Είκοσι τρία F-111 της Βασιλικής Αυστραλιανής Αεροπορίας (RAAF) κατέληξαν τον Νοέμβριο του 2011 θαμμένα σε έναν πρώην χώρο εξόρυξης άνθρακα στο Κουίνσλαντ, αντί να διαλυθούν για ανακύκλωση ή να διατηρηθούν σε αποθήκευση. Η ασυνήθιστη απόφαση, που εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον στους φίλους της στρατιωτικής αεροπορίας, δεν οφειλόταν σε προστασία κάποιων απορρήτων ή στην έλλειψη ιστορικής αξίας των αεροσκαφών, αλλά κυρίως στην παρουσία αμιάντου στη δομή τους, στο υψηλό κόστος ασφαλούς αποσυναρμολόγησης και στις απαιτήσεις αποστρατιωτικοποίησης.

Τα F-111 είχαν αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία στις 3 Δεκεμβρίου 2010, ολοκληρώνοντας 37 χρόνια επιχειρησιακής παρουσίας στην RAAF. Έναν χρόνο αργότερα, μεταξύ 21 και 23 Νοεμβρίου 2011, οι άτρακτοι 23 αεροσκαφών μεταφέρθηκαν από την αεροπορική βάση Amberley στον χώρο υγειονομικής ταφής Swanbank, κοντά στην πόλη Ipswich, όπου ενταφιάστηκαν υπό ελεγχόμενες συνθήκες.

Δεν θάφτηκαν, πάντως, ολόκληρα τα αεροσκάφη. Είχαν προηγουμένως αφαιρεθεί οι πτέρυγες μεταβλητής γεωμετρίας, τα ουραία πτερώματα, οι κινητήρες και άλλα αξιοποιήσιμα ή ανακυκλώσιμα συγκροτήματα. Αυτό που απέμεινε ήταν ουσιαστικά οι απογυμνωμένες άτρακτοι, οι οποίες περιείχαν υλικά που καθιστούσαν ιδιαίτερα προβληματική την περαιτέρω διάλυσή τους.

Το βασικό πρόβλημα ήταν ο αμίαντος που είχε χρησιμοποιηθεί στα συγκολλητικά υλικά δομικών πάνελ της ατράκτου. Η προσπάθεια διαχωρισμού και ανάκτησης των μετάλλων θα απαιτούσε κοπή και επεξεργασία των κατασκευών, με κίνδυνο απελευθέρωσης επικίνδυνων ινών. Μια τέτοια διαδικασία θα προϋπέθετε εξειδικευμένες εγκαταστάσεις, αυστηρά μέτρα προστασίας του προσωπικού και ιδιαίτερα υψηλό κόστος, δυσανάλογο προς την αξία των υλικών που θα ανακτώνταν.

Στην απόφαση συνέβαλαν και οι περιορισμοί που συνδέονταν με την αμερικανική προέλευση των αεροσκαφών και τις απαιτήσεις ασφαλούς διάθεσης στρατιωτικού υλικού. Έτσι, αντί να αποθηκευτούν επ’ αόριστον ή να παραδοθούν για συμβατική ανακύκλωση, επιλέχθηκε η ταφή των ατράκτων σε ελεγχόμενο χώρο, με καταγραφή των θέσεών τους.

Η υπόθεση είχε και μια ιδιαίτερα ευαίσθητη διάσταση για την Αυστραλία. Κατά την πολυετή υποστήριξη των F-111, τεχνικοί της RAAF είχαν εκτεθεί σε επικίνδυνες χημικές ουσίες κατά τις εργασίες αποσφράγισης και επανασφράγισης των δεξαμενών καυσίμου, γνωστές ως deseal/reseal. Οι επιπτώσεις στην υγεία του προσωπικού αποτέλεσαν αντικείμενο επίσημων ερευνών και προγραμμάτων αποζημίωσης. Αν και πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα από τον αμίαντο των δομικών πάνελ, η εμπειρία αυτή ανέδειξε τους κινδύνους που μπορούσε να συνεπάγεται η επεξεργασία παλαιών αεροπορικών κατασκευών.

