Η πτώση της πόλης Μόκα στην δυτική Υεμένη στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 και η εγκατάσταση των Χούθι στη νήσο Μαγιούν, γνωστή και ως Περίμ, μία ημέρα αργότερα, αποτελούν το μεγαλύτερο εδαφικό κέρδος τους μετά την εκεχειρία του 2022. Η Μόκα είναι το κύριο λιμάνι της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης, στην Ερυθρά Θάλασσα. Η Μαγιούν βρίσκεται στο στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, δηλαδή στο κάτω μέρος της Ερυθράς Θάλασσας.

Με σκούρο κόκκινο τα εδάφη που κατέλαβαν οι Χούθι μέσα στον Σεπτέμβριο του 2026. Με ροζ τα εδάφη που ήδη είχαν υπό έλεγχο στην βόρειο-δυτική Υεμένη

Η πρόσφατη εικόνα των εξελίξεων συμπληρώνεται από την επίθεση της 8ης Σεπτεμβρίου στη νότια Σαουδική Αραβία. Οι εκεί αρχές ανέφεραν 73 τραυματίες, πυρκαγιές και προσωρινές διακοπές λειτουργίας εγκαταστάσεων.

Καθώς η ναυσιπλοΐα μέσω του Στενού του Ορμούζ περιορίστηκε δραστικά από τον πόλεμο με το Ιράν, η Ερυθρά Θάλασσα έγινε η κύρια εναλλακτική έξοδος των σαουδαραβικών εξαγωγών υδρογονανθράκων. Τώρα όμως, οι Χούθι συνέδεσαν μια χερσαία διάρρηξη στην Υεμένη με άμεση πίεση στο σαουδαραβικό έδαφος και στη θαλάσσια έξοδο του Βασιλείου.

Η ακτή της Μόκα στην Υεμένη με μικρό αλιευτικό σκάφος
Η ακτή της Μόκα στην Ερυθρά Θάλασσα.

Η νίκη από την αυτοδιάλυση του αντιπάλου

Οι Χούθι συγκέντρωσαν δυνάμεις, χρησιμοποίησαν πυραυλικά πυρά και drones, κατέβηκαν από τα υψώματα προς την παράκτια πεδιάδα της περιοχής και απείλησαν τις κυβερνητικές μονάδες με πλαγιοκόπηση. Ρεπορτάζ του Reuters, βασισμένο σε υεμενικές, ιρανικές και περιφερειακές πηγές, αναφέρει άμεση καθοδήγηση από στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν. Η ιρανική βοήθεια αυξάνει την πολεμική ικανότητά των Χούθις, χωρίς όμως να ακυρώνει τη δική τους αυτονομία και πρωτοβουλία.

Το άλλο μισό της νίκης γράφτηκε μέσα στο αντίπαλο στρατόπεδο. Οι μονάδες της αναγνωρισμένης κυβέρνησης, του Ταρέκ Σάλεχ, όπως και τοπικές ομάδες ισλαμιστών λειτουργούσαν με χωριστές αλυσίδες διοίκησης, μεγάλες και παλιές έχθρες μεταξύ τους. Σύμφωνα με τη Le Monde, ο Σάλεχ ζητούσε επί εβδομάδες σαουδαραβική αεροπορική κάλυψη, ενώ η χρηματοδότηση που του είχε υποσχεθεί το Ριάντ έφθανε αργά. Όταν άρχισε η κύρια επίθεση, το μέτωπο είχε ήδη χάσει τη συνοχή του και τις εφεδρείες του.

Η αιτία βρίσκεται στη ρήξη μεταξύ Ριάντ και Αμπού Ντάμπι. Το Ριάντ επιδιώκει ενιαία αντιχουθική διοίκηση στην Υεμένη, υπό σαουδαραβική καθοδήγηση, χωρίς να έχει αποκλείσει μεταγενέστερη συμφωνημένη απόσχιση του Νότου. Το Αμπού Ντάμπι από την πλευρά του επένδυσε σε αυτονομιστές στα νότια της Υεμένης και σε άλλες τοπικές δυνάμεις. Στα τέλη του 2025, η προέλαση του φιλοεμιρατινού Μεταβατικού Συμβουλίου του Νότου (STC) προκάλεσε σαουδαραβική αντεπίθεση και αποχώρηση του εμιρατινού στρατιωτικού προσωπικού.

Μετά την εμιρατινή αποχώρηση, το Ριάντ έγινε ο κύριος κρατικός χρηματοδότης και στρατιωτικός εγγυητής του αντιχουθικού στρατοπέδου. Το Reuters ανέφερε ότι η σαουδαραβική δαπάνη για μισθούς, ενέργεια και αναπτυξιακή στήριξη στην Υεμένη, μπορεί να ξεπεράσει τα τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στο 2026.

