Του Κώστα Κεφάλα, της 2Κ Aviation Creation

Ο χαμός των δύο αεροπόρων του F-4 Phantom στην Τανάγρα είναι μια πραγματική τραγωδία. Δύο άνθρωποι της Πολεμικής Αεροπορίας έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια πτητικής επίδειξης στο Athens Flying Week. Τα ακριβή αίτια του δυστυχήματος διερευνώνται και, μέχρι να υπάρξει επίσημο πόρισμα, κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη.

Θα περίμενε κανείς αυτό να είναι αυτονόητο. Δεν είναι. Στην Ελλάδα χρειάστηκαν ελάχιστες ώρες για να ξεκινήσει το γνώριμο πανηγύρι της εύκολης καταγγελίας: «Γιατί γίνονται airshows;», «Γιατί χρησιμοποιούνται στρατιωτικά αεροδρόμια;», «Γιατί τα οργανώνουν ιδιώτες;», «Γιατί επιτρέπονται τέτοιες πτήσεις;». Και φυσικά η μόνιμη ελληνική λύση για οτιδήποτε δεν καταλαβαίνουμε: να το καταργήσουμε.

Αντί για τεχνική διερεύνηση, κραυγές. Αντί για γνώση, υποθέσεις. Αντί για αεροπορικούς ειδικούς, τηλεοπτικοί παντογνώστες. Αντί για στοιχεία, τίτλοι σχεδιασμένοι να προκαλέσουν θυμό, φόβο και clicks. Αυτό δεν είναι αεροπορική ασφάλεια, δεν είναι σοβαρή δημοσιογραφία και ασφαλώς δεν είναι σεβασμός στους δύο ανθρώπους που χάθηκαν. Είναι κιτρινισμός. Είναι η γνωστή μέθοδος κατά την οποία ένα τραγικό γεγονός μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για τηλεθέαση, επισκεψιμότητα και δημόσια αυτοπροβολή ανθρώπων που συχνά δεν γνωρίζουν ούτε τα βασικά του αντικειμένου για το οποίο μιλούν.

Το χειρότερο είναι ότι η άγνοια παρουσιάζεται με απόλυτη βεβαιότητα. Το ότι ένα ατύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια ενός airshow δεν σημαίνει ότι «φταίει το airshow». Το ότι μια εκδήλωση οργανώνεται από ιδιωτικό φορέα δεν σημαίνει ότι «παραδόθηκε ένα στρατιωτικό αεροδρόμιο σε ιδιώτες». Και το ότι υπάρχει κίνδυνος σε μια πτητική δραστηριότητα δεν σημαίνει ότι η λύση είναι να σταματήσουμε να πετάμε.

Η αεροπορία έγινε ασφαλέστερη όχι επειδή κατάργησε την πτήση, αλλά επειδή έμαθε από τα ατυχήματά της: με διερεύνηση, διαδικασίες, standard operating procedures, human factors, risk assessment, training, lessons learned, Safety Management Systems και, κυρίως, Safety Culture. Όχι με τηλεοπτικές κραυγές.

Ακόμη, ενα στρατιωτικό αεροδρόμιο που φιλοξενεί μια διοργάνωση εξακολουθεί να είναι στρατιωτικό αεροδρόμιο. Δεν αλλάζει ιδιοκτησία, δεν καταργείται η στρατιωτική διοίκηση και δεν εξαφανίζονται οι κανονισμοί ασφαλείας. Οι στρατιωτικές αρχές καθορίζουν τα επιχειρησιακά και ασφαλιστικά όρια και ο διοργανωτής αναλαμβάνει όσα του έχουν εγκριθεί και ανατεθεί. Απλό. Εκτός αν κάποιος θέλει να το παρουσιάσει ως «σκάνδαλο» επειδή έτσι γράφεται ένας καλύτερος τίτλος.

