Η συνάντηση του Ρώσου Προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλο Γ΄ και τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, στις 5 Νοεμβρίου 2026 στο Κρεμλίνο, αποτελεί μια εξέλιξη με ιδιαίτερη εκκλησιαστική και γεωπολιτική σημασία. Η απονομή του ρωσικού Παρασήμου του Τάγματος της Φιλίας στον Πατριάρχη Θεόφιλο και, κυρίως, η δημόσια αναφορά του τελευταίου στον Βλαντίμιρ Πούτιν ως «υπερασπιστή της Ορθόδοξης πίστης» αναδεικνύουν την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και της Μόσχας. Η συγκεκριμένη δήλωση αποκτά πρόσθετη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρωσία βρίσκεται σε πολεμική σύγκρουση με την Ουκρανία και οι σχέσεις μεταξύ των δύο σημαντικότερων εκκλησιαστικών κέντρων της Ορθοδοξίας, της Κωνσταντινουπόλεως και της Μόσχας, παραμένουν βαθιά διαταραγμένες.

Πίσω από τις επίσημες εκδηλώσεις εκκλησιαστικής συνεργασίας διαφαίνεται ένας ευρύτερος, ακήρυχτος «πόλεμος» επιρροής για το μέλλον και την ηγεσία της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Πρόκειται για μια αντιπαράθεση που δεν περιορίζεται σε θεολογικά ή κανονικά ζητήματα, αλλά συνδέεται άμεσα με τη γεωπολιτική ισχύ, την εθνική ταυτότητα και την προσπάθεια διαμόρφωσης νέων συμμαχιών μεταξύ των αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών.

Ο πρόεδρος της Ρωσίας παρασημοφορεί τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλο Γ’

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, υπερασπίζεται την ιστορική και κανονική του θέση ως πρώτου τη τάξει μεταξύ των Ορθόδοξων Εκκλησιών. Αντίθετα, το Πατριαρχείο Μόσχας, αξιοποιώντας τη δημογραφική του βαρύτητα, τους σημαντικούς οικονομικούς και εκκλησιαστικούς πόρους του και τη στενή σχέση του με το ρωσικό κράτος, διεκδικεί αυξημένη επιρροή στις πανορθόδοξες εξελίξεις. Η αντιπαράθεση αυτή έχει τις ρίζες της σε ιστορικές διαφωνίες, αλλά εντάθηκε δραματικά μετά την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να χορηγήσει αυτοκεφαλία στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας το 2019.

Η απόφαση της Κωνσταντινουπόλεως αμφισβήτησε την παραδοσιακή εκκλησιαστική επιρροή της Μόσχας στην Ουκρανία και προκάλεσε τη διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας από την πλευρά του Ρωσικού Πατριαρχείου, ήδη από το 2018. Έκτοτε, η Μόσχα έχει εντείνει τις προσπάθειές της να εξασφαλίσει τη στήριξη άλλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, ενώ η αντιπαράθεση έχει επεκταθεί και σε άλλες περιοχές, όπως η Αφρική, όπου η δημιουργία ρωσικής εκκλησιαστικής δομής προκάλεσε σοβαρή σύγκρουση με το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.

Κατά τη συνάντηση με τον Βλ. Πούτιν: Από δεξιά ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ’, ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος και ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ, Αντώνιος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η σταδιακή προσέγγιση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων με τη Μόσχα αποκτά στρατηγική σημασία. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δεν διαθέτει τη δημογραφική ισχύ της Ρωσικής Εκκλησίας, κατέχει όμως εξαιρετικό πνευματικό και συμβολικό κύρος ως θεματοφύλακας των σημαντικότερων προσκυνημάτων του Χριστιανισμού. Η στενότερη συνεργασία του με τη Μόσχα προσφέρει στη ρωσική εκκλησιαστική διπλωματία ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στους Αγίους Τόπους.

Έτσι η επίσκεψη του Πατριάρχη Θεοφίλου στη Μόσχα ενισχύει την εικόνα που επιδιώκει να προβάλλει η ρωσική ηγεσία: εκείνη μιας πολιτικής δύναμης που προστατεύει τις παραδοσιακές χριστιανικές αξίες και υπερασπίζεται την Ορθοδοξία σε διεθνές επίπεδο. Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της ιδεολογίας του «ρωσικού κόσμου» (Russkiy Mir), η οποία συνδέει τη ρωσική εθνική ταυτότητα, την Ορθόδοξη πίστη και την ιστορική αποστολή της Μόσχας που υποτίθεται πρέπει να κυριαρχήσει σε ένα ευρύτερο γεωγραφικό χώρο “ρωσικής καταγωγής” που περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της Ουκρανίας. Εδώ η στενή σχέση του Πατριάρχη Κυρίλλου με το Κρεμλίνο και η υποστήριξή του προς τη ρωσική πολιτική στην Ουκρανία δείχνουν πως η εκκλησιαστική επιρροή αποτελεί επίσης εργαλείο της ευρύτερης ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.

Η στάση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων παρουσιάζει επιπλέον ενδιαφέρον, καθώς ο Πατριάρχης Θεόφιλος έχει επιχειρήσει στο παρελθόν να αναλάβει πρωτοβουλίες διαλόγου μεταξύ των Ορθόδοξων Εκκλησιών, όπως η συνάντηση στο Αμμάν της Ιορδανίας το 2020. Οι πρωτοβουλίες αυτές αντιμετωπίστηκαν με επιφυλακτικότητα από την Κωνσταντινούπολη, καθώς αγγίζουν το ευαίσθητο ζήτημα του ποιος διαθέτει την αρμοδιότητα να συγκαλεί και να συντονίζει πανορθόδοξες συναντήσεις. Η πρόσκληση του Οικουμενικού Πατριάρχη για συνάντηση των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων στο Φανάρι στις 30 Νοεμβρίου 2026 υπογραμμίζει τη σημασία αυτού του ζητήματος.

Ωστόσο, η ενίσχυση των σχέσεων Ιεροσολύμων–Μόσχας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έχει ενταχθεί σε ένα αντι-κωνσταντινουπολίτικο μέτωπο. Ο Πατριάρχης Θεόφιλος εξακολουθεί να προβάλλει τον ρόλο του ως παράγοντα διαλόγου και συμφιλίωσης, προσφέροντας μάλιστα τη διαμεσολάβησή του για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι κατά πόσον η Ορθόδοξη Εκκλησία θα μπορέσει να διαφυλάξει την ενότητά της και την πνευματική της αυτονομία ή αν οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί θα οδηγήσουν σε βαθύτερη και μονιμότερη διαίρεση. Η προσέγγιση Ιεροσολύμων–Μόσχας δείχνει ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στο ουκρανικό ζήτημα, αλλά επηρεάζει συνολικά την αρχιτεκτονική των σχέσεων στον ορθόδοξο κόσμο.