Η σαουδαραβική «μοναχική πορεία» όμως αφορά την πολιτική κηδεμονία της χώρας και απέχει από πραγματική στρατιωτική αυτονομία. Το CNN κατέγραψε πάνω από εκατό Αμερικανούς συμβούλους σε κοινό κέντρο διοίκησης που προσφέρουν με γεωχωρικές πληροφορίες και υποστήριξη στοχοποίησης. Αλλά σε κάθε περίπτωση το Ριάντ παραμένει εξαρτημένο στο έδαφος από υεμενίτικες δυνάμεις, όπως και από την αμερικανική παροχή πληροφοριών.

Ο στραγγαλισμός της Ερυθράς

Σήμερα οι Χούθι ελέγχουν την ακτή της Ερυθράς Θάλασσας αλλά η απέναντι η αφρικανική ακτή και ο δυτικός δίαυλος εξόδου παραμένουν έξω από την κυριαρχία τους. Οπότε απέκτησαν την ικανότητα επιτήρησης, εκβιασμού και τοπικής άρνησης πρόσβασης, όχι όμως την κυριαρχία στη θαλάσσια περιοχή. Για την εμπορική ναυτιλία όμως αυτή η διαφορά μπορεί να αποδειχθεί θεωρητική, καθώς μια πειστική απειλή αρκεί για εκτροπή της πορείας των εμπορικών πλοίων μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.

Οι Χούθι ήδη διαθέτουν αντιπλοϊκούς βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους πλεύσης, drones και μη επανδρωμένα USVs, ικανά να προσβάλουν το στενό της Ερυθράς Θάλασσας σε όλο το πλάτος του.

Η ουσιαστική αλλαγή τώρα αφορά τα πολύ μικρότερα συστήματα. Στις 11 Αυγούστου ανακτήθηκε στη Μαρίμπ ένα FPV drone με οπτική ίνα, που κυβερνητικές πηγές απέδωσαν στους Χούθι. Στις 13 Αυγούστου κατασχέθηκαν πηνία οπτικής ίνας και ηλεκτρονικά εξαρτήματα στο Αλ Ουαντία και στο Άντεν. Τα ευρήματα αποτελούν ένδειξη πιθανής ανάπτυξης drones με οπτική ίνα στην περιοχή. Οπότε με αυτά τα μικρότερα συστήματα οι Χούθι μπορεί να αυξήσουν την πίεση στην σημαντική θαλάσσια οδό. Βέβαια ενα μικρό FPV δύσκολα ακινητοποιεί μεγάλο δεξαμενόπλοιο εν κινήσει.

Η σαουδαραβική ισχύς και τα προβλήματα της

Η Σαουδική Αραβία διαθέτει σημαντική ισχύ πυρός. Το SIPRI υπολογίζει τις αμυντικές δαπάνες της, για το 2025 σε 83,2 δισεκατομμύρια δολάρια, κατατάσσοντας τη χώρα όγδοη παγκοσμίως. Η αεροπορία έχει F-15, Eurofighter Typhoon, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και ιπτάμενα τάνκερ. Η αεράμυνα διαθέτει Patriot και THAAD και το ναυτικό αγοράζει κορβέτες Avante. Αυτή η δύναμη μπορεί να υπερασπιστεί κρίσιμες περιοχές και να πλήξει σταθερούς ή έγκαιρα εντοπισμένους στόχους. 

Βέβαια ο τρόπος με τον οποίο δρουν οι Χούθις απαιτεί διαφορετικές ικανότητες. Το κίνημα τους διαθέτει πολλούς κινητούς εκτοξευτές πυραύλων, σήραγγες, πολιτοφυλακές μέσα σε κατοικημένες περιοχές και μικρά drones, οπότε εκεί χρειάζεται επίμονη επιτήρηση, ταχεία στοχοποίηση, διακλαδική διοίκηση και αξιόπιστα στρατεύματα στο πεδίο για να τους ελέγξουν. Άρα η αεροπορική υπεροχή της Σαουδικής Αραβίας μπορεί να τιμωρεί και να καθυστερεί μια προέλαση, αλλά δεν κερδίζει πολέμους.

Τρία F-15 της Βασιλικής Αεροπορίας της Σαουδικής Αραβίας σε πτήση
F-15 της Βασιλικής Αεροπορίας της Σαουδικής Αραβίας στην άσκηση Spears of Victory, τον Φεβρουάριο του 2026. Φωτογραφία Senior Airman Tyler A. P. Moody, U.S. Air Force

Από την πλευρά των Εμιράτων το μεγαλύτερο πλεονέκτημα τους στην Υεμένη ήταν επιχειρησιακό. Το Αμπού Ντάμπι είχε τοπικά δίκτυα πληροφοριών, λιμάνια, τοπικούς διοικητές, ειδικές δυνάμεις και πιστοποιημένους από το ΝΑΤΟ προωθημένους ελεγκτές αεροπορίας (JTAC). Οπότε η αποχώρηση των ΗΑΕ από την περιοχή αφαίρεσε από το Ριάντ  ένα δοκιμασμένο σύστημα ανθρώπων και τοπικών σχέσεων. 

