Η ανανέωση του στόλου επιφανείας του Πολεμικού Ναυτικού δεν είναι μια γραμμική διαδικασία αντικατάστασης γηρασμένων μονάδων, όταν έρθει το “πλήρωμα του χρόνου”. Έχει εξελιχθεί σε άσκηση στρατηγικής αρχιτεκτονικής, όπου κάθε επιλογή «κουμπώνει» πάνω σε πολλές άλλες: δόγμα επιχειρήσεων, απειλή, εκπαίδευση και επάνδρωση, εφοδιαστική αλυσίδα, συμβόλαια υποστήριξης, βιομηχανική συμμετοχή, ρυθμοί διαθεσιμότητας και –τελικά– αντοχή του συστήματος σε κρίση μεγάλης διάρκειας.

Εδώ, οι σχετικές αποφάσεις της επόμενης δεκαετίας, 2025–2035, θα διαμορφώσουν τον Στόλο έως το 2060. Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο «τι μας αρέσει» ή στο «τι είναι πιο εντυπωσιακό», αλλά στο «τι μπορούμε να αποκτήσουμε, να υποστηρίξουμε και να κρατήσουμε μάχιμο για 30–40 χρόνια».

Το ελληνικό επιχειρησιακό περιβάλλον επιβάλλει μια διπλή απαίτηση. Το Αιγαίο είναι «στενό» θέατρο, με υψηλή πυκνότητα αισθητήρων και όπλων, μικρούς χρόνους προειδοποίησης και μεγάλη ανάγκη για γρήγορη, άμεση αντίδραση. Η Ανατολική Μεσόγειος, αντίθετα, απαιτεί αυτονομία, αντοχή μακροχρόνιας αποστολής, παρατεταμένη παρουσία και ικανότητα συνοδείας/επιτήρησης σε αποστάσεις όπου η επιστροφή σε κάποια φιλική βάση δεν είναι πάντα αυτονόητη επιλογή. Στην πράξη, ένα ναυτικό που καλείται να καλύπτει ταυτόχρονα δύο τόσο διαφορετικά θέατρα χρειάζεται κάτι παραπάνω από «silver bullets» ισχύος. Χρειάζεται βάθος, διαθεσιμότητα και δυνατότητα απορρόφησης φθοράς και πιθανών απωλειών.

Ο κορμός του νέου Στόλου και το κενό της καθημερινής παρουσίας

Η επιλογή των φρεγατών FDI HN έδωσε σαφή κατεύθυνση, καθώς το ΠΝ αποφάσισε ορθά για σκάφη πρώτης γραμμής, με ισχυρή αντιαεροπορική ικανότητα και σύγχρονους αισθητήρες, σχεδιασμένες να επιχειρούν σε περιβάλλον υψηλής απειλής. Ο ρόλος τους είναι καίριος, πρόκειται να αποτελέσουν την αιχμή της ναυτικής αποτροπής, να φέρουν δικτυοκεντρικές δυνατότητες, να λειτουργήσουν ως «κόμβοι» αεράμυνας και να διατηρούν επιχειρησιακό πλεονέκτημα σε κρίσιμα σενάρια.

Η συζήτηση για τις ιταλικές Bergamini/FREMM -είτε ως νέες μονάδες αν προκύψει, είτε ως μεταχειρισμένες– εντάσσεται σε παρόμοια λογική ενίσχυσης της μεσαίας/ανώτερης κατηγορίας πλοίου του Στόλου, ιδιαίτερα σε αποστολές συνοδείας και ανθυποβρυχιακού πολέμου. Εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο στοιχείο καθώς η δομή που τείνει να διαμορφωθεί είναι πολυεπίπεδη. Στην κορυφή βρίσκονται οι μονάδες πρώτης γραμμής, όπως οι Κίμων και οι Bergamini. Στη μέση, ισχυρές φρεγάτες πολλαπλών ρόλων/συνοδείας, δηλαδή οι αναβαθμισμένες MEKO200HN. Στη βάση, πλοία μικρότερα, όπως οι πυραυλάκατοι και οι Κανονιοφόροι, που «τραβούν» το βάρος της καθημερινής παρουσίας, της επιτήρησης, των αποστολών ρουτίνας και της απορρόφησης φθοράς.

