Ο Αμερικανικός Στρατός δημοσιοποίησε τη διοικητική έρευνα για τη σύγκρουση ενός UH-60L Black Hawk με το CRJ700 της πτήσης 5342 πάνω από τον Ποτόμακ, ανακοινώνοντας σειρά μέτρων για την ασφάλεια των στρατιωτικών ελικοπτέρων. Το δυστύχημα σημειώθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2025, κατά την προσέγγιση του επιβατικού αεροσκάφους στο αεροδρόμιο Reagan National της Ουάσιγκτον, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους και οι 67 επιβαίνοντες των δύο αεροσκαφών.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στην εκπαίδευση, την εποπτεία και τις τεχνικές διαδικασίες της Αεροπορίας Στρατού, συμπληρώνοντας εκείνη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας Μεταφορών (NTSB). Το δυστύχημα ανέδειξε προβλήματα στη συνύπαρξη στρατιωτικών ελικοπτέρων και πολιτικών αεροσκαφών στον ιδιαίτερα πυκνό εναέριο χώρο της Ουάσιγκτον, καθώς και δυσκολίες στην οπτική αναγνώριση και στις ραδιοεπικοινωνίες.
Βασική προτεραιότητα των νέων μέτρων είναι η ακριβής ένδειξη ύψους και η δυνατότητα εντοπισμού των στρατιωτικών ελικοπτέρων από την πολιτική εναέρια κυκλοφορία. Έως τις 31 Ιουλίου 2025 επιθεωρήθηκαν 3.585 ελικόπτερα για τη σωστή λειτουργία και διαμόρφωση του ADS-B Out, της υποδομής που μεταδίδει αυτόματα τη θέση, το ύψος και άλλα στοιχεία πτήσης. Από τον Ιανουάριο του 2026 οι σχετικοί έλεγχοι επαναλαμβάνονται ανά 90 ημέρες.
Παράλληλα, εξετάστηκαν πιθανές αποκλίσεις των βαρομετρικών υψομέτρων στα UH-60L, UH-60M και UH-60V που διαθέτουν εξωτερικό σύστημα ανάρτησης φορτίων ESSS. Οι μονάδες ενημερώθηκαν για τα σχετικά σφάλματα, ενώ η επικαιροποίηση των τεχνικών εγχειριδίων προγραμματίζεται να ολοκληρωθεί έως τον Δεκέμβριο του 2026.
Τα πληρώματα που επιχειρούν στην περιοχή της Ουάσιγκτον υποβάλλονται πλέον σε ειδική αρχική και επαναληπτική εκπαίδευση, με έμφαση στις διαδικασίες προσέγγισης και αναχώρησης του Reagan National, στις διαδρομές των πολιτικών αεροσκαφών και στα σημεία όπου αυτές γειτνιάζουν με τις διαδρομές ελικοπτέρων.
Επιπλέον, ο Στρατός καθιερώνει περιοδικούς ελέγχους ακρίβειας των καταγεγραμμένων δεδομένων πτήσης, με μεσοδιαστήματα έως 18 μηνών, και εξετάζει αυτοματοποιημένη παρακολούθηση για τον εντοπισμό επαναλαμβανόμενων αποκλίσεων. Επιδιώκει επίσης συμφωνία ανταλλαγής δεδομένων με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας (FAA), καθώς και βελτίωση των διαδικασιών αναφοράς κινδύνων από τα πληρώματα.
Τα μέτρα δεν περιορίζονται στη μονάδα που ενεπλάκη στο δυστύχημα, αλλά επεκτείνονται σε ολόκληρη την Αεροπορία Στρατού, με στόχο την αντιμετώπιση τεχνικών και επιχειρησιακών αδυναμιών που μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια πτήσεων σε κοινό στρατιωτικό και πολιτικό εναέριο χώρο.