Η ιστορία των αυστραλιανών F-111 είχε αρχίσει το 1963, όταν η Καμπέρα παρήγγειλε 24 F-111C, πριν ακόμη πραγματοποιηθεί η πρώτη πτήση του τύπου.

Σοβαρά τεχνικά προβλήματα και καθυστερήσεις είχαν ως αποτέλεσμα οι πρώτες παραδόσεις στην Αυστραλία να πραγματοποιηθούν μόλις το 1973, δέκα χρόνια μετά την αρχική παραγγελία, ενώ στο μεταξύ η RAAF χρησιμοποίησε F-4E. Παρά το δύσκολο ξεκίνημα, το F-111 εξελίχθηκε στο σημαντικότερο αεροσκάφος κρούσης μεγάλης εμβέλειας της RAAF.

Οι Αυστραλοί το αποκαλούσαν χαϊδευτικά «Pig» (γουρούνι), λόγω του χαρακτηριστικού μακριού ρύγχους του και της ικανότητάς του να πετά εξαιρετικά χαμηλά, ακολουθώντας το ανάγλυφο του εδάφους. Το F-111 έγινε επίσης διάσημο για την εντυπωσιακή επίδειξη dump-and-burn, κατά την οποία καύσιμο που απορριπτόταν από το αεροσκάφος αναφλεγόταν από τη φλόγα των μετακαυστήρων, δημιουργώντας μια μεγάλη πύρινη ουρά.

Ο αυστραλιανός στόλος περιέλαβε, πέρα από τα αρχικά F-111C, τέσσερα πρώην αμερικανικά F-111A που μετατράπηκαν στο ίδιο πρότυπο, καθώς και 15 F-111G που αποκτήθηκαν τη δεκαετία του 1990. Τέσσερα F-111C είχαν επίσης μετατραπεί σε αναγνωριστικά RF-111C. Παρά τη μακρά υπηρεσία τους, τα αεροσκάφη δεν χρησιμοποιήθηκαν σε πολεμικές επιχειρήσεις από την Αυστραλία. Μία από τις ελάχιστες πραγματικές αποστολές προσβολής στόχου πραγματοποιήθηκε το 2006, όταν δύο F-111 βύθισαν με κατευθυνόμενες βόμβες το κατασχεμένο πλοίο Pong Su, το οποίο είχε εμπλακεί σε υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών.

Η απόσυρση του τύπου το 2010 άνοιξε τον δρόμο για την αντικατάστασή του από τα F/A-18F Super Hornet, τα οποία ανέλαβαν τον ρόλο της κρούσης μέχρι την ένταξη των F-35A Lightning II.

Δεν είχαν, ωστόσο, όλα τα αυστραλιανά F-111 την ίδια κατάληξη. Δεκατρία αεροσκάφη, δώδεκα F-111C και ένα F-111G, διατηρήθηκαν σε μουσεία και εγκαταστάσεις της RAAF, εξασφαλίζοντας την ιστορική παρουσία ενός τύπου που σημάδεψε την αυστραλιανή αεροπορική ισχύ για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.

Η ταφή των υπόλοιπων 23 προκάλεσε αντιδράσεις στους φίλους της αεροπορίας, αλλά ανέδειξε ένα πρόβλημα που συχνά παραβλέπεται: το τέλος της επιχειρησιακής ζωής ενός στρατιωτικού αεροσκάφους δεν σημαίνει απαραίτητα και το τέλος του κόστους του. Η παρουσία επικίνδυνων υλικών, οι απαιτήσεις αποστρατιωτικοποίησης και οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί μπορούν να καταστήσουν τη διάλυση ενός παλαιού αεροσκάφους ιδιαίτερα σύνθετη και δαπανηρή διαδικασία.

Πηγή: The Aviation Geek Club