Όμως τα ακριβά πλοία υψηλών δυνατοτήτων δεν είναι σχεδιασμένα για να κάνουν τα πάντα συνεχώς καθώς κάτι τέτοιο κοστίζει πανάκριβα. Όταν συμβαίνει αυτό, χάνεται η ισορροπία, αυξάνεται η φθορά, μεγαλώνει το κόστος κύκλου ζωής, πιέζονται πληρώματα και συνεργεία, και σταδιακά μειώνεται η διαθεσιμότητα των πλοίων που χρειάζονται να είναι παρόντα για τις δύσκολες ώρες. Οι μικροί αριθμοί στον στόλο κάνουν το πρόβλημα ακόμη πιο έντονο. Αν δεν υπάρχουν αρκετές μονάδες γενικής χρήσης, το σύστημα καταλήγει να καταναλώνει τον κορμό της ναυτικής ισχύος.

Ευρωπαϊκές λύσεις γενικής χρήσης

Οι συζητήσεις για κορβέτες τύπου EPC, Gowind και FCx-30/Doha που έγιναν πρόσφατα, προκύπτουν από πραγματικές ανάγκες, όπως χαμηλότερο κόστος απόκτησης, δυνατότητα να καλυφθούν αποστολές επιτήρησης/συνοδείας και χωρίς να «καίγονται» οι φρεγάτες πρώτης γραμμής. Εδώ αν υπάρχει συνοχή μεταξύ κλάσεων, έχουμε ευκολότερη εφοδιαστική δράση, κοινά όπλα/αισθητήρες όπου αυτό είναι εφικτό, ενιαία κουλτούρα υποστήριξης, και προοπτική βιομηχανικής συμμετοχής. Σε μια χώρα που επιχειρεί να ξαναχτίσει ναυπηγική και αμυντική βιομηχανία, η δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής (κατασκευαστικό έργο, υποσυστήματα, υποστήριξη) δεν είναι απλά «ωραίο να υπάρχει», είναι κρίσιμη συνιστώσα αντοχής.

Υπάρχει όμως και μια ελληνική ιδιομορφία, που επηρεάζει όλες τις αξιολογήσεις: η κουλτούρα μακροζωίας. Οι φρεγάτες τύπου S και οι MEKO200HN έμειναν σε υπηρεσία για δεκαετίες, υποστηρίχθηκαν, αναβαθμίστηκαν και «έβγαλαν» επιχειρησιακή αξία πολύ πέρα από αυτό που θα θεωρούσε εύκολο ένα ναυτικό με περιορισμένη χρηματοδότηση. Αυτό διαμορφώνει μια ρεαλιστική, σχεδόν αυστηρή απαίτηση: η πλατφόρμα πρέπει να έχει δομική αντοχή και περιθώρια εξέλιξης. Το ερώτημα, λοιπόν, για τις μικρότερες/οικονομικότερες ευρωπαϊκές λύσεις δεν είναι αν είναι ικανές σε «κανονικές» συνθήκες, αλλά αν μπορούν να αποτελέσουν επένδυση 40+ ετών σε ένα θέατρο που σπανίως είναι «κανονικό».

Η αμερικανική στροφή: από το Constellation στο FF(X) με βάση τη κλάση Legend

Στο σημείο αυτό αποκτά ενδιαφέρον η νέα αμερικανική κατεύθυνση για επιλογή φρεγατών. Τον Δεκέμβριο του 2025, το Αμερικανικό Ναυτικό ανακοίνωσε πρόγραμμα νέου “small surface combatant”, όπως αποκαλούν τα πλοία τύπου φρεγάτας, που θα βασιστεί στη δοκιμασμένη πλατφόρμα της κλάσης Legend, ως National Security Cutter (NSC) της Ακτοφυλακής, με ανάθεση σχεδίασης/ναυπήγησης στα ναυπηγεία Ingalls (HII).

Η επιλογή αυτή συνδέεται ευθέως με την προβληματική πορεία της κλάσης Constellation. Εδώ υπήρξε αύξηση βάρους (της τάξης των 759 μετρικών τόνων), μεγάλες αλλαγές στο αρχικό σχέδιο της ευρωπαϊκής FREMM που ήταν η βάση εξέλιξης και καθυστερήσεις/αναθεωρήσεις χρονοδιαγραμμάτων, επιβεβαιώνοντας τη γνωστή παθογένεια: ξεκινάς κατασκευή προτού «κλειδώσει» το σχέδιο και καταλήγεις σε αλυσίδα αλλαγών, οικονομικών υπερβάσεων και καθυστερήσεων. Οπότε η νέα αμερικανική φιλοσοφία, όπως παρουσιάστηκε, δίνει προτεραιότητα σε ώριμες πλατφόρμες που μπορούν να μπουν στο νερό γρήγορα, με χαμηλότερο αναπτυξιακό ρίσκο, και με δυνατότητα σταδιακής ενίσχυσης/εξέλιξης ανά παρτίδα παραγωγής.

