Η καναδική De Havilland προωθεί την απόκτηση 50 νέων αμφίβιων πυροσβεστικών αεροσκαφών DHC-515 από τον Καναδά, σε μια προσπάθεια ανανέωσης του γερασμένου στόλου των Canadair και ενίσχυσης της εναέριας πυρόσβεσης. Το σχέδιο, εκτιμώμενου κόστους 3-4 δισ. καναδικών δολαρίων (1,92 έως 2,56 δισεκατομμύρια ευρώ) επανέρχεται στο προσκήνιο μετά από μια ιδιαίτερα απαιτητική αντιπυρική περίοδο στη βορειοαμερικανική χώρα, αλλά προκαλεί συζητήσεις για το κατά πόσον η μαζική αγορά αεροσκαφών αποτελεί την αποτελεσματικότερη απάντηση στην αυξανόμενη απειλή των δασικών πυρκαγιών.

Σύμφωνα με έρευνα του καναδικού The Narwhal, που αναδημοσιεύει το Wings Magazine, η De Havilland ασκεί πιέσεις στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση για τη δημιουργία εθνικού στόλου 50 αεροσκαφών. Παράλληλα, πληροφορίες που επικαλείται το Politico κάνουν λόγο για πιθανή συμφωνία Καναδά και Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για κοινή προμήθεια πυροσβεστικών αεροσκαφών. Ωστόσο, δεν έχει αποσαφηνιστεί η μορφή της συνεργασίας, η κατανομή των αεροσκαφών ή ο φορέας που θα αναλάβει τη διαχείρισή τους.

Η ανάγκη ανανέωσης είναι υπαρκτή αφού ο Καναδάς διαθέτει περίπου 50 αμφίβια πυροσβεστικά αεροσκάφη της οικογένειας Canadair, τα οποία ανήκουν στις αρχές των καναδικών επαρχιών ή ιδιωτικούς φορείς, με μέση ηλικία 32-35 ετών. Να θυμίσουμε ότι η παραγωγή των CL-415 σταμάτησε το 2015, ενώ η χώρα δεν έχει παραλάβει νέα αεροσκάφη της κατηγορίας εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.

Η αντιπυρική περίοδος του 2026 ανέδειξε τα όρια των διαθέσιμων μέσων. Για 23 ημέρες, οι ανάγκες αντιμετώπισης των πυρκαγιών εξάντλησαν τα διαθέσιμα μέσα σε όλες τις καναδικές περιφέρειες, καθιστώντας αναγκαία την προσφυγή σε διεθνή βοήθεια.

Το DHC-515, ως γνωστόν,  αποτελεί την εξέλιξη του γνωστού CL-415, διατηρώντας τη βασική σχεδίαση του αμφίβιου αεροσκάφους που μπορεί να υλοποιεί υδροληψία από λίμνες και θαλάσσιες περιοχές χωρίς να επιστρέφει σε αεροδρόμιο. Έχει δυνατότητα μεταφοράς περισσότερων από 6.000 λίτρων νερού, τα οποία μπορεί να συλλέξει σε περίπου 12 δευτερόλεπτα. Η νέα έκδοση ενσωματώνει σύγχρονα ηλεκτρονικά πτήσης, βελτιωμένα συστήματα ελέγχου ρίψης, νέα υλικά και ενισχυμένη αντιδιαβρωτική προστασία, με στόχο τη μείωση του κόστους συντήρησης και την αύξηση της διαθεσιμότητας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, πάντως, είναι ο χρόνος παράδοσης. Η De Havilland επανεκκινεί ουσιαστικά την παραγωγική αλυσίδα ενός τύπου που είχε σταματήσει να κατασκευάζεται. Σύμφωνα με την εταιρεία, η υφιστάμενη παραγωγική δυνατότητα υπολογίζεται σε περίπου δέκα αεροσκάφη ετησίως, όταν η διαδικασία εδραιωθεί, ενώ οι πρώτες 22 θέσεις παραγωγής έχουν δεσμευθεί για ευρωπαϊκές παραγγελίες. Η καναδική επαρχία της Μανιτόμπα αναμένει το πρώτο νέο αεροσκάφος της το 2031, ενώ ο χρόνος αναμονής για νέες παραγγελίες εκτιμάται σε έξι έως επτά χρόνια.

