Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πάρει τίποτα από την Ουκρανία ως αντάλλαγμα για τη στρατιωτική βοήθεια που της έχουν προσφέρει. Μόνο που υπάρχει κάτι που ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να παραβλέπει: η Ουκρανία έχει δώσει στις ΗΠΑ κάτι που δεν αγοράζεται με χρήματα και δεν μπορεί να αποκτηθεί σε κανένα στρατιωτικό πεδίο ασκήσεων. Την πραγματική εμπειρία ενός σύγχρονου πολέμου μεγάλης κλίμακας.

Αυτό ακριβώς επισημαίνει σε ανάλυσή του ο στρατιωτικός σχολιαστής και αναλυτής Γιγκάλ Λεβίν (Yigal Levin), γνωστός για την αρθρογραφία του σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις στρατιωτικές εξελίξεις. Όπως εξηγεί, σήμερα υπάρχουν ουσιαστικά μόνο δύο στρατοί στον κόσμο που διαθέτουν εμπειρία από έναν τόσο μακροχρόνιο, μεγάλης έντασης συμβατικό πόλεμο μεταξύ οργανωμένων στρατών: ο ουκρανικός και ο ρωσικός.

Πρόκειται για εμπειρία που δεν μπορεί να αναπαραχθεί ούτε στις πιο προηγμένες στρατιωτικές ασκήσεις. Η χρήση drones σε μαζική κλίμακα, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, η αντιμετώπιση της εχθρικής αεράμυνας, η επιβίωση των τεθωρακισμένων στο σύγχρονο πεδίο μάχης, η διοίκηση μονάδων κάτω από συνεχή πίεση και η προσαρμογή των τακτικών μέσα σε πραγματικές συνθήκες πολέμου αποτελούν γνώσεις τεράστιας αξίας για κάθε στρατό. Και ιδιαίτερα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, που προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής σύγκρουσης με έναν ισχυρό αντίπαλο.

Ο Λεβίν θυμίζει ένα χαρακτηριστικό ιστορικό προηγούμενο. Μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, το 1973, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί έδειξαν τεράστιο ενδιαφέρον για την εμπειρία του ισραηλινού στρατού. Οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν καταφέρει να σταματήσουν τις μαζικές επιθέσεις συριακών τεθωρακισμένων σοβιετικής κατασκευής στα Υψίπεδα του Γκολάν και στη συνέχεια να περάσουν στην αντεπίθεση.

Για το Πεντάγωνο, όσα είχαν συμβεί στο Γκολάν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Εκείνη την εποχή, το ΝΑΤΟ προετοιμαζόταν για το ενδεχόμενο μιας μεγάλης σοβιετικής επίθεσης στην Κεντρική Ευρώπη, με χιλιάδες άρματα μάχης να επιχειρούν να διασπάσουν τις δυτικές γραμμές άμυνας. Ένα από τα πιο πιθανά σημεία μιας τέτοιας επίθεσης θεωρούνταν το λεγόμενο Fulda Gap, στη Δυτική Γερμανία.

Στη Δύση υπήρχαν σοβαρές ανησυχίες ότι μια τέτοια επίθεση θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αναχαιτιστεί χωρίς τη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων. Όμως οι Ισραηλινοί είχαν μόλις αποδείξει στην πράξη ότι ένας στρατός μπορούσε να αντιμετωπίσει μαζικές επιθέσεις σοβιετικού τύπου με συμβατικά μέσα.

Έτσι, στις αρχές του 1974, Αμερικανοί στρατιωτικοί ειδικοί επισκέφθηκαν το Ισραήλ και συναντήθηκαν με αξιωματικούς που είχαν πολεμήσει στο Γκολάν. Δεν ενδιαφέρονταν μόνο για τα αποτελέσματα των μαχών, αλλά κυρίως για τις λεπτομέρειες: τι είχαν δει οι διοικητές, ποιες αποφάσεις είχαν πάρει, πώς αντέδρασαν σε απρόβλεπτες καταστάσεις και γιατί επέλεξαν τη μία τακτική αντί της άλλης. Αυτές οι πληροφορίες ήταν πολύτιμες, επειδή προέρχονταν από πραγματικές μάχες και όχι από θεωρητικά σενάρια.

Σήμερα, σύμφωνα με τον Λεβίν, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με την Ουκρανία, αλλά σε ακόμη μεγαλύτερη τεχνολογική κλίμακα. Οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν αποκτήσει εμπειρία σε έναν πόλεμο όπου τα drones, οι δορυφόροι, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τα πυραυλικά πλήγματα και οι παραδοσιακές χερσαίες επιχειρήσεις συνυπάρχουν και επηρεάζουν συνεχώς το ένα το άλλο.

Η Ουκρανία δεν είναι απλώς αποδέκτης δυτικής στρατιωτικής βοήθειας. Είναι και μια χώρα που δοκιμάζει δυτικά οπλικά συστήματα σε πραγματικές συνθήκες, εντοπίζει τις αδυναμίες τους, αναπτύσσει νέες τακτικές και μοιράζεται με τους συμμάχους της γνώσεις που διαφορετικά θα χρειάζονταν δεκαετίες για να αποκτηθούν — αν μπορούσαν να αποκτηθούν ποτέ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ δεν έχει τεράστια αξία για την Ουκρανία. Σημαίνει όμως ότι η σχέση δεν είναι μονόπλευρη. Οι Αμερικανοί προσφέρουν οπλικά συστήματα και υποστήριξη, ενώ οι Ουκρανοί προσφέρουν κάτι εξίσου σημαντικό για τον στρατιωτικό σχεδιασμό: την εμπειρία από τη χρήση τους απέναντι σε έναν πραγματικό, ισχυρό αντίπαλο.

Όπως τονίζει ο Γιγκάλ Λεβίν, αυτή η γνώση είναι πολύ πιο πολύτιμη από οποιαδήποτε συμφωνία για ορυκτούς πόρους. Και γι’ αυτό θεωρεί ότι ο ισχυρισμός πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πάρει τίποτα από την Ουκρανία δεν είναι απλώς λανθασμένος, αλλά αγνοεί ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά οφέλη που έχει αποκομίσει η Ουάσιγκτον από τη συνεργασία της με το Κίεβο.