Αυτό το μοντέλο ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα για έναν απλό λόγο: η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να χρηματοδοτεί προγράμματα υψηλού ρίσκου, ούτε να περιμένει μια δεκαετία για να ωριμάσουν. Θέλει πλοία που να φτάνουν εγκαίρως, να υπηρετούν πολύ, να κρατούν υψηλή διαθεσιμότητα και να δέχονται αναβαθμίσεις χωρίς να «σπάνε» οικονομικά το σύστημα υποστήριξης.

Φρεγάτα “Legend”, μια πλατφόρμα με έμφαση στη διαθεσιμότητα

Η βάση της επιλογής της Legend, είναι η αντίληψη για πλοίο σχεδιασμένο εξαρχής για παρατεταμένη παρουσία στο πεδίο, οικονομική πλεύση και υψηλή διαθεσιμότητα. Αυτή η σχεδιαστική φιλοσοφία είναι πολύτιμη για αποστολές που δεν απαιτούν –σε καθημερινή βάση– τον μέγιστο φόρτο αισθητήρων/βλημάτων, αλλά ζητούν να υπάρχει πλοίο «εκεί έξω» σταθερά, χωρίς να εξαντλείται. Κάτι που θυμίζει το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η εικόνα που προβάλλεται για τη νέα αμερικανική φρεγάτα είναι για σκάφος  με εκτόπισμα περίπου 4.500 τόνων, μήκος γύρω στα 127 μέτρα και έμφαση στην αυτονομία. Η πρόωση τύπου μηχανές ντίζελ+ αεριοστρόβιλος, η οποία συναντάται σε πλατφόρμες που ισορροπούν ταχύτητα και οικονομία, είναι συνεπής με το δόγμα «πολλές ώρες θάλασσας, σε λογικό κόστος».

Για την Ελλάδα, μια τέτοια πλατφόρμα έχει νόημα μόνο αν υπηρετεί έναν σαφή ρόλο: πλοίο γενικής χρήσης, συνοδείας, επιτήρησης και «απορρόφησης φθοράς», με επαρκή αυτοπροστασία από σύγχρονες απειλές, ως συμπλήρωμα των βαρύτερων επιχειρησιακά μονάδων (Κίμων και Bergamini), που θα διατηρούνται σε υψηλή διαθεσιμότητα για σενάρια υψηλής έντασης, και βέβαια για σύγκρουση μεγάλης ισχύος.

Όπλα και αισθητήρες: ζητούμενο η αυτοπροστασία και το “growth margin”

Στις διαμορφώσεις που συζητούνται για το FF(X), υπάρχουν επιλογές όπως αντιαεροπορικά βλήματα ESSM και RAM για αεράμυνα μικρών/μεσαίων αποστάσεων, αντιπλοϊκά όπως NSM, και με γνωστό σύστημα μάχης που επιτρέπει δικτύωση και σταδιακή εξέλιξη. Το κρίσιμο σε αυτήν τη φιλοσοφία είναι η ισορροπία, αρκετή ισχύς και αισθητήρες ώστε το πλοίο να επιβιώνει σε ένα περιβάλλον που δεν συγχωρεί, χωρίς όμως παράλληλα να εκτοξεύεται το κόστος αγοράς/υποστήριξης.

Το ραντάρ TRS-4D, που χρησιμοποιεί το Αμερικανικό Ναυτικό για τέτοιους ρόλους, αποτελεί παράδειγμα ώριμης λύσης με γνωστές επιδόσεις. Ο κατασκευαστής αναφέρει εμβέλεια ανίχνευσης έως 250 km, με αντοχή σε ηλεκτρονικές παρεμβολές και δυνατότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης μεγάλου αριθμού στόχων. Τέτοιες επιδόσεις είναι επαρκείς για το «καθημερινό» επιχειρησιακό φάσμα μιας μονάδας γενικής χρήσης. Δεν υποκαθιστούν ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας περιοχής τύπου Aster 30/Sea Fire, όμως δεν είναι αυτός ο ρόλος του πλοίου.

