Την πρώτη επίσημη απεικόνιση του νέου τεθωρακισμένου οχήματος μάχης πεζικού Wolf XM30 παρουσίασε η General Dynamics Land Systems (GDLS) στην έκθεση AUSA 2026 στην Ουάσιγκτον. Το όχημα διεκδικεί, απέναντι στο Lynx της American Rheinmetall, το πρόγραμμα αντικατάστασης των M2 Bradley του Αμερικανικού Στρατού, με την τελική επιλογή να αναμένεται το 2027.
Η GDLS παρουσίασε το Wolf μέσω μοντέλου κλίμακας 1:8, καθώς το πρωτότυπο πλήρους μεγέθους έχει ήδη παραδοθεί στον Αμερικανικό Στρατό και υποβάλλεται σε δοκιμές. Η παράδοση του πρώτου οχήματος πραγματοποιήθηκε στις 21 Αυγούστου στο πεδίο δοκιμών Aberdeen Proving Ground, στο Μέριλαντ, ενώ επτά ακόμη πρωτότυπα προορίζονται για επιχειρησιακή αξιολόγηση από την 1η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία της 1ης Μεραρχίας Ιππικού, στο Φορτ Χουντ του Τέξας.
Το Wolf αποτελεί εξέλιξη του οχήματος επίδειξης τεχνολογίας Griffin III, το οποίο βασίζεται στην ευρωπαϊκή οικογένεια τεθωρακισμένων ASCOD. Ωστόσο, η αμερικανική σχεδίαση έχει προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του προγράμματος XM30, με ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία, την ισχύ πυρός, την ψηφιακή αρχιτεκτονική και τη δυνατότητα μελλοντικών αναβαθμίσεων.
Κύριος οπλισμός του προβλέπεται να είναι το αυτόματο πυροβόλο XM913 των 50 χιλιοστών της Northrop Grumman, εγκατεστημένο σε μη επανδρωμένο πύργο. Η επιλογή αυτή αντιπροσωπεύει σημαντική αύξηση της ισχύος πυρός σε σχέση με το M242 Bushmaster των 25 χιλιοστών των Bradley, ιδιαίτερα απέναντι σε εχθρικά τεθωρακισμένα οχήματα και οχυρωμένες θέσεις.
Το XM30 σχεδιάζεται για πλήρωμα δύο ατόμων και μεταφορά έξι στρατιωτών, έναντι του τριμελούς πληρώματος των Bradley. Η μείωση του αριθμού των χειριστών στηρίζεται στην αυτοματοποίηση του πύργου, στα προηγμένα συστήματα παρατήρησης και στη διασύνδεση των επιμέρους λειτουργιών του οχήματος.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Wolf είναι το υβριδικό σύστημα πρόωσης, το οποίο βασίζεται σε πετρελαιοκινητήρα της σειράς MTU 8V 199 της Rolls-Royce. Η υβριδική αρχιτεκτονική αποσκοπεί στη μείωση της κατανάλωσης καυσίμου, στην παροχή αυξημένης ηλεκτρικής ισχύος για αισθητήρες και συστήματα προστασίας, καθώς και στη δυνατότητα λειτουργίας με περιορισμένο ακουστικό και θερμικό ίχνος υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Η GDLS δίνει επίσης έμφαση στην ανοικτή ψηφιακή αρχιτεκτονική του Wolf, ώστε να μπορούν να ενσωματώνονται νέοι αισθητήρες, οπλικά συστήματα και εφαρμογές χωρίς εκτεταμένες τροποποιήσεις. Μεταξύ των δυνατοτήτων που εξετάζονται περιλαμβάνεται η αξιοποίηση περιφερόμενων πυρομαχικών Switchblade της AeroVironment, για προσβολές στόχων πέρα από την άμεση οπτική επαφή.
Στον τομέα της προστασίας, το Wolf σχεδιάζεται ώστε να δέχεται αρθρωτή θωράκιση και ενεργητικά συστήματα αντιμετώπισης εισερχόμενων απειλών. Ωστόσο, η GDLS δεν έχει αποκαλύψει ακόμη την τελική διαμόρφωση προστασίας, το βάρος μάχης ή τις επιδόσεις κινητικότητας του οχήματος.
Αντίπαλος του Wolf είναι το Lynx XM30 της American Rheinmetall, το οποίο βασίζεται στην οικογένεια KF41 Lynx, αλλά έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές για τις αμερικανικές απαιτήσεις. Διαθέτει επίσης μη επανδρωμένο πύργο με πυροβόλο 50 χιλιοστών και υβριδική πρόωση, ενώ η εταιρεία προβάλλει τη δυνατότητα ενσωμάτωσης ενεργητικής προστασίας Iron Fist και διαφορετικών κατευθυνόμενων όπλων, όπως Javelin και αναχαιτιστικών Coyote.
Και οι δύο εταιρείες έχουν παραδώσει τα αρχικά πρωτότυπά τους, με τον Αμερικανικό Στρατό να προετοιμάζει συγκριτικές δοκιμές κινητικότητας, αξιοπιστίας, επιβιωσιμότητας και επιχειρησιακής χρηστικότητας. Η αξιολόγηση θα περιλαμβάνει και τη συνεργασία των οχημάτων με μη επανδρωμένα συστήματα, στοιχείο που αποκτά αυξανόμενη σημασία στις σύγχρονες μηχανοκίνητες επιχειρήσεις.
Το πρόγραμμα XM30 αποτελεί ακόμη μία προσπάθεια αντικατάστασης των Bradley, τα οποία υπηρετούν από το 1981 και έχουν υποστεί διαδοχικούς εκσυγχρονισμούς. Παρά τη σημαντική αναβάθμισή τους, οι περιορισμοί σε βάρος, διαθέσιμη ηλεκτρική ισχύ και περιθώρια ενσωμάτωσης νέων συστημάτων καθιστούν ολοένα δυσκολότερη την περαιτέρω εξέλιξή τους.
Οι δύο ανταγωνιστές επιλέχθηκαν το 2023 για τη φάση λεπτομερούς σχεδίασης και κατασκευής πρωτοτύπων, με συμβάσεις συνολικής αξίας περίπου 1,6 δισ. δολαρίων. Ο σχεδιασμός προβλέπει επιλογή κατασκευαστή το 2027 και σταδιακή μετάβαση στην παραγωγή, με τον προγραμματισμό να περιλαμβάνει την προμήθεια 108 οχημάτων έως το οικονομικό έτος 2031.