Μια από τις κρισιμότερους στενωπούς της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας επιχειρεί να αντιμετωπίσει η ουκρανική Fire Point, κατασκευάζοντας στη Δανία μεγάλη μονάδα παραγωγής στερεών προωθητικών καυσίμων για πυραύλους.

Το εργοστάσιο αναπτύσσεται στο Βόγιενς της νότιας Γιουτλάνδης, κοντά στην αεροπορική βάση Σκρίντστρουπ. Πρόκειται για την πρώτη παραγωγική εγκατάσταση ουκρανικής αμυντικής εταιρείας εκτός Ουκρανίας και μία από τις σημαντικότερες μεταφορές ουκρανικής στρατιωτικής τεχνογνωσίας σε έδαφος του ΝΑΤΟ.

Η κατασκευή πέρασε στο επόμενο στάδιο την 1η Δεκεμβρίου 2025, όταν πραγματοποιήθηκε η τελετή θεμελίωσης. Η κυβέρνηση παρουσίασε το έργο ως στρατηγική επένδυση που ενισχύει τόσο την ουκρανική άμυνα όσο και τη δανική αμυντική βιομηχανία, δημιουργώντας παράλληλα νέες θέσεις εργασίας στη νότια Γιουτλάνδη.

Το συγκρότημα θα καλύπτει περισσότερα από 120.000 τετραγωνικά μέτρα και θα μπορεί να παράγει καύσιμο για 800 έως πάνω από 4.000 πυραύλους ετησίως, ανάλογα με τη ζήτηση. Με την έναρξη της παραγωγής προβλέπεται να απασχολεί 300 έως 400 εργαζομένους.

Η μονάδα θα κατασκευάζει στερεά προωθητικά για τους βαλλιστικούς πυραύλους FP-7 και FP-7.x, καθώς και boosters αρχικής επιτάχυνσης για τον πύραυλο κρουζ FP-5 Flamingo. Το αρχικό κτίριο των 30.000 τετραγωνικών μέτρων θα χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή περιβλημάτων πυραυλοκινητήρων από ανθρακονήματα.

Οι αυστηρές δανικές προδιαγραφές ασφάλειας ανάγκασαν την εταιρεία να σχεδιάσει νέο κτίριο παραγωγής, με τοίχους από οπλισμένο σκυρόδεμα πάχους 90 εκατοστών. Η αλλαγή μετέθεσε την έναρξη λειτουργίας προς τα τέλη του 2027, ενώ το εκτιμώμενο κόστος ενδέχεται να υπερβεί τα 150 εκατ. ευρώ.

Αρχικά η παραγωγή θα καλύπτει τις ανάγκες της Ουκρανίας, ενώ αργότερα θα μπορεί να προμηθεύει και ευρωπαϊκές εταιρείες. Η Fire Point υποστηρίζει ότι η μονάδα θα μπορούσε να καλύψει ακόμη και ολόκληρο το ευρωπαϊκό έλλειμμα στερεών προωθητικών. Η σημασία της είναι ιδιαίτερη, καθώς το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη χρηματοδότηση, αλλά την έλλειψη πραγματικής βιομηχανικής δυναμικότητας. Το έργο περιορίζει παράλληλα την εξάρτηση της Ευρώπης από εξωτερικούς προμηθευτές και μεταφέρει κρίσιμη παραγωγή μακριά από τα ρωσικά πλήγματα.