Η αξιοποίηση πυροβόλων M61A1 Vulcan από αποσυρθέντα μαχητικά της Πολεμικής Αεροπορίας αποτέλεσε πραγματικό πεδίο ελληνικών δοκιμών. Δύο διαφορετικές προσπάθειες συνέδεσαν το εξάκαννο όπλο των 20 χιλιοστών με το ερπυστριοφόρο M113. Η μία προήλθε από ιδιωτική σχεδίαση και η δεύτερη από το 308 Προκεχωρημένο Εργοστάσιο Βάσης του Ελληνικού Στρατού. Αμφότερες έφθασαν σε μορφή πρωτοτύπου, δείχνοντας τόσο τη δυνατότητα της ιδέας όσο και την απόσταση ανάμεσα σε μια λειτουργική εγκατάσταση πυροβόλου και σε ένα σύστημα αεράμυνας έτοιμο για μονάδες εκστρατείας.

Η Πολεμική Αεροπορία χρησιμοποίησε το M61A1 στα F-104G Starfighter, F-4E Phantom II και A-7H/E Corsair II, ενώ η ίδια οικογένεια πυροβόλων συνεχίζει στα F-16. Οι αποσύρσεις τύπων δημιούργησαν απόθεμα όπλων, τυμπάνων και παρελκομένων. Ο ακριβής αριθμός των διαθέσιμων M61A1 και η τεχνική κατάστασή τους παραμένουν στοιχεία που χρειάζονται επίσημη απογραφή. Η παλαιότερη εκτίμηση για τουλάχιστον 300 πυροβόλα υπερέβαινε τα δημοσιευμένα δεδομένα και αφαιρείται από την αξιολόγηση.

Από το αεροσκάφος στο όχημα

Το M61A1 είναι εξάκαννο περιστροφικό πυροβόλο διαμετρήματος 20 επί 102 χιλιοστά, με εξωτερική παροχή ισχύος και σύστημα τροφοδοσίας άνευ συνδέσμων. Σε αεροπορικές εφαρμογές η ταχυβολία φθάνει έως τα 6.000 βλήματα ανά λεπτό. Η εγκατάσταση σε όχημα απαιτεί κινητήριο σύστημα, τροφοδοσία, τύμπανο πυρομαχικών, ασφαλή διαχείριση καλύκων, έλεγχο ανάκρουσης και κραδασμών, καθώς και σύστημα σκόπευσης. Το πυροβόλο αποτελεί ένα μόνο τμήμα της συνολικής λύσης.

Το αμερικανικό M163 VADS έδωσε το βασικό επιχειρησιακό προηγούμενο. Χρησιμοποίησε σκάφος της οικογένειας M113 και το M168, χερσαία παραλλαγή του Vulcan με ταχυβολία έως 3.000 βλήματα ανά λεπτό. Το σύστημα διέθετε οπτικό σκοπευτικό υπολογισμού προπορείας και το ραντάρ AN/VPS-2, το οποίο παρείχε στοιχεία απόστασης και ρυθμού μεταβολής της. Η βασική έκδοση κάλυπτε εμπλοκές σε πολύ μικρές αποστάσεις, ενώ το πρόγραμμα PIVADS πρόσθεσε ψηφιακό υπολογιστή βολής και πυρομαχικό APDS με εμβέλεια έως 2.600 μέτρα. Η μεταγενέστερη αναβάθμιση M163 της Ταϊλάνδης δείχνει τη σημασία θερμικού σκοπευτικού, αυτόματης ιχνηλάτησης και τηλεχειρισμού.

Οχήματα M163 VADS με πυροβόλο Vulcan
Οχήματα M163 VADS σε σχηματισμό. Αρχείο Πτήση.

Η επιχειρησιακή ιστορία του M163 περιέλαβε αποστολές αεράμυνας και πυρά κατά επίγειων στόχων. Η ισραηλινή χρήση συνδέθηκε με τρεις καταρρίψεις, ανάμεσά τους ένα συριακό MiG-21 το 1982, ενώ αμερικανικές μονάδες το αξιοποίησαν για υποστήριξη στο έδαφος. Το ιστορικό αυτό αποτυπώνει την ισχύ πυρός του Vulcan και παράλληλα τα όρια ενός συστήματος που βασίζεται σε οπτική παρακολούθηση και ραντάρ μέτρησης απόστασης.

Η σύγκριση με το M163 αναδεικνύει επίσης τη διαφορά ανάμεσα στο αεροπορικό M61A1 και στο χερσαίο M168. Η παραλλαγή του VADS είχε προσαρμοσμένη ταχυβολία, δικό της σύστημα κίνησης και τροφοδοσίας, καθώς και διαμόρφωση συμβατή με τη βάση του οχήματος. Ακόμη και με κοινό πυρήνα σχεδίασης, η αξιοποίηση αποθηκευμένων όπλων προϋποθέτει έλεγχο ωρών λειτουργίας, κατάστασης καννών, υδραυλικών εξαρτημάτων και ηλεκτρικών συνδέσεων. Χρειάζεται επίσης πιστοποίηση των διαθέσιμων πυρομαχικών για τον νέο ρόλο. Με ταχυβολία χιλιάδων βλημάτων ανά λεπτό, η χωρητικότητα του τυμπάνου αντιστοιχεί σε λίγα δευτερόλεπτα συνεχούς πυρός. Ο υπολογιστής βολής και η επιλογή ριπής αποκτούν έτσι την ίδια βαρύτητα με το ίδιο το πυροβόλο.

