Αυτό αφορά αντιαεροπορικά μεγάλου βεληνεκούς, κρίσιμα ραντάρ, κόμβους διοίκησης αεράμυνας και γενικά εγκαταστάσεις που στηρίζουν προσπάθεια αεροπορικού ελέγχου. Η ελληνική πλευρά αποκτά έτσι τη δυνατότητα να επιβάλει βάθος ασφαλείας στον αντίπαλο. Αυτή η επίδραση είναι τεράστια, ακόμη και πριν από οποιαδήποτε βολή.

Σε μια πλήρη παρουσίαση του PULS υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο μεγάλης αξίας, το SkyStriker. Πρόκειται για περιπλανώμενο πυρομαχικό της Elbit, όπου φέρει μικρότερη κεφαλή από έναν πύραυλο, όμως προσφέρει κάτι διαφορετικό και εξαιρετικά χρήσιμο. Μπορεί να παραμείνει στην περιοχή ενδιαφέροντος για αρκετό χρόνο, να αναζητήσει στόχο, να παρακολουθήσει την εχθρική κίνηση, να περιμένει τη σωστή στιγμή και να επιτεθεί ακριβώς όταν παρουσιαστεί η καλύτερη ευκαιρία.

Για τα ελληνικά δεδομένα, το SkyStriker έχει μεγάλη σημασία. Στο Αιγαίο, ένα περιπλανώμενο πυρομαχικό είναι ιδανικό για στόχους που εμφανίζονται για μικρό χρονικό διάστημα, αλλάζουν θέση ή χρειάζονται επιβεβαίωση πριν από την προσβολή. Αυτό αφορά κινητά ραντάρ, οχήματα διοίκησης, ευκαιριακούς στόχους μεγάλης αξίας, ακόμη και μέσα που προσπαθούν να επιβιώσουν με συνεχή μετακίνηση. Στον Έβρο, το ίδιο μέσο αποκτά μεγάλη αξία για αναζήτηση και προσβολή κινητών στοιχείων πίσω από τη γραμμή μάχης. Η συνύπαρξή του με Accular, EXTRA και Predator Hawk κάνει το PULS μια οικογένεια που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το φάσμα της σύγχρονης ισχύος πυρός, από την άμεση κρούση έως το επιλεγμένο χτύπημα ευκαιρίας.

Το μεγάλο συμπέρασμα είναι ότι το PULS φέρνει μια νέα νοοτροπία στον τρόπο που το Πυροβολικό αντιλαμβάνεται την αποστολή του. Η παλιά εποχή έδινε έμφαση στον όγκο πυρός και στη μαζική εκτόξευση. Η νέα εποχή δίνει έμφαση στην πληροφορία, στην ακρίβεια, στη γρήγορη λήψη απόφασης, στη σωστή επιλογή πυρομαχικού και στη συνεχή μετακίνηση του εκτοξευτή. Το PULS υπηρετεί ακριβώς αυτό το μοντέλο.

Με μία φράση, το PULS είναι η μετάβαση του Ελληνικού Πυροβολικού από το “ψέκασμα ρουκετών” στην κρούση ακριβείας. Είναι η αλλαγή από την ομοβροντία στο βλήμα που πέφτει εκεί όπου πρέπει. Είναι η αλλαγή από το όπλο περιοχής στο σύστημα που πιέζει ολόκληρο το εχθρικό μέτωπο αλλά σε πολύ μεγάλο βάθος. Και είναι, τελικά, η απόκτηση ενός μέσου που δίνει στην Ελλάδα πιο ώριμη, πολύ πιο ευέλικτη και πολύ πιο υπολογίσιμη ισχύ πυρός σε ένα από τα δυσκολότερα γεωγραφικά και επιχειρησιακά περιβάλλοντα της Ευρώπης.