Μια περιπέτεια 23 ετών κλείνει φέτος -αν κλείνει…- καθώς ανακοινώθηκε η τυπική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ, η οποία ολοκληρώνεται στις επόμενες μέρες. Θα ήταν όμως ανεδαφικά αισιόδοξο να πει κανείς πως οι ΗΠΑ αφήνουν πίσω τους μια σχετικά ήρεμη πολιτικά και κυρίως γεωπολιτικά ισορροπημένη χώρα, την οποία κατέλαβαν στην “ζέση” της αντεπίθεσης τους στην διεθνή τρομοκρατία μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, για να εμπλακούν από τότε σε ένα απίστευτο και αιματηρό χάος.

Η πρώτη αμερικανική εμπλοκή στο Ιράκ, άρχισε με την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003, η οποία δομήθηκε πάνω στην ψευδή όπως αποδείχθηκε υπόθεση πως το Ιράκ “συνέχισε να παράγει και να αποθηκεύει όπλα μαζικής καταστροφής”. Αυτό είχαν ισχυριστεί οι ΗΠΑ στον ΟΗΕ πριν την εισβολή, αλλά ουδέποτε το απέδειξαν ενώ τελικά φάνηκε πως είχαν κάνει την “επιθυμία τους πραγματικότητα”, ώστε να εκπληρωθεί η ρεβανσιστική φαντασίωση, ότι “έπρεπε να τελειώσουν το καθεστώς του Σαντάμ, κάτι που δεν έκαναν στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991”.

Ακολούθησαν κατοχή της χώρας, συγκρότηση νέων θεσμών, μαζική εξέγερση εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων και σκληρή σεχταριστική βία με πολλές χιλιάδες νεκρούς. Τελείως ενδεικτικά οι νεκροί Ιρακινοί από πολεμικές και τρομοκρατικές ενέργειες από το 2003 και μετά, υπολογίζονται σε κάπου 200.000 αλλά υπάρχουν εκτιμήσεις για πολύ περισσότερους, καθώς δεν έχει γίνει κατορθωτό ακόμη και σήμερα να ολοκληρωθεί μια πλήρης καταγραφή. Επίσης οι ΗΠΑ είχαν κάπου 4.500 νεκρούς από το 2003 και βέβαια πολλές χιλιάδες τραυματίες. Ενώ μπορεί η βασική αμερικανική πολεμική αποστολή να τερματίστηκε στα τέλη του 2011, αλλά η έκτοτε σταδιακή αποχώρηση δεν έλυσε τις αδυναμίες του ιρακινού κράτους: την πολιτικοποίηση των μηχανισμών ασφαλείας, τη δυσπιστία μεταξύ των εθνικών και θρησκευτικών κοινοτήτων και την αμφισβήτηση της εξουσίας της Βαγδάτης σε ορισμένες περιοχές.

Η δεύτερη φάση αμερικανικής εμπλοκής, άρχισε το 2014, όταν το Ισλαμικό Κράτος κατέλαβε μεγάλα τμήματα της χώρας. Οι ΗΠΑ επέστρεψαν ως ηγετική δύναμη του διεθνούς συνασπισμού, παρέχοντας αεροπορική ισχύ, εκπαίδευση, πληροφορίες και υποστήριξη στις ιρακινές και κουρδικές δυνάμεις. Η εδαφική ήττα του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ το 2017 όμως δεν εξαφάνισε πλήρως τα δίκτυά του.

Ακολούθησε μια τρίτη, πιο αμφίσημη περίοδος. Οι Αμερικανοί παρέμειναν για την αντιτρομοκρατική αποστολή, ενώ φιλοϊρανικές οργανώσεις εντός Ιράκ, επιτίθεντο κατά καιρούς στις εγκαταστάσεις τους. Ενώ το αμερικανικό πλήγμα που σκότωσε τον Ιρανό στρατηγό Κασέμ Σουλεϊμανί στη Βαγδάτη το 2020 έδειξε πόσο εύκολα το ιρακινό έδαφος μπορούσε να μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Έτσι, η σημερινή αποχώρηση που είχε συμφωνηθεί το 2024, επί προεδρίας Μπάιντεν, τώρα υλοποιείται από την κυβέρνηση Τραμπ, αλλά αυτό γίνεται εν μέσω του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, δηλαδή στην χειρότερη δυνατή στιγμή περιφερειακής έντασης και ανασφάλείας.

