Σε μια πολεμική σύρραξη με έντονη χρήση αεροπορικών στοιχείων, κάθε επιτυχημένη κατάρριψη προστατεύει μεν έναν στόχο, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αποκαλύψει στον επιτιθέμενο πού και πώς αντέδρασε η αεράμυνα. Αυτή είναι η ανησυχητική λογική που εμφανίζεται στην Ουκρανία, όπου η Ρωσία συνεχίζει να επιτίθεται σχεδόν κάθε μέρα με κύματα μη επανδρωμένων τύπου Shahed. Τα οποία, στο πρώτο κύμα προσβολής, λειτουργούν για να χαρτογραφηθούν οι ουκρανικές αντιδράσεις, ώστε επόμενα κύματα να αλλάξουν διαδρομή, ύψος, χρόνο χτυπήματος, ακόμη και στόχο.

Την υπόθεση παρουσίασε ο αναλυτής Tim De Zitter, μεταφέροντας παρατηρήσεις του Anatolii Khrapchynskyi, εφέδρου αξιωματικού της Ουκρανικής Αεροπορίας που εργάζεται σε τεχνολογία ραντάρ χαμηλού ύψους. Σύμφωνα με την περιγραφή, η Ρωσία εξετάζει πού καταστράφηκαν τα πρώτα drones της και ποια στοιχεία άμυνας ενεργοποιήθηκαν. Η πληροφορία αποκαλύπτει τη γεωμετρία της κάλυψης της αεράμυνας του Κιέβου και επιτρέπει μεταγενέστερη εκμετάλλευση τυφλών τομέων και διαδρομών.

Χαρτογράφηση επίθεσης ρωσικών drone πάνω από μεγάλο μέρος της Ουκρανίας.

Από την αρχική διαδρομή στον κύκλο μάθησης

Ένα επιθετικό drone μπορεί να ακολουθεί προγραμματισμένα σημεία πλοήγησης και να πετά χαμηλά κατά μήκος ποταμών, κοιλάδων, δασών ή πυκνού αστικού ιστού. Το ανάγλυφο δημιουργεί σκιάσεις στα ραντάρ του αντιπάλου και μικραίνει τον χρόνο αντίδρασης. Έτσι μια διαδρομή που πέτυχε μία φορά γίνεται χρήσιμο δεδομένο, όμως ο αντίπαλος μπορεί να ενισχύσει γρήγορα το σημείο που διαπιστώνει το κενό.

Η «αναγνώριση διά της μάχης» μετατρέπει την ίδια την απώλεια σε αισθητήρα. Ο επιτιθέμενος αξιολογεί την τηλεμετρία του μη επανδρωμένου του, το χρόνο διακοπής σήματος, τις όποιες οπτικές αναφορές, την πληροφορία από ανοικτές πηγές (ότι π.χ. “στο τάδε σημείο έπεσε ένα ρωσικό drone”). Το αποτέλεσμα είναι πως η θέση μιας κατάρριψης δείχνει και την πιθανή παρουσία μιας κινητής ομάδας πυρός ή ενός συστήματος ηλεκτρονικού πολέμου.

Η ταχύτητα αυτού του κύκλου πληροφορήσης παραμένει κρίσιμο άγνωστο. Μια αλλαγή τακτικής στην επίθεση, μπορεί να συμβεί ανάμεσα σε διαδοχικά κύματα drones, στην ίδια νύχτα όταν υπάρχει ζεύξη δεδομένων και κεντρική διαχείριση. Αλλιώς μπορεί να ενσωματωθεί στην επόμενη επιδρομή ύστερα από ώρες και ημέρες.

Τα δολώματα ανοίγουν τον δρόμο

Η χρήση και των ρωσικών μη επανδρωμένων τύπου Gerbera προσθέτει άλλο επίπεδο. Αυτά είναι ακόμη απλούστερα drones, φτιαγμένα από παμφθηνα υλικά (έως και φελιζόλ), τα οποία μπορούν να εμφανίζονται σκόπιμα στα ουκρανικά ραντάρ, να προκαλούν εκπομπές και να καταναλώνουν βλήματα αεράμυνας ή χρόνο χειριστών.

Ρωσικό drone παραπλάνησης, Gerbera. Φαίνεται στο εσωτερικό του η χρήση ξύλου και φελιζόλ.

Το πρώτο κύμα έχει έτσι πολλαπλή αξία: κορεσμό, συλλογή πληροφοριών και εξαναγκασμό της άμυνας να φανερωθεί. Αν ο αμυνόμενος χρησιμοποιήσει ακριβό βλήμα αναχαίτισης σε κάθε ίχνος, το απόθεμα του μειώνεται. Αν περιμένει οπτική αναγνώριση, ο χρόνος εμπλοκής μικραίνει. Αν ενεργοποιήσει όλους τους αισθητήρες, η διάταξη τους γίνεται αντιληπτή.

Η οικονομία της επίθεσης επιτρέπει και τον συνεχή πειραματισμό. Η Ρωσία μπορεί να αλλάζει ομάδες διαδρομών των drones της, να συγκρίνει αποτελέσματα και να κρατά τις αποτελεσματικότερες. Οπότε η άμυνα αντιμετωπίζει συνεπώς έναν αντίπαλο που μαθαίνει από κάθε νύχτα και συνδέει τη μαζική παραγωγή μη επανδρωμένων που ήδη έχει, με ταχεία τακτική αναθεώρηση.

