Απόδοση και ελληνική προσαρμογή του άρθρου του Waldemar Geiger, «Im Schwarzen Meer und an Land – Drohnenkriegsführung stößt an ihre Grenzen» (“Στη Μαύρη Θάλασσα και στην ξηρά, ο πόλεμος των drones δείχνει τα όρια του”), που δημοσιεύθηκε στο Hartpunkt. Το κείμενο δεν αποτελεί κατά λέξη μετάφραση, αλλά ανάλυση με βάση τα συμπεράσματα της γερμανικής δημοσίευσης.

Για αρκετό διάστημα, η εικόνα που κυριάρχησε σε σημαντικό μέρος της στρατιωτικής ανάλυσης ήταν απλή: τα φθηνά θαλάσσια drones και τα μεγάλης ακτίνας περιφερόμενα πυρομαχικά μπορούν να αντικαταστήσουν τα μεγάλα και ακριβά πολεμικά πλοία. Η Ουκρανία, χωρίς πολεμικό στόλο αντίστοιχο με εκείνον της Ρωσίας, κατάφερε να περιορίσει δραστικά τη ρωσική ναυτική δραστηριότητα στη Μαύρη Θάλασσα.

Το συμπέρασμα έχει βάση, όμως η Μαύρη Θάλασσα δείχνει πλέον τα όριά του συγκεκριμένου πολέμου: η παρεμπόδιση της δραστηριότητας του αντιπάλου δεν ταυτίζεται με τον έλεγχο μιας θαλάσσιας περιοχής. Η Ουκρανία έκανε επικίνδυνη την προσέγγιση ρωσικών πλοίων στις ακτές της και επέβαλε σοβαρό κόστος στον ρωσικό Στόλο. Όταν, όμως, ρωσικές επιθέσεις έπληξαν ουκρανικά λιμάνια και εμπορικά πλοία, το Κίεβο δεν διέθετε τις ναυτικές δυνατότητες για να προστατεύσει αποτελεσματικά τις δικές του θαλάσσιες δραστηριότητες.

Άλλο να απαγορεύεις στον αντίπαλο να κινηθεί και άλλο να εξασφαλίζεις ότι οι δικές σου δυνάμεις, τα πλοία και οι γραμμές ανεφοδιασμού θα κινηθούν με ασφάλεια. Η ναυτική ισχύς περιλαμβάνει ανθυποβρυχιακό πόλεμο, πόλεμο επιφανείας, ναρκοπόλεμο, αντιαεροπορική άμυνα, διοίκηση, επιμελητεία και δυνατότητα παρατεταμένης παρουσίας. Τα drones αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκτελούνται αυτές οι αποστολές, δεν καταργούν την ανάγκη για τις πλατφόρμες και τα πληρώματα που τις αναλαμβάνουν.

Τουρκικό Bayraktar TB3 στο κατάστρωμα του TCG «Anadolu», χαρακτηριστική εικόνα της μεταφοράς της μη επανδρωμένης αεροπορικής ισχύος σε θαλάσσια πλατφόρμα. Φωτό: Ata Baris

Η Μαύρη Θάλασσα διορθώνει έναν επικίνδυνο μύθο

Το άρθρο του Hartpunkt ξεκινά από μια πραγματική επιτυχία της ουκρανικής πλευράς. Τα θαλάσσια drones, σε συνδυασμό με εναέρια drones αναγνώρισης και μεγάλης ακτίνας όπλα μιας χρήσης (όπως οι αντιπλοϊκοί πύραυλοι), μπορούν να εντοπίζουν πλοία, να προσβάλλουν λιμενικές εγκαταστάσεις, να διαταράσσουν τις μετακινήσεις και να υποχρεώνουν έναν στόλο να επιχειρεί πολύ πιο μακριά από τις ακτές που θέλει να υποστηρίξει.