Το Σύμφωνο της Μέκκας και η αιγυπτιακή επιλογή

Περαιτέρω το Σύμφωνο Κοινής Άμυνας της Μέκκας της 7ης Αυγούστου μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν δεν κατάφερε να ενεργοποιηθεί με κοινή δράση κατά των Χούθις. Μετά την πτώση της Μόκα, το Πακιστάν προέκρινε τον διάλογο, επικαλούμενο απουσία σχετικών συζητήσεων. Η στάση του θυμίζει το 2015, όταν και τότε απέρριψε συμμετοχή στον πόλεμο της Σαουδικής Αραβίας με την Υεμένη.

Η Τουρκία μπορεί να προσφέρει drones, πυρομαχικά, συμβούλους, πληροφορίες, ηλεκτρονικό πόλεμο και ίσως αεράμυνα. Μια τοπική σύρραξη όμως απαιτεί πρόσβαση σε βάσεις, εναέριο ανεφοδιασμό, θαλάσσια επιμελητεία, σημαντική χερσαία δύναμη και ανοχή σε απώλειες.  Εάν η Άγκυρα αναλάβει τέτοιο βάρος παρέμβασης κατά των Χούθι, θα ζητήσει στρατηγικό αντάλλαγμα. Βάσεις, πρόσβαση σε λιμάνια, αμυντικά συμβόλαια και προστασία μιας φιλικής υεμενίτικης παράταξης θα ήταν εύλογες τουρκικές απαιτήσεις. Αλλά μια τέτοια ζώνη επιρροής της Άγκυρας στην Υεμένη θα συγκρουόταν με τη σαουδαραβική επιδίωξη εκεί κυριαρχίας.

Το αιγυπτιακό ελικοπτεροφόρο Gamal Abdel Nasser και η φρεγάτα Al-Galala στη Μεσόγειο
Το αιγυπτιακό ελικοπτεροφόρο Gamal Abdel Nasser, κλάσης Mistral, και η φρεγάτα Al-Galala σε σχηματισμό με το USS Delbert D. Black. Φωτογραφία Jeremy R. Boan, U.S. Navy

Από τους άλλους μεγάλους “παίκτες” στην περιοχή, η Αίγυπτος έχει το αμεσότερο συμφέρον. Το ΔΝΤ υπολόγισε απώλεια έξι δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εισροές συναλλάγματος από τη Διώρυγα του Σουέζ μόνο το 2024, λόγω της κρίσης στην Ερυθρά Θάλασσα. Το Κάιρο διαθέτει τη βάση Μπερενίς, δύο ελικοπτεροφόρα Mistral, φρεγάτες FREMM και MEKO, κορβέτες Gowind, υποβρύχια και ισχυρή αεροπορία. Μπορεί να προσφέρει συνοδείες, επιτήρηση, αεράμυνα και ναρκοπόλεμο. Διαθέτει επίσης περιορισμένη αμφίβια ικανότητα.

Και εδώ όμως, μια αιγυπτιακή χερσαία εκστρατεία στην ζώνη των Χούθι παραμένει ακριβή και πολιτικά επικίνδυνη. Υπάρχει και ιστορικό προηγούμενο, καθώς οι αιγυπτιακές δυνάμεις αποχώρησαν από την περιοχή στο τέλος του 1967, έχοντας μετέχει στον εμφύλιο της Βόρειας Υεμένης στο διάστημα 1962-1970. Το εκστρατευτικό εγχείρημα κόστισε περίπου 26.000 Αιγύπτιους νεκρούς και άφησε ιστορικό τραύμα.  Οπότε η Αίγυπτος μπορεί να γίνει αναγκαίος καταλύτης, δύσκολα όμως κατακτητής και φρουρός της δυτικής Υεμένης.

Μια ρεαλιστική λύση για πολεμική καταστολή της εξάπλωσης των Χούθι θα πρέπει να συνδυάζει σαουδαραβική χρηματοδότηση, αιγυπτιακή και δυτική αεροναυτική συνδρομή και τοπικές δυνάμεις. Πάνω απ’ όλα απαιτεί modus vivendi μεταξύ Ριάντ και Αμπού Ντάμπι, κοινή διοίκηση των αντιχουθικών παρατάξεων και πολιτική συμφωνία για την τύχη της χώρας. Οπότε η επιλογή που αντιμετωπίζει η Σαουδική Αραβία είναι δύσκολη: Είτε θα πληρώσει το πολιτικό τίμημα της συνεννόησης με τα ΗΑΕ και τους τοπικούς συμμάχους του Αμπού Ντάμπι στην Υεμένη, είτε θα χρηματοδοτήσει έναν μακρύ πόλεμο στον οποίο αεροσκάφη, πύραυλοι και ξένοι σύμβουλοι θα κερδίζουν χρόνο, ενώ οι Χούθι θα κρατούν την πρωτοβουλία.