Για κάποιους ένα airshow είναι απλώς «μερικά αεροπλάνα που κάνουν φιγούρες». Αν αυτό βλέπει κάποιος, τότε πράγματι δεν έχει καταλάβει τι είναι ένα airshow.

Ένα μεγάλο airshow είναι εκπαίδευση, πολιτισμός, τεχνολογία, αεροδιαστημική βιομηχανία, STEM, recruiting, επαφή της κοινωνίας με τις Ένοπλες Δυνάμεις, γενική αεροπορία, αεραθλητισμός, τουρισμός, οικονομική δραστηριότητα, διεθνείς σχέσεις και αμυντική διπλωματία. Είναι επίσης η στιγμή που ένα παιδί βλέπει για πρώτη φορά από κοντά ένα μαχητικό και αποφασίζει ότι κάποτε θέλει να γίνει χειριστής, μηχανικός, αεροναυπηγός ή ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας.

Αυτό δεν αποτιμάται μόνο σε εισιτήρια. Αποτιμάται σε κουλτούρα, ανθρώπινο κεφάλαιο, φιλοδοξία, τεχνολογική παιδεία και εθνική εξωστρέφεια. Οι αεροπορικά προηγμένες χώρες το γνωρίζουν. Γι’ αυτό επενδύουν σε airshows, αεροπορικά μουσεία, STEM events, open days, flying scholarships, αεραθλητισμό και γενική αεροπορία. Εμείς, αντίθετα, έχουμε αναπτύξει μια άλλη ειδικότητα: την απαγόρευση.

Και εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα. Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο όχι με risk management, αλλά με αποφυγή ευθύνης. Ο δημόσιος λειτουργός δεν ρωτά πάντα «πώς μπορώ να το κάνω σωστά και με ασφάλεια;». Συχνά ρωτά «πώς μπορώ να μην υπογράψω;», «πώς μπορώ να μην έχω ευθύνη;», «πώς μπορώ να το απαγορεύσω ώστε να είμαι καλυμμένος;».

Αυτή η νοοτροπία έχει κάνει τεράστια ζημιά στη Γενική Αεροπορία. Αεροδρόμια που θα μπορούσαν να φιλοξενούν δραστηριότητα μένουν υποαξιοποιημένα, αεραθλητικές δραστηριότητες αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν ύποπτες και ιδιωτικές πρωτοβουλίες συναντούν δυσανάλογη γραφειοκρατία. Σε μια ώριμη αεροπορική χώρα, όταν υπάρχει κίνδυνος, το ερώτημα είναι «πώς τον διαχειριζόμαστε;». Στην Ελλάδα πολύ συχνά το ερώτημα γίνεται «πώς εξαφανίζουμε τη δραστηριότητα για να μην έχουμε ευθύνη;».

Και μετά εμφανίζεται ο δημοσιογραφικός παντογνώστης: Αυτός που χθες μιλούσε για ενεργειακή κρίση, προχθές για σεισμούς και αύριο θα μιλά για γεωπολιτική. Αυτός που μέσα σε μερικές ώρες έγινε ειδικός στα display profiles, στη στρατιωτική αεροπορία, στη διαχείριση στρατιωτικών αεροδρομίων και στην ασφάλεια των airshows. Δεν έχει σημασία αν γνωρίζει. Αρκεί να μιλήσει με βεβαιότητα. Αρκεί ο τίτλος να προκαλεί. Αρκεί να υπάρχει «οργή». Αρκεί να υπάρχουν clicks.

Αυτός είναι ο κιτρινισμός που προσβάλλει και τη νοημοσύνη του κοινού και τη μνήμη των νεκρών. Οι δύο αεροπόροι που χάθηκαν αξίζουν κάτι πολύ περισσότερο από δημοσιογραφική εκμετάλλευση του θανάτου τους. Αξίζουν σοβαρή διερεύνηση, αλήθεια και, αν υπήρξαν λάθη, να μάθουμε από αυτά ώστε να μη συμβούν ξανά.

