Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις προωθούν την ανάπτυξη οπλισμένων μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας (USV), ικανών να καταρρίπτουν εχθρικά drones και ελικόπτερα με πυραύλους Hellfire, JAGM, Stinger ή κατευθυνόμενες ρουκέτες APKWS. Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη δημιουργία μιας κατανεμημένης αντιαεροπορικής άμυνας στη θάλασσα, περιορίζοντας την ανάγκη χρησιμοποίησης μεγάλων πολεμικών πλοίων και ακριβών αντιαεροπορικών πυραύλων για την αντιμετώπιση σχετικά φθηνών απειλών.

Η απαίτηση περιλαμβάνεται στη δεύτερη φάση (Sprint 2) του προγράμματος SWAP-USV (Suitable Warfighting Adaptive Payloads for Unmanned Surface Vessels), που υλοποιείται μέσω της αμερικανικής Defense Innovation Unit (DIU). Η σχετική πρόσκληση προς τη βιομηχανία δημοσιοποιήθηκε στις 15 Οκτωβρίου και αφορά ήδη ανεπτυγμένα συστήματα, τα οποία μπορούν να ενσωματωθούν και να δοκιμαστούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στόχος είναι η επιχειρησιακή αξιοποίηση κατάλληλων λύσεων ακόμη και εντός 120 ημερών από την αξιολόγησή τους.

Σύμφωνα με τις απαιτήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί, τα υποψήφια USV πρέπει να διαθέτουν επιχειρησιακή αυτονομία τουλάχιστον 200 ναυτικών μιλίων (370 χλμ.), ταχύτητα τουλάχιστον 10 κόμβων και δυνατότητα προσβολής εναέριων στόχων σε αποστάσεις μεγαλύτερες των τριών ναυτικών μιλίων (5,6 χλμ.). Στους προβλεπόμενους στόχους περιλαμβάνονται μη επανδρωμένα αεροχήματα των κατηγοριών Group 1–3, επιθετικά ελικόπτερα και άλλες απειλές που επιχειρούν σε μικρό ύψος. Παράλληλα, το πρόγραμμα καλύπτει την αντιμετώπιση ταχύπλοων σκαφών και εχθρικών USV.

Η επιλογή των όπλων έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδυάζει δοκιμασμένα πυραυλικά συστήματα με νέες εφαρμογές. Ο Stinger αποτελεί καθιερωμένο όπλο αντιαεροπορικής άμυνας μικρής εμβέλειας, ενώ οι Hellfire και JAGM έχουν αναπτυχθεί πρωτίστως για την προσβολή στόχων επιφανείας. Η αξιοποίησή τους εναντίον εναέριων στόχων προϋποθέτει κατάλληλη διαμόρφωση καθοδήγησης, αισθητήρων και συστήματος ελέγχου πυρός. Αντίστοιχα, οι κατευθυνόμενες με λέιζερ ρουκέτες APKWS των 70 mm προσφέρουν μια λύση δυνητικά χαμηλότερου κόστους για την αντιμετώπιση μικρών drones, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με πυροσωλήνες προσέγγισης.

Η DIU προβλέπει τέσσερις κατηγορίες οπλισμού: βαρείς κατευθυνόμενους πυραύλους Hellfire Longbow και JAGM, ρουκέτες APKWS, τηλεχειριζόμενους σταθμούς οπλισμού με Stinger, πολυβόλα ή λέιζερ υψηλής ισχύος, καθώς και εναλλακτικά συστήματα που βρίσκονται ήδη σε παραγωγή. Δεν ζητείται απλώς ένα σκάφος ή ένας εκτοξευτής, αλλά ένα ολοκληρωμένο σύστημα με αισθητήρες, όπλα και δυνατότητα διοίκησης και ελέγχου.