Η εταιρεία υποστηρίζει ότι μια μεγάλη ομοσπονδιακή παραγγελία θα δικαιολογούσε τη δημιουργία δεύτερης γραμμής παραγωγής, επιτρέποντας ταχύτερες παραδόσεις και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας στον καναδικό αεροπορικό κλάδο. Το εκτιμώμενο κόστος ανά αεροσκάφος κυμαίνεται μεταξύ 60 και 80 εκατ. καναδικών δολαρίων.

Η συζήτηση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον αριθμό των αεροσκαφών. Ειδικοί στη διαχείριση δασικών πυρκαγιών επισημαίνουν ότι τα αμφίβια πυροσβεστικά είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά όταν επιχειρούν κοντά σε κατάλληλες υδάτινες επιφάνειες, πραγματοποιώντας διαδοχικές υδροληψίες και ρίψεις σε σύντομα χρονικά διαστήματα. Σε ορεινές περιοχές, σε εδάφη με περιορισμένη πρόσβαση σε νερό ή σε μεγάλες αποστάσεις από τις εστίες, μικρότερα αεροσκάφη και ελικόπτερα μπορούν να αποδειχθούν καταλληλότερα.

Ο καθηγητής Mike Flannigan του Thompson Rivers University υπογραμμίζει ότι τα αεροσκάφη αποτελούν μόνο ένα μέρος του μηχανισμού αντιμετώπισης των πυρκαγιών. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την παρουσία επίγειων δυνάμεων, την έγκαιρη επέμβαση και τη συνολική οργάνωση της πυρόσβεσης. Οι εναέριες ρίψεις μπορούν να περιορίσουν την ένταση μιας πυρκαγιάς και να διευκολύνουν την επέμβαση των πυροσβεστών, αλλά δεν υποκαθιστούν την καταστολή στο έδαφος.

Επιπλέον, ο Καναδάς δεν διαθέτει ακόμη ενιαίο εθνικό σχέδιο για τη διαχείριση ενός τόσο μεγάλου στόλου. Η ευθύνη της δασοπυρόσβεσης ανήκει κυρίως στις επαρχίες και στις περιφέρειες, ενώ το Canadian Interagency Forest Fire Centre συντονίζει τη διάθεση μέσων μεταξύ τους. Η δημιουργία ομοσπονδιακού στόλου θα απαιτούσε νέες συμφωνίες για την ιδιοκτησία, τη χρηματοδότηση, τη στάθμευση και την επιχειρησιακή διάθεση των αεροσκαφών.

Ήδη, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει διαθέσει 316,7 εκατ. καναδικά δολάρια για την ενίσχυση της εναέριας πυρόσβεσης σε ορίζοντα πενταετίας. Λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας νέων αμφίβιων αεροσκαφών, επιλέχθηκε η μίσθωση διαφορετικών τύπων πυροσβεστικών μέσων, αντί της αποκλειστικής επένδυσης σε Canadair.

Υπό το πρίσμα των παραπάνω,  βασικό ερώτημα για τον Καναδά δεν είναι αν χρειάζεται νέα πυροσβεστικά αεροσκάφη, αλλά πόσα, πού και με ποιον επιχειρησιακό σχεδιασμό θα αξιοποιηθούν. Η ανανέωση του στόλου είναι αναγκαία, όμως η αντιμετώπιση ολοένα μεγαλύτερων και εντονότερων πυρκαγιών απαιτεί ταυτόχρονα επενδύσεις στην πρόληψη, στην έγκαιρη ανίχνευση και στις επίγειες δυνάμεις. Χωρίς αυτές, ακόμη και ένας μεγάλος στόλος σύγχρονων Canadair δύσκολα θα αποτελέσει από μόνος του επαρκή λύση.