Η επιτυχία αυτή είναι σημαντική, όμως περιγράφει κυρίως μια ικανότητα άρνησης πρόσβασης. Για να ελεγχθεί πραγματικά ένας θαλάσσιος χώρος, απαιτείται δυνατότητα να προστατευθούν οι φίλιες μετακινήσεις, να συνοδευθούν πλοία, να αντιμετωπισθούν υποβρύχιες και εναέριες απειλές, να εκτελεστεί ναρκοθηρία και να διατηρηθεί παρουσία σε διαφορετικά σημεία ταυτόχρονα.

Η Ουκρανία μπορεί να καταστήσει το περιβάλλον εξαιρετικά επικίνδυνο για τον ρωσικό Στόλο· δεν μπορεί όμως να εξασφαλίσει από μόνη της όλο το φάσμα των ναυτικών αποστολών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι επιθέσεις σε ουκρανικά λιμάνια και εμπορικά πλοία έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η προσβολή του αντιπάλου και η προστασία της δικής σου δραστηριότητας είναι δύο διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις.

Ουκρανικά θαλάσσια drones τύπου Sea Baby, όπως παρουσιάστηκαν από την Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας. Φωτό: Security Service of Ukraine

Το Αιγαίο είναι ιδανικό πεδίο για drones, όχι για αυταπάτες

Η μεταφορά αυτών των συμπερασμάτων στο Αιγαίο είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, επειδή πρόκειται για έναν χώρο όπου τα drones μπορούν πράγματι να έχουν τεράστια αξία. Οι μικρές αποστάσεις, η πυκνότητα των νησιών, τα στενά περάσματα, οι ακτές, οι ναυτικές βάσεις και οι περιοχές συγκέντρωσης δυνάμεων δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η επίμονη επιτήρηση και η ταχεία μεταβίβαση πληροφοριών μπορούν να αλλάξουν τον χρόνο αντίδρασης.

Ένα μικρό εναέριο σύστημα μπορεί να εντοπίσει μια αποβατική προετοιμασία, ένα ραντάρ που ενεργοποιείται, μια συστοιχία πυραύλων ή μια μονάδα που επιχειρεί να μετακινηθεί τη νύχτα. Ένα μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας μπορεί να επιτηρεί θαλάσσιους διαύλους, να λειτουργεί ως αισθητήρας, να μεταφέρει φορτίο ή να χρησιμοποιηθεί για επίθεση. Ένα περιφερόμενο πυρομαχικό μπορεί να επιβάλει δυσανάλογο κόστος σε έναν στόχο πολύ μεγαλύτερης αξίας.

Στο Αιγαίο, επομένως, τα drones θα αποτελέσουν βασικό εργαλείο επιτήρησης, αναγνώρισης, στοχοποίησης, ηλεκτρονικού πολέμου και άρνησης πρόσβασης. Θα μπορούν να δυσκολέψουν τη συγκέντρωση δυνάμεων, να περιορίσουν τις κινήσεις πλοίων και να αυξήσουν την αβεβαιότητα στο επιχειρησιακό περιβάλλον.

Η γεωγραφία, όμως, λειτουργεί και αντίστροφα. Το Αιγαίο δεν είναι ένας απέραντος χώρος στον οποίο ένα drone μπορεί να κρυφτεί εύκολα. Οι αποστάσεις είναι μικρές, οι αισθητήρες πολλοί, το ηλεκτρομαγνητικό περιβάλλον πυκνό και οι πιθανές θέσεις εκτόξευσης γνωστές ή προβλέψιμες. Η επιβίωση κάθε συστήματος θα εξαρτάται από τη διασύνδεση, την ηλεκτρονική προστασία, την αυτονομία, την ανθεκτικότητα των επικοινωνιών και τη δυνατότητα λειτουργίας όταν παρεμβάλλονται το δορυφορικό σήμα ή η ζεύξη δεδομένων.

Η τουρκική αξιοποίηση του ελικοπτεροφόρου TCG «Anadolu» και των μη επανδρωμένων Bayraktar TB3 που θα δρουν από αυτό δείχνει την νέα τακτική: η μη επανδρωμένη ισχύς μετακινείται από τις χερσαίες βάσεις σε ένα κινητό θαλάσσιο περιβάλλον. Αυτό αυξάνει την ευελιξία, τη δυσκολία εντοπισμού και την επιχειρησιακή πίεση στο Αιγαίο. Δεν μετατρέπει, όμως, αυτομάτως ένα πλοίο που μεταφέρει drones σε αεροπλανοφόρο, ούτε επιτρέπει στα drones να αναλάβουν κάθε αποστολή της ναυτικής αεροπορίας.

