Την ανάπτυξη ενός πειραματικού αερομεταφερόμενου όπλου λέιζερ υψηλής ενέργειας ανέλαβε η MBDA Deutschland, στο πλαίσιο σύμβασης με τη γερμανική υπηρεσία αμυντικών προμηθειών BAAINBw. Το πρόγραμμα αποσκοπεί στη δημιουργία της τεχνολογικής βάσης για την εγκατάσταση όπλων κατευθυνόμενης ενέργειας σε στρατιωτικά αεροσκάφη, με πιθανές εφαρμογές στην αντιμετώπιση UAV, πυραύλων cruise και άλλων εναέριων απειλών.
Σύμφωνα με γερμανικά δημοσιεύματα, η σύμβαση ανατέθηκε την άνοιξη του 2026 και προβλέπει την ανάπτυξη ενός αρχικά επίγειου demonstrator μέσα στην επόμενη τριετία. Η μετάβαση σε πτητικές δοκιμές τοποθετείται στο 2031, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της MBDA Deutschland, Thomas Gottschild, εκτιμά ότι μια επιχειρησιακή εφαρμογή θα μπορούσε να καταστεί εφικτή στις αρχές έως τα μέσα της δεκαετίας του 2030. Το χρονοδιάγραμμα παραμένει πάντως ενδεικτικό, καθώς το πρόγραμμα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο τεχνολογικής ανάπτυξης.
Η αρχική διαμόρφωση εξετάζεται ως εξωτερικά αναρτώμενο ατρακτίδιο (pod), το οποίο θα περιλαμβάνει την πηγή λέιζερ, τα συστήματα σκόπευσης και σταθεροποίησης της δέσμης, καθώς και τον απαραίτητο εξοπλισμό ηλεκτρικής τροφοδοσίας και ψύξης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, το αρχικό σύστημα θα μπορούσε να έχει διαστάσεις συγκρίσιμες με εκείνες ενός πυραύλου κρουζ Taurus, ενώ η ισχύς του λέιζερ ενδέχεται να φθάνει τα 10 kW.
Η βασική επιχειρησιακή εφαρμογή αφορά την αντιμετώπιση μικρών μη επανδρωμένων αεροχημάτων, τα οποία αποτελούν ολοένα μεγαλύτερη απειλή για τα στρατιωτικά αεροσκάφη και τις υποδομές τους. Σε αντίθεση με τα συμβατικά όπλα, ένα λέιζερ υψηλής ενέργειας δεν χρησιμοποιεί πυρομαχικά, αλλά συγκεντρώνει την ενέργεια της δέσμης σε συγκεκριμένο σημείο του στόχου, προκαλώντας θερμική βλάβη. Εφόσον εξασφαλίζεται επαρκής ηλεκτρική ισχύς και ψύξη, μπορεί θεωρητικά να πραγματοποιεί διαδοχικές εμπλοκές με πολύ χαμηλό οριακό κόστος ανά βολή.
Ωστόσο, η ενσωμάτωση ενός τέτοιου συστήματος σε αεροσκάφος είναι σημαντικά δυσκολότερη από την εγκατάστασή του σε χερσαία ή ναυτική πλατφόρμα. Οι περιορισμοί βάρους και όγκου, η διαθέσιμη ηλεκτρική ισχύς, η αποβολή θερμότητας και οι κραδασμοί αποτελούν κρίσιμα τεχνικά ζητήματα. Επιπλέον, η δέσμη πρέπει να διατηρείται με μεγάλη ακρίβεια πάνω σε έναν στόχο, παρά τη σχετική κίνηση του αεροσκάφους και τις ατμοσφαιρικές διαταραχές.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η επίδραση της ατμόσφαιρας. Η υγρασία, τα νέφη, η βροχή και τα αιωρούμενα σωματίδια μπορούν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της δέσμης, ενώ η καταστροφή ενός στόχου απαιτεί συνήθως τη διατήρηση της ακτινοβολίας πάνω του για ορισμένο χρόνο. Κατά συνέπεια, ένα σύστημα της τάξης των 10 kW δεν μπορεί να θεωρείται εκ των προτέρων κατάλληλο για την αναχαίτιση όλων των κατηγοριών πυραύλων cruise ή άλλων ταχέων και ανθεκτικών στόχων.
Η MBDA Deutschland επιδιώκει επίσης την ανάπτυξη του όπλου χωρίς αμερικανικά εξαρτήματα που υπόκεινται στους περιορισμούς εξαγωγών ITAR. Η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στη διατήρηση μεγαλύτερης ευρωπαϊκής αυτονομίας ως προς την παραγωγή, την επιχειρησιακή αξιοποίηση και τις πιθανές εξαγωγές.
Το νέο πρόγραμμα αξιοποιεί την εμπειρία της εταιρείας στα όπλα κατευθυνόμενης ενέργειας. Η MBDA συνεργάζεται ήδη με τη Rheinmetall στην ανάπτυξη ναυτικού συστήματος λέιζερ υψηλής ενέργειας για το Γερμανικό Ναυτικό. Το σχετικό σύστημα δοκιμάστηκε επί περισσότερο από έναν χρόνο στη φρεγάτα Sachsen (F219), ενώ τον Ιούλιο του 2026 ανατέθηκε σύμβαση για την ανάπτυξη επιχειρησιακού συστήματος, με στόχο τη διαθεσιμότητά του το 2029.
Το αερομεταφερόμενο λέιζερ αποτελεί, επομένως, ένα ακόμη βήμα στην προσπάθεια μεταφοράς των όπλων κατευθυνόμενης ενέργειας από σταθερές εγκαταστάσεις και πολεμικά πλοία σε εναέριες πλατφόρμες. Η επιτυχία του προγράμματος θα εξαρτηθεί όχι μόνο από την ισχύ της δέσμης, αλλά κυρίως από τη δυνατότητα δημιουργίας ενός συμπαγούς, αξιόπιστου συστήματος που θα μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά στις ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες της πτήσης.