Η βασική επιχειρησιακή επιδίωξη είναι η ανάπτυξη πολλών μικρών, οπλισμένων σκαφών γύρω από ναυτικές δυνάμεις, λιμένες ή κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές. Τα USV θα μπορούν να λειτουργούν ως προωθημένοι κόμβοι επιτήρησης και αναχαίτισης, επεκτείνοντας τη ζώνη προστασίας των επανδρωμένων μονάδων και δημιουργώντας περισσότερα σημεία από τα οποία μπορούν να εκτοξευθούν όπλα. Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας διάταξης θα εξαρτηθεί από τη διασύνδεση αισθητήρων, τη διαχείριση εμπλοκών και την ασφαλή λειτουργία των συστημάτων σε περιβάλλον ηλεκτρονικού πολέμου.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην αυτονομία πλεύσης και στην ανθεκτικότητα απέναντι σε ηλεκτρονικές παρεμβολές. Τα σκάφη θα πρέπει να μπορούν να περιπολούν, να παραμένουν σε καθορισμένες θέσεις, να αποφεύγουν συγκρούσεις και να συνεχίζουν την πλοήγησή τους ακόμη και όταν τα δορυφορικά σήματα είναι υποβαθμισμένα ή αλλοιωμένα. Ωστόσο, η χρήση οπλισμού θα παραμένει υπό ανθρώπινη εποπτεία, με δυνατότητα απομακρυσμένης έγκρισης ή ακύρωσης μιας εμπλοκής.

Το πρόγραμμα προβλέπει χρηματοδότηση επάθλων έως 40 εκατ. δολαρίων για τη δεύτερη φάση, ενώ έχουν προσδιοριστεί επιπλέον 200 εκατ. δολάρια για πιθανές μεταγενέστερες συμφωνίες στο ευρύτερο πρόγραμμα. Οι ενδιαφερόμενες εταιρείες πρέπει να υποβάλουν προτάσεις έως τις 30 Νοεμβρίου 2026 και, εφόσον επιλεγούν, να επιδείξουν ολοκληρωμένο σύστημα εντός 30 ημερών. Οι επιχειρησιακές δοκιμές προγραμματίζονται για τις αρχές του 2027. Τα ποσά αυτά δεν αντιστοιχούν ακόμη σε οριστικές παραγγελίες.

Η πρωτοβουλία συνδέεται με την ευρύτερη αμερικανική προσπάθεια ανάπτυξης οικονομικότερων μέσων ναυτικής άμυνας. Τον Σεπτέμβριο, το Αμερικανικό Ναυτικό αναζήτησε επίσης ένα σύστημα εκτοξευτών σε εμπορευματοκιβώτια, με δυνατότητα μεταφοράς τουλάχιστον 60 αναχαιτιστικών πυραύλων χαμηλού κόστους για την αντιμετώπιση drones και πυραύλων cruise. Παράλληλα, προωθείται η ναυτική αξιοποίηση του συστήματος VAMPIRE, το οποίο χρησιμοποιεί κατευθυνόμενες ρουκέτες APKWS για την αντιμετώπιση μικρών εναέριων και θαλάσσιων στόχων.

Το SWAP-USV σηματοδοτεί μια διαφορετική προσέγγιση στη ναυτική αεράμυνα: αντί η προστασία μιας δύναμης να εξαρτάται αποκλειστικά από τα οπλικά συστήματα των μεγάλων πολεμικών πλοίων, μέρος της θα μπορούσε να ανατεθεί σε μικρά, διασκορπισμένα και σχετικά αναλώσιμα μη επανδρωμένα σκάφη. Πρόκειται, ωστόσο, για επιχειρησιακή δυνατότητα υπό αξιολόγηση και όχι για σύστημα που έχει ήδη τεθεί σε υπηρεσία.

Η προσέγγιση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για το περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, όπου τέτοια USV θα μπορούσαν μελλοντικά να συμβάλουν στην προστασία ναυτικών σχηματισμών, αγκυροβολίων και νησιωτικών εγκαταστάσεων. Η πραγματική τους αξία θα κριθεί από την αποτελεσματικότητα των αισθητήρων και των όπλων, την αντοχή στις θαλάσσιες συνθήκες και την ασφαλή συνεργασία τους με επανδρωμένες μονάδες.