Εξίσου σημαντική είναι η έννοια του “growth margin”. Ένα πλοίο που έχει επάρκεια εκτοπίσματος, πάνω από τους 2.000-2.500 τόνους μιας κορβέτς, και σχεδιάζεται από την αρχή με πρόβλεψη χώρου/ισχύος/ψύξης/ηλεκτροπαραγωγής για πρόσθετα συστήματα, μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμο μετά από 10–15 χρόνια, όταν οι νέες απειλές απαιτούν πρόσθετες anti-drone υποδομές, συνεχώς βελτιούμενο σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου, όπλα laser (όταν ωριμάσουν), ή αναβάθμιση οπλικών συστημάτων. Σε έναν στόλο που θέλει να υπηρετήσει έως το 2060, η αρχική διαμόρφωση είναι μόνο η αρχή. Οπότε το ερώτημα είναι αν το πλοίο μπορεί να «μεγαλώσει» χωρίς να πληρωθεί δεύτερη φορά (ή και τρίτη ενίοτε).

Συνοχή στόλου: ευρωπαϊκό οικοσύστημα ή αμερικανική προσθήκη;

Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι η τεχνική σύγκριση -στα φυλλάδια- που είδαμε στην πρώτη φρεγατιάδα, αλλά η συνοχή. Ένας στόλος με ισχυρό ευρωπαϊκό κορμό (FDI + πιθανές ευρωπαϊκές/ιταλικές επιλογές) έχει προφανή πλεονεκτήματα: κοινές γραμμές υποστήριξης, πιο ομοιόμορφη εκπαίδευση, ευκολότερη διαχείριση ανταλλακτικών, και καλύτερη διαπραγματευτική θέση σε συμβόλαια υποστήριξης, όταν «μαζεύονται» όμοια συστήματα.

Από την άλλη πλευρά, μια αμερικανική προσθήκη μπορεί να έχει πολιτικοστρατηγικό βάρος, να ανοίξει δρόμους συνεργασίας και να προσφέρει πρόσβαση σε ένα διαφορετικό οικοσύστημα τεχνολογίας και υποστήριξης. Αυτό όμως έχει τίμημα: επιπλέον «γραμμή» εφοδιασμού, διαφορετικές διαδικασίες πιστοποίησης, άλλο πλαίσιο υποστήριξης, πιθανές ασυμβατότητες που απαιτούν “γέφυρες” (interfaces) σε δίκτυα και συστήματα διοίκησης. Ένας μεικτός στόλος μπορεί να είναι εξαιρετικός όταν είναι συνειδητά σχεδιασμένος. Μπορεί επίσης να γίνει εφιάλτης όταν οι επιλογές γίνονται αποσπασματικά.

Η σωστή ερώτηση, λοιπόν, δεν είναι «Legend ή Ευρώπη;». Είναι «τι ρόλο χρειάζεται να καλύψει το τρίτο επίπεδο του Στόλου;» Αν η απάντηση είναι ότι χρειάζονται κάποιες μονάδες μεγάλης αυτονομίας/αντοχής τότε μια πλατφόρμα τύπου FF(X) μπορεί να έχει λογική. Αν ο στόχος είναι μέγιστη ομοιοτυπία και βιομηχανική συμμετοχή, τότε οι ευρωπαϊκές λύσεις, κερδίζουν.

ThinkOutOfTheBox: Μπορεί η Γαλλία να κάνει ρελάνς με φρεγάτες FREMM-FR/FDI αντί για τις ιταλικές Bergamini;

Οικονομία κύκλου ζωής: εκεί κρίνεται η πραγματική ισχύς

Το κόστος απόκτησης είναι μόνο η αρχή για ένα πολεμικό πλοίο. Η πραγματική “ναυμαχία” γίνεται γύρω από τον κύκλο ζωής: καύσιμα, συντήρηση, ανταλλακτικά, εργοστασιακές επισκευές, αναβαθμίσεις μέσης ζωής, διαθεσιμότητα πληρωμάτων. Για την Ελλάδα, όπου οι πόροι είναι πεπερασμένοι και οι απαιτήσεις πολλές, ο στόχος πρέπει να είναι «μεγιστοποίηση επιχειρησιακής δράσης ανά ευρώ». Με άλλα λόγια: πόσες ημέρες θάλασσας, πόσες διαθέσιμες μονάδες, πόσα πλήρως επιχειρησιακά πληρώματα παίρνω στην επένδυση.