Η Ελλάδα είναι η χώρα του Ικάρου. Έχει μία από τις ιστορικότερες Πολεμικές Αεροπορίες, χειριστές και τεχνικούς που έχουν κερδίσει τον σεβασμό συναδέλφων τους διεθνώς, γεωγραφία ιδανική για αεροπορικές δραστηριότητες, κλίμα που επιτρέπει πτήσεις σχεδόν όλο τον χρόνο και τεράστια τουριστική βιομηχανία.

Θα μπορούσε να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους Γενικής Αεροπορίας, αεραθλητισμού, αεροπορικού τουρισμού και αεροδιαστημικής δραστηριότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Και όμως, ακόμη συζητάμε αν πρέπει να γίνονται airshows. Ακόμη αντιμετωπίζουμε την ιδιωτική αεροπορική πρωτοβουλία με καχυποψία. Ακόμη ψάχνουμε ποιος «θα πάρει την ευθύνη» αντί να δημιουργήσουμε διαδικασίες που θα επιτρέπουν τη δραστηριότητα με αποδεκτό επίπεδο κινδύνου.

Γιατί στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι ότι έχουμε υπερβολικά πολλή αεροπορική κουλτούρα. Είναι ότι έχουμε δραματικά λίγη.

Και ακόμη χειρότερα, έχουμε ανθρώπους που προσπαθούν να μετατρέψουν αυτή την έλλειψη γνώσης σε δημόσια αρετή. Δεν γνωρίζουν την αεροπορία, αλλά απαιτούν την κατάργηση των airshows. Δεν γνωρίζουν πώς λειτουργούν διεθνώς οι στρατιωτικές βάσεις και οι διοργανώσεις, αλλά καταγγέλλουν. Δεν γνωρίζουν ακόμη τα αίτια του δυστυχήματος, αλλά έχουν ήδη αποφασίσει τι έφταιξε. Αυτό δεν είναι πρόοδος. Είναι οπισθοδρόμηση. Και αυτή η οπισθοδρόμηση έχει χαντακώσει για δεκαετίες τη Αεροπορία στη χώρα μας.

Να διερευνηθεί το δυστύχημα. Όχι να δικαστεί η Αεροπορία. Ναι, να ελεγχθούν όλα: οι εγκρίσεις, οι διαδικασίες, το display profile, τα minima, η κατάσταση του αεροσκάφους, η εκπαίδευση, οι human factors, η διοργάνωση, οι emergency procedures και κάθε πιθανός παράγοντας. Και αν υπάρχουν ευθύνες, να αποδοθούν εκεί ακριβώς όπου ανήκουν, χωρίς εκπτώσεις. Αυτό απαιτεί η αεροπορική ασφάλεια.

Η πρόοδος δεν επιτεύχθηκε ποτέ από ανθρώπους που έλεγαν «μην πετάξεις, γιατί μπορεί να πέσεις». Επιτεύχθηκε από ανθρώπους που ρωτούσαν: «Τι πρέπει να μάθουμε ώστε να πετάξουμε ασφαλέστερα την επόμενη φορά;» Αυτή είναι η αεροπορική κουλτούρα. Αυτή είναι η Safety Culture. Και αυτή είναι η αεροπορική ιδέα.

Οι δύο άνθρωποι που χάθηκαν υπηρετούσαν αυτή την ιδέα. Το λιγότερο που τους οφείλουμε είναι να μην αφήσουμε την τραγωδία τους να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα από την άγνοια, τον κιτρινισμό και την οπισθοδρόμηση για να καθηλώσουν ακόμη περισσότερο μια χώρα που θα έπρεπε εδώ και δεκαετίες να έχει μάθει να κοιτάζει ψηλότερα.

Δεν τιμάς έναν αεροπόρο φοβούμενος τον ουρανό. Τον τιμάς μαθαίνοντας από την απώλειά του και συνεχίζοντας να πετάς καλύτερα, σοφότερα και ασφαλέστερα.