Το τουρκικό TCG «Anadolu» (L400) σε πλου στη Μεσόγειο, τον Αύγουστο του 2023.U.S. Navy / MC2 Jackson Adkins

Τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν τα μη επανδρωμένα

Η αξία των drones δεν βρίσκεται μόνο στο ίδιο το αεροσκάφος ή στο σκάφος. Βρίσκεται στην αλυσίδα εντοπισμού, αναγνώρισης, απόφασης και προσβολής. Για να αξιοποιηθεί μια πληροφορία, πρέπει να φτάσει εγκαίρως στον κατάλληλο φορέα, να υπάρχει ασφαλής επικοινωνία, κέντρο διοίκησης, όπλο με την απαιτούμενη εμβέλεια και δυνατότητα επιβεβαίωσης του στόχου.

Ένα drone που εντοπίζει μια φρεγάτα δεν αρκεί. Χρειάζεται ένα σύστημα που θα μετατρέψει την εικόνα σε ασφαλή και έγκαιρη απόφαση πυρός. Αν η ζεύξη διακοπεί, αν η εικόνα δεν ταυτοποιηθεί, αν ο φορέας του όπλου δεν μπορεί να φτάσει στον χώρο ή αν η προσβολή δεν αξιολογηθεί, η πληροφορία παραμένει απλώς μια πληροφορία.

Στη θάλασσα, η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής. Ένα μη επανδρωμένο σύστημα μπορεί να εντοπίσει ή να πλήξει ένα πλοίο, δεν μπορεί όμως μόνο του να εκτελέσει ανθυποβρυχιακή έρευνα μεγάλης διάρκειας, να πραγματοποιήσει νηοψία, να διασώσει προσωπικό, να προστατεύσει εμπορική ναυτιλία ή να διατηρήσει συνεχή παρουσία σε μια θαλάσσια περιοχή.

Αντίστοιχα, στην ξηρά τα drones μπορούν να καθηλώσουν μια μονάδα, να καταστρέψουν οχήματα και να αποδιοργανώσουν τη διοίκηση. Δεν μπορούν να καταλάβουν ένα ύψωμα, να εκκαθαρίσουν μια οχυρωμένη θέση, να διασπάσουν μια οργανωμένη άμυνα και να κρατήσουν το έδαφος. Για αυτό απαιτούνται στρατεύματα, πυροβολικό, μηχανικό, τεθωρακισμένα μέσα, αντιαεροπορική άμυνα, επιμελητεία και διοίκηση.

Το ελληνικό υποβρύχιο S-120 «Παπανικολής» τύπου 214 στο Κίελο, μαζί με το πορτογαλικό NRP «Tridente». Φωτό: GDK

Το ίδιο ισχύει και για την αντιμετώπιση των εχθρικών drones. Η Ελλάδα χρειάζεται αισθητήρες, παρεμβολείς, πυροβόλα, κατευθυνόμενα όπλα και διαδικασίες που θα επιτρέπουν την προστασία των πλοίων και των βάσεων. Χρειάζεται επίσης εκπαιδευμένα πληρώματα και διοίκηση που θα συνδυάζει τα δεδομένα από επανδρωμένα και μη επανδρωμένα μέσα.

Το ελληνικό συμπέρασμα: άμεση ενίσχυση του ΠΝ

Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι διπλό. Η επένδυση σε drones, περιφερόμενα πυρομαχικά, μη επανδρωμένα σκάφη, αισθητήρες και συστήματα αντιμετώπισης drones είναι απολύτως αναγκαία. Το Αιγαίο επιβάλλει επίμονη επιτήρηση, ταχεία αναγνώριση και δυνατότητα προσβολής σε όλο το βάθος του επιχειρησιακού χώρου.

Παράλληλα…

Η συνέχεια στο Naval Defence