Εδώ εμφανίζεται το επιχείρημα υπέρ μιας πλατφόρμας ώριμης και σχεδιασμένης για υψηλή διαθεσιμότητα. Αν το FF(X) πράγματι βασιστεί σε ωριμότητα σχεδίασης και παραγωγής όπως παρουσιάζεται επισήμως, τότε μειώνεται το αναπτυξιακό ρίσκο και, θεωρητικά, βελτιώνεται η προβλεψιμότητα κόστους/χρονικών ορίων. Αυτό όμως πρέπει να μεταφραστεί σε ελληνικά δεδομένα: τι περιλαμβάνει ένα πακέτο, τι υποστήριξη προσφέρεται, ποιος αναλαμβάνει τι, ποια είναι η διαθεσιμότητα ανταλλακτικών σε κρίση και τι συνεπάγεται η εισαγωγή νέου τύπου στο σύστημα υποστήριξης του ΠΝ.

Το πιο συχνό λάθος σε τέτοιες συζητήσεις είναι ότι συγκρίνεται ένα πλοίο γενικής χρήσης με μια φρεγάτα πρώτης γραμμής, σαν να διεκδικούν την ίδια θέση. Δεν τη διεκδικούν. Η Legend/FF(X) –ως ιδέα– στέκεται στο τρίτο επίπεδο: επιτήρηση, παρουσία, συνοδεία, αποστολές θαλάσσιας ασφάλειας, απορρόφηση φθοράς και μετά έρχεται η μάχη. Αυτές οι αποστολές έχουν επιχειρησιακή αξία, ιδιαίτερα όταν ο αντίπαλος προσπαθεί να δημιουργήσει «κόπωση» και να σε αναγκάσει να κρατάς ακριβά μέσα, διαρκώς σε επιφυλακή.

Συμπέρασμα: μια πιθανή επιλογή για αυστήρη τεχνοκρατική αξιολόγηση

Η συζήτηση για ένα σκάφος με βάση τη κλάση Legend δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί συναισθηματικά ούτε ιδεολογικά, καθώς δεν είναι ζήτημα «Αμερική ή Ευρώπη». Είναι ζήτημα δομής στόλου, συνοχής και αντοχής. Η αμερικανική ανακοίνωση ότι η νέα φρεγάτα θα βασιστεί σε ώριμη πλατφόρμα και ότι στοχεύει σε είσοδο στο νερό γύρω στο 2028 δείχνει πρόθεση επιτάχυνσης και μείωσης ρίσκου. Ενώ η ίδια η ιστορία του Constellation υπενθυμίζει πόσο ακριβά κοστίζει η αστάθεια σχεδίασης και οι διαρκείς αλλαγές όταν το πρόγραμμα έχει ήδη ξεκινήσει.

ΑΝΑΛΥΣΗ: Οι ανθυποβρυχιακές ικανότητες των φρεγατών κλάσης ΚΙΜΩΝ

Για το Πολεμικό Ναυτικό, το τελικό κριτήριο πρέπει να είναι αυστηρό, αν εξεταστεί ένα τέτοιο σκάφος, είτε απευθείας το Legend, ή κάτι ανάλογο:

  • καλύπτει πραγματικό επιχειρησιακό κενό;
  • αυξάνει τη συνολική διαθεσιμότητα και μειώνει τη φθορά των μονάδων πρώτης γραμμής;
  • εντάσσεται σε συνεκτικό σύστημα υποστήριξης χωρίς να πολλαπλασιάζει την τριβή;
  • προσφέρει επαρκή αυτοπροστασία για το περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου;
  • διαθέτει ουσιαστικά περιθώρια εξέλιξης, ώστε να μην «γεράσει» πρόωρα;
  • συνοδεύεται από πακέτο υποστήριξης/βιομηχανικής συμμετοχής που χτίζει αντοχή και όχι εξάρτηση;

ΑΝΑΛΥΣΗ: H αποτυχία της Constellation δεν ήταν εξαίρεση, αλλά ο κανόνας μετά τα Zumwalt, LCS και LPD-17

Σε τέτοια ερωτήματα, που προφανώς ισχύουν και σε κάθε επιλογή “μεγάλου συστήματος”, είτε ναυτικής ισχύος, είτε ξηράς είτε αέρος, η απάντηση θα απαιτήσει μια βαθιά μελέτη, που θα επικεντρώνεται στο να πετύχει όχι κάποιο ιδεατό “ιδανικό”, αλλά μια λύση με διάρκεια σε βάθος χρόνου. Καθώς η Ελλάδα, και δυστυχώς, έχει μεγάλες ανάγκες στο Ναυτικό της, αλλά και δυσχέρεια να τηρήσει ένα σφικτό πρόγραμμα αντικατάστασης σκαφών, όταν αυτά φθάνουν τα 30-35 χρόνια, όπως κάνουν άλλες χώρες.