Η αξιολόγηση των διαδρομών μπορεί να αντλεί στοιχεία και από την κοινωνική διάσταση της επιδρομής. Βίντεο κινητών σε κοινωνικά δίκτυα, αναρτήσεις για εκρήξεις, διακοπές ρεύματος και χρονικά σημεία συναγερμού συμπληρώνουν την εικόνα που δίνουν τα ίδια τα drones. Οι επαναλαμβανόμενες αποκλίσεις πτήσης γύρω από μια πόλη αποκαλύπτουν πιθανές ζώνες παρεμβολών, ενώ οι κατά τόπους καθυστερήσεις δείχνουν το βάθος της άμυνας. Άρα η πλευρά που συνθέτει γρηγορότερα αυτά τα ετερογενή ίχνη αποκτά καλύτερη βάση δεδομένων για το επόμενο κύμα επίθεσης, αλλά και για την μετακίνηση των αμυντικών μέσων.

Μια αεράμυνα που μεταβάλλει τη δική της γεωμετρία

Πως αντιμετωπίζεται μια τέτοια τακτική; Αρχικά με κινητικότητα και πειθαρχία εκπομπών. Ραντάρ, παθητικοί αισθητήρες, εκτοξευτές και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου χρειάζεται να αλλάζουν θέσεις και ωράρια λειτουργίας. Ψεύτικες εκπομπές και ομοιώματα μπορούν να τροφοδοτούν τον επιτιθέμενο με λανθασμένες πληροφορίες. Ενώ οι αισθητήρες άλλων λειτουργιών, όπως τα πολιτικά δίκτυα, οι συστοιχίες ακουστικών που εντοπίζουν το βόμβο των drone, αλλά και απλοί επίγειοι παρατηρητές, προσφέρουν προειδοποίηση με μικρότερη ηλεκτρομαγνητική έκθεση.

Η μεταβλητότητα όμως της ανάπτυξης της αεράμυνας πρέπει να είναι προσχεδιασμένη, ώστε να διατηρεί την κάλυψη ενώ αλλάζει μορφή. Αντίθετα μια τυχαία μετακίνηση μπορεί να ανοίξει πραγματικό κενό. Οπότε ένα σύστημα διοίκησης χρειάζεται να γνωρίζει ποιος τομέας προστατεύεται κάθε στιγμή, ποιο όπλο έχει απόθεμα βολών και ποια ομάδα μπορεί να μετακινηθεί διατηρώντας ισχύ σε κάθε κρίσιμο σημείο.

Η πολλαπλότητα αναχαιτιστών δυσκολεύει επίσης τη συλλογή συμπερασμάτων από τον επιτιθέμενοα. Πολυβόλα, πυροβόλα, μικροί πύραυλοι, drones αναχαίτισης και ηλεκτρονικός πόλεμος μπορούν να εναλλάσσονται. Όταν η ίδια διαδρομή συναντά διαφορετικό αισθητήρα και διαφορετικό όπλο, η προηγούμενη επιτυχία του επιτιθέμενου χάνει μέρος της προγνωστικής αξίας της.

Το δίδαγμα για την ελληνική άμυνα

Η Ελλάδα διαθέτει έντονο ανάγλυφο, μεγάλες ακτογραμμές, νησιωτικά περάσματα και πυκνή πολιτική δραστηριότητα. Αυτά δημιουργούν δυνατότητες απόκρυψης για χαμηλούς στόχους και πολλά ψευδή ίχνη. Οπότε η συζήτηση για ένα ελληνικό όπλο κατηγορίας Shahed-136 χρειάζεται να συνοδεύεται από αντίστοιχη μελέτη άμυνας απέναντι σε μαζικές επιδρομές παρόμοιων συστήματων.

Άρα οι δικές μας ασκήσεις αεράμυνας πρέπει να περιλαμβάνουν διαδοχικά κύματα που μαθαίνουν από την πρώτη αντίδραση. Το πρώτο κύμα θα προκαλεί ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές και μετακινήσεις οπλικών συστημάτων. Το δεύτερο θα αλλάζει άξονα επίθεσης, το τρίτο θα εκμεταλλεύεται την κόπωση της αεράμυνας και την κατανάλωση πυρομαχικών. Οι αξιολογητές θα καταγράφουν ποια πληροφορία απέκτησε υποθετικά ο επιτιθέμενος σε κάθε φάση.

Η Τουρκία από την πλευρά της αναπτύσσει ευρύ φάσμα περιφερόμενων πυρομαχικών και μη επανδρωμένων μέσων, όπως ήδη έχουμε παρουσιάσει. Η ελληνική αεράμυνα χρειάζεται να αντιμετωπίζει μια επιδρομή ως εκστρατεία συλλογής δεδομένων και φθοράς. Η επιβίωση προκύπτει από αισθητήρες που μετακινούνται, εκπομπές που ελέγχονται, φθηνά όπλα που διατηρούν τα ακριβότερα αποθέματα και διοίκηση που ανανεώνει συνεχώς τη διάταξη μάχης.