Members of the 24th Marine Expeditionary Unit render a “21-Gun’ salute in order to honor the fallen Marines who were lost during the MEU’s tour of Iraq in support of Operation Iraqi Freedom II. The memorial took place at W.P.T. Hill Field, Camp Lejeune, N.C. (Cpl. Sarah A. Beavers) (050331-M-2361E-001)

Το πολιτικό σύστημα και οι ισορροπίες

Το Ιράκ διαθέτει εκλεγμένο κοινοβούλιο και κυβέρνηση συνασπισμού. Το σιιτικό Πλαίσιο Συντονισμού παραμένει η ισχυρότερη κοινοβουλευτική συμμαχία, ενώ ο σχηματισμός της κυβέρνησης δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως λόγω διαφωνιών για υπουργεία. Το σύστημα στηρίζεται επίσης στη συνήθη κατανομή των κορυφαίων αξιωμάτων μεταξύ σιιτών, Κούρδων και σουνιτών.

Αυτή η θεσμική εικόνα δεν αποτυπώνει μόνη της την κατανομή ισχύος. Κόμματα, ένοπλες οργανώσεις, κρατικές υπηρεσίες και τοπικά οικονομικά δίκτυα αλληλεπικαλύπτονται σε ένα αξεδιάλυτο σκηνικό διαφθοράς, μικρο-ισορροπιών και συσχετίσεων που αλλάζουν συνεχώς. Υπάρχουν και άλλες διαχωριστικές γραμμές. Οι σουνιτικές περιοχές στο κέντρο της χώρας, που υπέστησαν τόσο την παλαιότερη εξέγερση όσο και την κυριαρχία του Ισλαμικού Κράτους, έχουν ιδιαίτερο συμφέρον στην αποτροπή νέου κενού ασφαλείας. Στο Κουρδιστάν στο βορρά, οι δύο βασικές παρατάξεις εξουσίας παραμένουν διχασμένες και η περιφερειακή κυβέρνηση δεν έχει ανασχηματιστεί μετά τις εκλογές του 2024 αλλά η περιοχή επιμένει στη διατήρηση της ημιαυτονομίας της (κάτι που αμφισβητεί σοβαρά και το πόσο το Ιράκ σήμερα είναι “μια ενιαία χώρα”).

Στο Νότο της χώρας παραμένει ισχυρή η επιρροή της Τεχεράνης, μιας και εκεί υπάρχει πλειονότητα σιιτών Ιρακινών. Αυτό δεν σημαίνει ότι με την αμερικανική έξοδο το Ιράκ θα ταχθεί δίπλα στο Ιράν, καθώς κάτι τέτοιο συναντά μεγάλες εσωτερικές αντιστάσεις. Αλλά και πάλι είναι σίγουρο πως το Ιράν θα προσπαθήσει να κατοχυρώσει περαιτέρω την επιρροή του, ενώ ήδη εντός Ιράκ συνεχίζουν να δρουν ανταρτικές φιλοιρανικές ομάδες. Εδώ ο άμεσος κίνδυνος ασφαλείας έχει δύο μορφές. Η πρώτη είναι η μεγαλύτερη αυτονομία οργανώσεων που ενδέχεται να χρησιμοποιούν ιρακινό έδαφος για περιφερειακές επιθέσεις, εκθέτοντας τη Βαγδάτη σε αντίποινα. Η δεύτερη είναι η ανασύνταξη θυλάκων του Ισλαμικού Κράτους εάν χαθεί μέρος της αμερικανικής συνδρομής σε πληροφορίες, επιτήρηση και εφοδιασμό.

Για το Ιράκ, λοιπόν, η αποφασιστική δοκιμασία αρχίζει μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ. Αν η Βαγδάτη διατηρήσει την στρατιωτική πίεση στα πάντα επικίνδυνα ψήγματα του Ισλαμικού Κράτους και θέσει σταδιακά τις ένοπλες οργανώσεις (κυρίως τις φιλοιρανικές) υπό αποτελεσματικό κρατικό έλεγχο, θα αποκτήσει μεγαλύτερη ανεξαρτησία από αμφότερες τις πιέσεις που δέχεται. Αν αποτύχει, η λήξη της αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής θα σημάνει μια νέα φάση του ανταγωνισμού ΗΠΑ και Ιράν μέσα στο Ιράκ.

Σε κάθε περίπτωση το Ιράκ έχει μεν ανασυγκροτηθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια, εμφανίζεται οικονομική πρόδος και σχετική ειρήνη (για να μην εστιάζουμε μόνο στα αρνητικά) αλλά η όποια “σταθερότητα” παραμένει ευάλωτη, με τον πληθυσμό να δηλώνει μεν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη προς την κεντρική κυβέρνηση και αίσθημα ασφαλείας, αλλά να παραμένει καχύποπτο για την περιφερειακή σταθερότητα και να διαπιστώνει πως οι εσωτερικές διαιρέσεις, είτε σε θρησκευτικό πεδίο είτε σε φυλετικό/εθνοτικό, είναι πλέον συστατικό στοιχείο της νέας κρατικής δομής, ως πάγιο δηλαδή υπόβαθρο νέου διχασμού.