Επικαλούμενος τους κινδύνους συνοχής για το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω των ειδικών ρυθμίσεων που προβλέφθηκαν για τη Βόρεια Ιρλανδία, ο «υπουργός μπρέξιτ», με αρμοδιότητα τον συντονισμό της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση κ. Ντομινίκ Ράαμπ υπέβαλε πριν λίγο την παραίτησή του.
Πρόκειται για ένα ακόμα χτύπημα για την ήδη εύθραυστη κυβέρνηση της Τερέζα Μέι, που παλεύει να βρει μία χρυσή τομή ώστε να ικανοποιήσει όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές, ευρισκόμενη κυριολεκτικά μεταξύ σφύρας κι άκμωνος.
Αν και το σχετικό δημοψήφισμα για την έξοδο της χώρας διενεργήθηκε πριν δυο και πλέον χρόνια, η όλη διαδικασία έχει καθυστερήσει και δεν φαίνεται ακόμα φως στο τούνελ αφού υπάρχουν πολλά διαδικαστικά θέματα που πρέπει να επιλυθούν πριν ξεκινήσει η αποχώρηση από την Ε.Ε.
Κάτι τέτοιο δεν έχει ξαναγίνει ποτέ στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα απλά κανείς να μην ξέρει ούτε να μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες σε πολλαπλά επίπεδα.
Μεταξύ άλλων, όλες σχεδόν οι αμυντικές βιομηχανίες της χώρας είναι θυγατρικές ή μέλη κάποιας ευρύτερης ευρωπαϊκής κοινοπραξίας ή ομίλου, και όλοι συνεργάζονται με εκατοντάδες μικρότερες εταιρείες και υπεργολάβους προμηθευτές από την ηπειρωτική Ευρώπη.
Αυτό όμως αυτό είχε συμβεί με την προϋπόθεση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μέλος της Ε.Ε. και μέρος της κοινής αγοράς.
Προφανώς οι αγγλικές εταιρείες δεν θέλουν επουδενί να χάσουν ή έστω να τους δυσκολέψει η πρόσβαση σ’ αυτήν την αγορά, αλλά από την άλλη αν το brexit ξεκινήσει δεν θα υπάρχει επιστροφή.