Η σημερινή επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Νότια Κορέα επιβεβαιώνει ότι η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει να αναβαθμίσει την ήδη σημαντική διμερή σχέση, μεταφέροντας το βάρος από τις παραδοσιακές εμπορικές συναλλαγές στους τομείς υψηλής τεχνολογίας, ενέργειας και άμυνας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το ενδιαφέρον της Άγκυρας για την αξιοποίηση της νοτιοκορεατικής τεχνογνωσίας στην κατασκευή του πυρηνικού σταθμού της Σινώπης, ενός έργου που, εφόσον προχωρήσει, θα αποτελέσει το δεύτερο μεγάλο πυρηνικό εγχείρημα της Τουρκίας μετά το Ακούγιου, το οποίο κατασκευάζεται με ρωσική συμμετοχή.
Ο Ερντογάν χαρακτήρισε τη Νότια Κορέα σημαντικό δυνητικό εταίρο για το συγκεκριμένο σχέδιο, επισημαίνοντας ότι οι συνομιλίες έχουν προχωρήσει μετά την υπογραφή μνημονίου κατανόησης την προηγούμενη χρονιά. Παράλληλα, έχει ήδη πραγματοποιηθεί προκαταρκτική μελέτη σκοπιμότητας σε συνεργασία με την Korea Electric Power Corporation (KEPCO), ενώ συνεχίζεται η αξιολόγηση των τεχνικών και οικονομικών παραμέτρων.
Η Τουρκία επιδιώκει να διαφοροποιήσει το ενεργειακό της μείγμα, να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγόμενα καύσιμα και να δημιουργήσει πρόσθετη παραγωγική δυναμικότητα σε μια περίοδο αυξανόμενων ενεργειακών αναγκών. Ωστόσο, η υλοποίηση του σχεδίου δεν θεωρείται δεδομένη. Καθοριστικοί παράγοντες θα είναι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι όροι χρηματοδότησης, το επενδυτικό μοντέλο και η συνολική βιωσιμότητα του έργου.
Η υπόθεση της Σινώπης αποκτά, πάντως, ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση. Η Άγκυρα δεν περιορίζει τις επαφές της στη Σεούλ, αλλά διαπραγματεύεται παράλληλα με τη Ρωσία, την Κίνα και τον Καναδά για την ανάπτυξη πυρηνικών αντιδραστήρων. Σύμφωνα με δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Ενέργειας τον Μάρτιο του 2026, ο σχεδιασμός περιλαμβάνει τέσσερις αντιδραστήρες στη Σινώπη και άλλους τέσσερις στην περιοχή της Αν. Θράκης. Δεν έχει ακόμη υπογραφεί οριστική συμφωνία, καθώς η κυβέρνηση θέλει να επιλέξει την πρόταση που θα εξασφαλίζει τους καλύτερους οικονομικούς όρους, αλλά και τη μεγαλύτερη συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Νότια Κορέα εμφανίζεται ως ένας ελκυστικός εταίρος για την Τουρκία, καθώς διαθέτει σημαντική εμπειρία στην κατασκευή και λειτουργία πυρηνικών εγκαταστάσεων, ενώ μπορεί να προσφέρει τεχνολογία, χρηματοδοτικά εργαλεία και βιομηχανική τεχνογνωσία. Για την Άγκυρα, η συνεργασία με τη Σεούλ θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει αντίβαρο στην ενεργειακή εξάρτηση από τη Μόσχα, η οποία ενισχύθηκε μέσω του πυρηνικού σταθμού του Ακούγιου.
Αμυντική συνεργασία: από τα άρματα μάχης στα μη επανδρωμένα συστήματα
Εξίσου σημαντική είναι η προοπτική εμβάθυνσης της αμυντικής συνεργασίας. Οι δύο χώρες διαθέτουν ήδη ένα σημαντικό υπόβαθρο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το τουρκικό άρμα μάχης Altay, στο πρόγραμμα ανάπτυξης του οποίου αξιοποιήθηκε νοτιοκορεατική τεχνολογία από το άρμα K2 Black Panther, ενώ το νοτιοκορεατικό αυτοκινούμενο πυροβόλο K9 ήταν η βάση για το τουρκικό αντίστοιχο Firtina.

Στο επίκεντρο των νέων συζητήσεων βρίσκεται ο κινητήρας PD170, τον οποίο αναπτύσσει η τουρκική εταιρεία Turkish Engine Industries (TEI), θυγατρική της Turkish Aerospace Industries (TAI). Πρόκειται για turbodiesel που χρησιμοποιείται στα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη ANKA και AKSUNGUR. Ο Ερντογάν εξέφρασε την ικανοποίησή του για το ενδιαφέρον της Νότιας Κορέας για τον συγκεκριμένο κινητήρα, εκτιμώντας ότι μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για νέες συνεργασίες στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, των κινητήρων και των ηλεκτρονικών συστημάτων.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της όχι μόνο ως κατασκευαστής οπλικών συστημάτων, αλλά και ως εξαγωγέας τεχνολογίας και υποσυστημάτων. Από την άλλη πλευρά, η Νότια Κορέα διαθέτει ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία και επιδιώκει να διευρύνει τη διεθνή παρουσία της, δημιουργώντας νέες συνεργασίες και αγορές.
Ο Ερντογάν έθεσε επίσης στο τραπέζι την κοινή παραγωγή και την ανάπτυξη τεχνολογίας, επιδιώκοντας να προσελκύσει νοτιοκορεατικές επενδύσεις στην Τουρκία. Η έμφαση δεν βρίσκεται, επομένως, μόνο στην αγορά εξοπλισμού, αλλά στη μεταφορά τεχνογνωσίας και στη δημιουργία παραγωγικών συνεργειών.