Οι δύο ελληνικές προσπάθειες

Η πρώτη προσέγγιση παρουσιάστηκε ως M113 Soukos 3G. Βασιζόταν σε M113A2 με πρόσθετη θωράκιση και τηλεχειριζόμενο σταθμό M61A1 επάνω σε εκτεινόμενη βάση, ώστε το ύψος να μειώνεται κατά την πορεία. Το σύστημα χρησιμοποιούσε τυμπανοειδή αποθήκη περίπου 700 βλημάτων, κάμερα ημέρας, θερμική κάμερα και ψηφιακό σκοπευτικό. Η θέση του χειριστή περιστρεφόταν σε συγχρονισμό με το όπλο. Η δημόσια διαδρομή του προγράμματος σταμάτησε στο στάδιο παρουσίασης και αξιολόγησης.

Η δεύτερη προσπάθεια αναπτύχθηκε από το 308 Προκεχωρημένο Εργοστάσιο Βάσης. Το πυροβόλο και τα πυρομαχικά τοποθετήθηκαν εξωτερικά σε τηλεχειριζόμενη βάση, η οποία αξιοποίησε τμήματα κιλλίβαντα Bofors L/60 και υλικά εμπορίου. Οι κάλυκες απορρίπτονταν εκτός οχήματος. Η λύση απέδειξε ότι προσωπικό του Ελληνικού Στρατού μπορούσε να συνδυάσει διαθέσιμα υλικά σε λειτουργικό πρωτότυπο και να εκτελέσει δοκιμές. Η εξέλιξή της ολοκληρώθηκε στο πρωτότυπο.

Τα δύο προγράμματα απάντησαν στο μηχανολογικό σκέλος της προσαρμογής. Η επιχειρησιακή ένταξη θα απαιτούσε ακόμη ραντάρ έρευνας ή διασύνδεση με εξωτερικό αισθητήρα, ηλεκτροοπτικό σύστημα ιχνηλάτησης, αναγνώριση φίλου ή εχθρού, υπολογιστή βολής, σταθεροποίηση, επικοινωνίες και διαδικασίες συντήρησης. Η επαναχρησιμοποίηση του πυροβόλου μειώνει το κόστος απόκτησης του όπλου, ενώ αισθητήρες, ολοκλήρωση, πυρομαχικά και υποστήριξη καθορίζουν το κόστος του συστήματος.

Ο πιθανός ρόλος σήμερα

Η διάδοση μη επανδρωμένων αεροχημάτων, περιφερόμενων πυρομαχικών και ρουκετών επαναφέρει τα πυροβόλα πολύ υψηλής ταχυβολίας στη συζήτηση για την εγγύς προστασία. Ένα M61A1 μπορεί να δημιουργήσει μεγάλη πυκνότητα πυρός σε σύντομο χρόνο. Η αποτελεσματικότητα απέναντι σε μικρούς στόχους εξαρτάται κυρίως από τον έγκαιρο εντοπισμό, την ακριβή ιχνηλάτηση, τον υπολογισμό σημείου πρόσκρουσης και το κατάλληλο πυρομαχικό με ασφαλή αυτοκαταστροφή.

Η ίδια αρχή φαίνεται στο ναυτικό Phalanx, όπου το M61 εντάσσεται σε ένα σύνολο ραντάρ, ηλεκτροοπτικών αισθητήρων και ελέγχου πυρός. Η σχετική συζήτηση για τα συστήματα CIWS του Πολεμικού Ναυτικού υπογραμμίζει ότι η αξία προκύπτει από την ολοκλήρωση όπλου και αισθητήρων. Ένα M113 με Vulcan λειτουργεί ως φορέας πυροβόλου, ενώ η δικτυωμένη αεράμυνα απαιτεί εικόνα στόχων, κατανομή εμπλοκών και σύνδεση με το σύστημα διοίκησης.

Μια νέα ελληνική μελέτη θα μπορούσε να ξεκινήσει με τεχνική απογραφή των διαθέσιμων M61A1, των τυμπάνων, των μηχανισμών αναχορηγίας, των ανταλλακτικών και των πυρομαχικών. Θα ακολουθούσε σύγκριση κόστους και επίδοσης με σύγχρονους τηλεχειριζόμενους πύργους 20 έως 30 χιλιοστών και πυρομαχικά ελεγχόμενης διασποράς. Ο κατάλληλος ρόλος βρίσκεται πιθανότερα στην προστασία σταθερών εγκαταστάσεων ή μονάδων υποστήριξης και σε συμπληρωματική άμυνα πολύ μικρού βεληνεκούς.

Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά τις αποστολές που δικαιολογούν την επένδυση σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα, πέρα από την απλή τοποθέτηση ενός παλαιού πυροβόλου σε ένα παλαιό όχημα. Τα ελληνικά πρωτότυπα έδειξαν την τεχνική διαδρομή και τα όριά της. Μια σύγχρονη συνέχεια θα χρειαζόταν αισθητήρες, διοίκηση και έλεγχο, κατάλληλα πυρομαχικά, δοκιμές ασφαλείας και σαφή επιχειρησιακή απαίτηση. Υπό αυτούς τους όρους, το διαθέσιμο υλικό μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για μια λύση εγγύς προστασίας.